Μιλάμε λιγότερο, κοιταζόμαστε περισσότερο: Το «Gen Z stare» δεν είναι απλά μια τάση στο TikTok


Ενας Millennial μπαίνει σε μια καφετέρια και προσπαθεί να παραγγείλει κάνοντας μερικές ερωτήσεις. Ο υπάλληλος τον κοιτάζει ανέκφραστα, απαντά με λιγοστές λέξεις και του δείχνει έναν κατάλογο. Ακολουθεί άλλη ερώτηση, άλλη μια υπόδειξη και, τελικά, ένα βλέμμα αποδοκιμασίας.

Η τάση στο TikTok με το «Gen Z stare» (βλέμμα της Gen Z), φαίνεται να βασίζεται σε μια πραγματική αλλαγή στους «κανόνες» της επικοινωνίας: Οι νέοι που ανήκουν στην Gen Z μιλούν λιγότερο και χρησιμοποιούν νεύματα περισσότερο.

Ανάλυση που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο στο Perspectives on Psychological Science, με στοιχεία από περισσότερους από 2.000 ανθρώπους, διαπίστωσε ότι οι Αμερικανοί και κάτοικοι άλλων χωρών χρησιμοποιούν περίπου 300 λιγότερες λέξεις την ημέρα, δηλαδή δύο έως τρία λεπτά ομιλίας λιγότερα, για κάθε χρόνο που περνά. Από το 2005 έως το 2019 καταγράφηκε μείωση 28%, κυρίως στους νέους κάτω των 25 ετών.

@saraisthreads Stared into the deepest depths of my soul. #barista #coffee #genz #funny #work ♬ original sound – Sarai Marie

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την εξάπλωση των smartphones, των γραπτών μηνυμάτων, της τηλεργασίας και άλλων τεχνολογιών, που επιτρέπουν να διεκπεραιώνουμε όλο και περισσότερες καθημερινές δραστηριότητες χωρίς να μιλάμε.

Η Βαλερίγια Πφάιφερ, επικεφαλής της μελέτης και επίκουρη καθηγήτρια Ψυχολογίας και Συμβουλευτικής στο Πανεπιστήμιο του Μιζούρι στο Κάνσας Σίτι, κατέληξε στο εύρημα σχεδόν «τυχαία», καθώς μελετούσε τις διαφορές στην ομιλία μεταξύ των φύλων. Οταν εξέτασε δεδομένα 14 ετών, διαπίστωσε το μέγεθος του περιορισμού της ομιλίας. Πλέον, η ομιλία γίνεται σε πολλές περιπτώσεις προαιρετική.

Οι συνομιλίες «ενεργοποιούν» τις γνωστικές λειτουργίες

Η ομιλία αποτελεί μια σύνθετη νευρολογική διαδικασία. Ακόμa και μια απλή πρόταση απαιτεί από τον εγκέφαλο να ανακαλέσει λέξεις, να οργανώσει τη σκέψη, να συντονίσει τους μυς, να επεξεργαστεί την αντίδραση του συνομιλητή και να προετοιμάσει την επόμενη απάντηση.

Αυτό γεννά το ερώτημα, αν η συστηματική επικοινωνία λειτουργεί ως μια μορφή νοητικής άσκησης, αλλά και τι μπορεί να σημαίνει η σταδιακή μείωσή της.

Παράλληλα, η αλλαγή αυτή συμπίπτει με τη μείωση του χρόνου που περνάμε μαζί με άλλους ανθρώπους. Ερευνες έχουν συνδέσει την κοινωνική επαφή και τη γνωστική διέγερση με την καλύτερη υγεία.

Ο Ρόμπερτ Πάτναμ, πολιτικός επιστήμονας του Χάρβαρντ, θεωρεί ότι η υποχώρηση της προφορικής επικοινωνίας αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης και μακροχρόνιας απομάκρυνσης από τη διά ζώσης κοινωνική ζωή. Η υποχώρηση αυτή είχε μάλιστα διαπιστωθεί ήδη από τη δεκαετία του 1960, με τη σταδιακή απομάκρυνση των Αμερικανών από συλλόγους, εκκλησίες και τοπικές οργανώσεις, πολύ πριν από την εμφάνιση των smartphones.

Οι συνέπειες της απόσχισης έχουν μέχρι σήμερα συζητηθεί κυρίως για τον κοινωνικό τους αντίκτυπο, όπως η μοναξιά, η πόλωση και η αποδυνάμωση των ανθρώπινων σχέσεων. Ωστόσο, δεδομένου ότι η προφορική επικοινωνία αποτελεί και μια απαιτητική γνωστική δραστηριότητα, η υποχώρησή της δημιουργεί νέα ερωτήματα.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Τζόρτζταουν, Κάλβιν Νιούπορτ, εκτιμά επίσης ότι οι άνθρωποι μιλούν λιγότερο επειδή οι διά ζώσης και τηλεφωνικές συζητήσεις απαιτούν χρόνο και προσπάθεια. Οπως επισημαίνει, όμως, αυτή ακριβώς η «θυσία» χρόνου και προσοχής ενισχύει το αίσθημα ουσιαστικής σύνδεσης.

Μιλήστε γιατί χανόμαστε

Η μελέτη της Πφάιφερ βασίστηκε σε ηχογραφήσεις από 22 διαφορετικές έρευνες, στις οποίες οι συμμετέχοντες φορούσαν ειδικές συσκευές για αρκετές ημέρες, καταγράφοντας την καθημερινή τους δραστηριότητα.

Η ίδια ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη διαφορά ανάμεσα στην ασύγχρονη επικοινωνία, όπως τα μηνύματα και τα email, και την άμεση συνομιλία. Σε μια ζωντανή συζήτηση απαιτούνται μεγαλύτερη προσοχή και ενεργή μνήμη, καθώς πρέπει να θυμόμαστε τι είπε ο συνομιλητής, να διαμορφώνουμε την απάντησή μας και ταυτόχρονα να ακούμε. Αντίθετα, ένα μήνυμα μπορεί να διορθωθεί και να ξαναδιαβαστεί πριν σταλεί, ενώ ολόκληρη η συζήτηση παραμένει στην οθόνη.

Η Πφάιφερ εκτιμά ταυτόχρονα ότι η μείωση της ομιλίας αφορά περισσότερο τις μικρές, καθημερινές αλληλεπιδράσεις με αγνώστους παρά τις συζητήσεις με φίλους και συγγενείς. Μια παραγγελία ή μια αγορά γίνεται πλέον από μια οθόνη, οι οδηγίες δίνονται από το Google και ερωτήματα που κάποτε θα οδηγούσαν σε μια συζήτηση, μπορούν να απαντηθούν από το ChatGPT.

Αλλες έρευνες δείχνουν, ωστόσο, ότι ακόμα και οι σύντομες συνομιλίες με αγνώστους μπορούν να ενισχύσουν το αίσθημα σύνδεσης και ευεξίας περισσότερο απ’ όσο περιμένουν οι ίδιοι οι άνθρωποι.

Η Πφάιφερ έχει αρχίσει να αναζητά συνειδητά τέτοιες ευκαιρίες στην καθημερινότητά της. Μια σύντομη κουβέντα με έναν οδηγό ταξί ή μια συζήτηση με ένα συνεπιβάτη στο αεροπλάνο μπορεί να περιορίζεται στα τυπικά, προσφέρει όμως την ευκαιρία να εξασκηθούν οι κοινωνικές και γνωστικές δεξιότητες που απαιτεί η επαφή με έναν άλλο άνθρωπο.

Με πληροφορίες από Washington Post





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις