ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΠΟΣ
Είναι καλοκαιράκι και ο Μέρμηγκας κουβαλάει υπομονετικά τα σποράκια που μαζεύει, στη φωλιά του για το χειμώνα.
Ξαφνικά, σκάει μύτη ένα κάμπριο, με τον Τζίτζικα παρέα με 3 εκθαμβωτικά κολεόπτερα και στο στέρεο να παίζει Μαζωνάκη και του λέει: “Φιλαράκι, πάμε στην παραλία για σκί και ποτάρες, παράτα τα όλα και έλα μαζί μας, θα περάσουμε ζάχαρη”
“Άσε ρε τζίτζικα, έχω δουλειά, μαζεύω προμήθειες για το χειμώνα”, του απαντάει κακομοιριασμένα ο μέρμηγκας, και συνεχίζει τη δουλειά του, ενώ το κάμπριο χάνεται στον ορίζοντα με το στέρεο να παίζει Αργυρό και τα κομενάκια να χασκογελάνε.
Η φάση επαναλήφθηκε 3-4 φορές μέσα στο καλοκαίρι, πάντα με διαφορετικές συνοδούς του Τζίτζικα και πάντα ο Μέρμηγκας να αρνείται να παρατήσει το κουβάλημα.
Και έρχεται ο Χειμώνας και το χιόνι να πέφτει ράιτ θρού και ο μέρμηγκας με τη ρόμπα μέσα στη φωλίτσα του να πίνει φασκόμηλο και να τσιμπολογάει τα σποράκια του, όταν χτυπάει το κουδούνι της πόρτας.
Απ’ έξω, ο τζίτζικας, με μια φλούο στολή του σκί, και μέσα σε μια Καγιέν με χιονοπέδιλα στην οροφή, να είναι αραχτά 3 καλλίγραμμα θηλυκά και στο στέρεο να ακούγεται ο Ρέμος να τραγουδάει “έλα να με τελειώσεις”.
“Μεγάλε, πάω με τα γκομενάκια στην Αράχωβα, έχω κλείσει σαλέ στο Λιβάδι, ντύσου και φύγαμε” λέει στον Μέρμηγκα.
“Άσε ρε Τζίτζικα, δεν θα έρθω, αλλά αν πετύχεις τον Αίσωπο πουθενά, πες του ότι είναι μεγάλος μαλάκας”…

