Μπέσα…τι;;;

Η «μπεσα» (besa) είναι μια αλβανικής προέλευσης λέξη που στα ελληνικά σημαίνει λόγος τιμής, εμπιστοσύνη, αξιοπιστία και αλληλοβοήθεια, ένα άτυπο ηθικό χάρτη που καθοδηγεί τη συμπεριφορά, ιδίως σε ομάδες, όπου η προφορική δέσμευση είναι ιερή. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάποιος είναι αξιόπιστος, κρατάει το λόγο του, ή ως επιφώνημα «αλήθεια, χωρίς πλάκα». Αυτός που δεν έχει μπεσα λέγεται «μπάμπης» (από το pa besë, χωρίς μπεσα).


Βασικές Έννοιες:
Λόγος Τιμής: Μια υπόσχεση ή δέσμευση που θεωρείται απαραβίαστη.
Εμπιστοσύνη: Η πίστη στην ακεραιότητα κάποιου.
Αξιοπρέπεια/Φιλότιμο: Η τιμή προς την ομάδα, τους συγγενείς και τους συμπατριώτες.
Αλληλεγγύη: Η υποχρέωση για αμοιβαία βοήθεια και υποστήριξη.
Προέλευση και Εξέλιξη:
Η λέξη προέρχεται από την αλβανική γλώσσα (besë) και χρονολογείται από τον 12ο αιώνα στην Ελλάδα.
Ενώ αρχικά συνδεόταν με παραδόσεις στην ύπαιθρο (ακόμη και ακραίες πράξεις), σήμερα έχει αφομοιωθεί στην αστική κουλτούρα με έννοιες όπως η αξιοπιστία και το φιλότιμο.
Χρήση στη Γλώσσα:
«Έδωσε μπεσα» = Έδωσε τον λόγο του, έγινε εγγύηση.
«Δεν έχει μπεσα» = Δεν είναι αξιόπιστος, δεν κρατάει το λόγο του.
«Μπαμπέσης» = Αναξιόπιστος.
«Μπεσαλού» = Άτομο που κρατάει το λόγο του (θηλυκό).

Τι είπες τώρα. Υπάρχουν άνθρωποι τόσο μπαμπέσηδες που ποδοπατάνε τον ίδιο τους τον εαυτό…αφού πρώτα σε όλα τους φάνηκες εγγύηση. Ναι ζουν αναμεσά μας…ζήσαμε με τέτοιους όλοι μας.

Σχετικές δημοσιεύσεις