Φόρτωση Text-to-Speech…
«Η εκκλησία του θα στηριζόταν σε μια γυναίκα», λέει ο εκκεντρικός ιστορικός Σερ Λι Λίμπινγκ στον καθηγητή Ρόμπερτ Λάνγκτον και στη συνεργάτιδά του Σοφί Νεβό σε μια χαρακτηριστική σκηνή του Κώδικα Ντα Βίντσι (2006). Λίγο πριν, τους έχει εξηγήσει πως, αν κάποιος κοιτάξει πολύ προσεκτικά και «ενώσει» τις κουκκίδες που έχει αφήσει ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι στον πίνακα Ο Μυστικός Δείπνος, θα δει την αλήθεια να λάμπει: η Μαρία Μαγδαληνή γέρνει στον ώμο του Ιησού Χριστού, με μια τρυφερότητα που μονάχα ένα ζευγάρι θα μπορούσε να μοιράζεται· αυτή είναι η πραγματική εκλεκτή του θεανθρώπου. Στο μπεστ σέλερ (στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Ψυχογιός) του Νταν Μπράουν, τίποτα δεν είναι τυχαίο· τα πάντα έχουν μια δεύτερη εξήγηση πίσω από το προφανές και κόντρα σε όσα έχουμε μάθει.
Κάπως έτσι, και συνδυάζοντας μια πραγματικά «καταιγιστική» γραφή με πολύ έξυπνους γρίφους και cliffhanger σχεδόν σε κάθε κεφάλαιο, κατάφερε να σπάσει το κοντέρ πωλήσεων: μέσα σε έξι χρόνια από την πρώτη του έκδοση (2003) είχε μεταφραστεί σε 44 γλώσσες και είχε πουλήσει 80 εκατομμύρια (!) αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Μοιραία, η κινηματογραφική βιομηχανία κοίταξε προς το μέρος του, με την Columbia να επιλέγει τους κατάλληλους ανθρώπους για τη «δουλειά». Στην προαναφερθείσα σκηνή πρωταγωνιστούν κατά σειρά εμφάνισης: ο Ίαν ΜακΚέλεν, τρομερά δημοφιλής τότε λόγω της ερμηνείας του ως Γκάνταλφ στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, ο Τομ Χανκς, η «αγαπημένη» λύση του Χόλιγουντ εδώ και δεκαετίες, και η Οντρέ Τοτού, η οποία απολάμβανε ένα φοβερό hype στις αρχές του 21ου αιώνα μετά την Αμελί (2001). Μια συνταγή, δηλαδή, σίγουρης επιτυχίας.

Μια όχι και τόσο αθώα συνωμοσία
«Από την εποχή του Χάρι Πότερ έχει να εμφανιστεί ένας συγγραφέας που απολαμβάνει τόσο απροκάλυπτα να παρασύρει τους αναγνώστες του σε ένα ξέφρενο κυνηγητό αγωνίας και να τους καθοδηγεί μέσα από διαδοχικές δοκιμασίες», έγραφε η Τζάνετ Μάσλιν στην κριτική της στους New York Times το 2003. Η ίδια είχε περιγράψει το μυθιστόρημα ως ένα «συναρπαστικό ευφυές θρίλερ», που η μόνη λέξη η οποία του ταιριάζει πραγματικά είναι το επιφώνημα «ουάου!». Πράγματι, το βιβλίο του Νταν Μπράουν παρέμεινε για 24 συνεχείς μήνες στη λίστα με τα μπεστ σέλερ της αμερικανικής εφημερίδας, καβαλώντας το κύμα δημοφιλίας που δημιούργησε το μείγμα «εμπορικής» λογοτεχνίας και χριστιανικής συνωμοσιολογίας, το οποίο επέλεξε ο συγγραφέας του.
Από τις σελίδες του περνά το Κοινό της Σιών και το Opus Dei, οι Ναΐτες Ιππότες και η Μεροβίγγεια Δυναστεία της Γαλλίας, η Μόνα Λίζα και ο μύθος του βασιλιά Αρθούρου για το Άγιο Δισκοπότηρο, και γενικά ένας καταιγισμός από σύμβολα και γνωστές δοξασίες μπλεγμένες με διαχρονικές θεωρίες συνωμοσίας· όλα πασπαλισμένα με μεγάλες δόσεις «επιστημονισμού». Μάλιστα, οι συμβολισμοί ξεκινούν ήδη από τον πρώτο φόνο, με το θύμα να παίρνει τη στάση του Ανθρώπου του Βιτρούβιου και να αφήνει στοιχεία ώστε να λυθεί ο μέγας γρίφος της υπόθεσης μέσα από τη διάσημη αριθμητική ακολουθία Φιμπονάτσι (και άλλα αγαπημένα «θέματα» για τους συνωμοσιολόγους εδώ). Όχι, ο Νταν Μπράουν δεν είναι μια περίπτωση Έριχ Φον Ντένικεν, που προσπαθεί να μας πείσει για όλα όσα μας «κρύβει» η επίσημη γραμμή της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας· δεν θέλησε να γίνει ούτε γκουρού ούτε προφήτης. Θέλησε απλώς να φτιάξει μια ιστορία για να πουλήσει δεκάδες εκατομμύρια αντίτυπα – και τα κατάφερε εξαιρετικά.

Πώς έγινε αυτό; Φαίνεται ότι ο Αμερικανός συγγραφέας διείδε τη μανία για θεωρίες συνωμοσίας που θα κατέκλυζε τον Δυτικό Κόσμο, και ιδιαίτερα τις ΗΠΑ. Ήταν τότε που χιλιάδες νεαροί (και όχι τόσο νεαροί) χρήστες του διαδικτύου θα αλίευαν αμφιβόλου εγκυρότητας πληροφορίες για τα «μυστήρια» του θαυμαστού καινούργιου κόσμου μας. «Δύο χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001
–όσος χρόνος περίπου χρειάζεται ώστε η εκδοτική βιομηχανία να “συγχρονιστεί” με τις εξελίξεις στις πολιτιστικές και κοινωνικές προσλαμβάνουσες– τι ακριβώς είδαμε να φιγουράρει στην κορυφή των αναγνωστικών προτιμήσεων της Αμερικής;» αναρωτιόταν ο Μαρκ Λόουσον σε κριτική του στον Guardian το 2006. «Τον Κώδικα Ντα Βίντσι, 450 σελίδες μιας καθηλωτικά ενοχλητικής ανοησίας, η οποία προσφέρει στους τρομοκρατημένους και εκδικητικούς πολίτες των ΗΠΑ ένα κρυφό μοτίβο για το δυσνόητο χάος του κόσμου μας», συμπλήρωνε σε δηκτικό τόνο.
Ακούγεται «σκληρό». Μήπως όμως δεν απέχει από την πραγματικότητα; Για τον κριτικό της βρετανικής εφημερίδας, η επιτυχία του βιβλίου οφειλόταν ξεκάθαρα όχι σε εκείνους τους αναγνώστες που απόλαυσαν το εύπεπτο μπεστ σέλερ, αλλά σε «εκείνους που διαβάζουν τον Νοστράδαμο και πιστεύουν ότι ο καπνός από τους φλεγόμενους δίδυμους πύργους σχημάτισε το πρόσωπο του διαβόλου ή του Οσάμα μπιν Λάντεν». Για τον Λόουσον, ο Κώδικας Ντα Βίντσι είπε σε εκατομμύρια Αμερικανούς αυτό που ήθελαν να ακούσουν: ότι υπάρχει ένα κρυφό νόημα πίσω από τα πάντα.

Χρόνος, ο μεγαλύτερος εχθρός
«Πώς ξεχωρίζουμε την αλήθεια από τη δοξασία;» αναφωνεί ο Ρόμπερτ Λάνγκτον στην εναρκτήρια σκηνή της ταινίας, με το ακροατήριο να κρέμεται από τα χείλη του. Εκείνα τα χρόνια, ο εν λόγω χαρακτήρας ήταν ένας σούπερ σταρ της ποπ κουλτούρας και δεν ήταν λίγοι οι Έλληνες αναγνώστες που έβρισκαν στις αναζητήσεις του ένα βαθύτερο νόημα – παρά το γεγονός ότι οι «υπερβολικές» θεωρίες του Νταν Μπράουν, σχετικά με τα κρυφά νοήματα διάσημων έργων τέχνης (όπως για τον «ανδρόγυνο» χαρακτήρα της Μόνα Λίζα), οδηγούσαν πολλούς ακαδημαϊκούς να «το ρίξουν στο ποτό», όπως χαρακτηριστικά γράφει η Μισέλ Ντιν σε εκτενές ρεπορτάζ της στον Guardian το 2017.
Μπορεί, λοιπόν, οι περισσότεροι κριτικοί κινηματογράφου να «γελούν» με το πόνημα του Ρον Χάουαρντ (η ταινία «σκοράρει» το αποκαρδιωτικό 25% στο Rotten Tomatoes), η ταινία όμως τα κατάφερε εξαιρετικά μέσα από τα χρόνια, όσον αφορά τις πωλήσεις εισιτηρίων (680 εκατ. ευρώ στα box office) και τα views. Από την άλλη, πάντως, δεν «γέρασε» ωραία στα μάτια του κοινού, το οποίο του «δίνει» ένα επιεικώς «μέτριο» 6,7 στο IMDb. Προσπαθώντας, μάλιστα, να την παρακολουθήσω ξανά πριν από μερικές ημέρες, χρειάστηκε να επιστρατεύσω μεγάλες δόσεις καφεΐνης για να μην κοιμηθώ. Είναι, μάλλον, από τις ελάχιστες περιπτώσεις που το ομώνυμο βιβλίο μοιάζει πολύ πιο «γρήγορο» από την κινηματογραφική του μεταφορά.

Άλλωστε, οι υπερβολικές συνωμοσίες που παρουσιάζει μπορεί να μας αφορούσαν πριν από είκοσι χρόνια σε επίπεδο ποπ κουλτούρας, σήμερα όμως μοιάζουν να έχουν πάρει σάρκα και οστά. Μια ματιά στην παγκόσμια ειδησεογραφία ξεπερνά με μεγάλη ευκολία τον εύκολο εντυπωσιασμό του Κώδικα Ντα Βίντσι. Σκεφτείτε το εξής απλό: πριν από μερικές ημέρες, το αμερικανικό Πεντάγωνο έδωσε στη δημοσιότητα βίντεο με UFOs. Ειλικρινά, θα το περίμενε ποτέ κανείς αυτό;
Μια θυμωμένη Αμερική
«Μια ευθεία επίθεση ενάντια στη χριστιανική θρησκεία», ακούμε τον καθολικό επίσκοπο Ρόμπερτ Μπάρον να λέει, σχετικά με τον Κώδικα Ντα Βίντσι, σε επεισόδιο της σειράς podcast Sunday Sermons από το μακρινό 2006. Προφανώς, οι επίσημες Εκκλησίες αποτάχθηκαν μετά βδελυγμίας το μπεστ σέλερ του Νταν Μπράουν, το οποίο υποστήριζε, λίγο πολύ, ότι ο Χριστός παντρεύτηκε τη Μαρία Μαγδαληνή και ότι οι απόγονοί τους βρέθηκαν αιώνες αργότερα να βασιλεύουν στη Γαλλία. Το timing, άλλωστε, δεν ήταν καθόλου καλό, αφού το βιβλίο και η ταινία ήρθαν να «χτυπήσουν» ξανά μια Καθολική Εκκλησία, η οποία ταλανιζόταν τρομερά εξαιτίας των σεξουαλικών σκανδάλων που ήρθαν στο φως στις αρχές των ’00s.
Οι υπερβολικές συνωμοσίες του Κώδικα Ντα Βίντσι μπορεί να μας αφορούσαν πριν από είκοσι χρόνια σε επίπεδο ποπ κουλτούρας, σήμερα όμως μοιάζουν να έχουν πάρει σάρκα και οστά.
Ήταν μια εποχή που, όπως διαβάζουμε σε άρθρο γνώμης του Τόμας Ντόχερτι από την Washington Post, «η θρησκεία που κάποτε έβαζε τον “φόβο του Θεού” στους ανθρώπους του Χόλιγουντ, τώρα έμοιαζε να έχει λιγότερη επίδραση στο περιεχόμενο των ταινιών από ό,τι φιλοζωικές οργανώσεις όπως η PETA». Ήταν όμως έτσι; Μήπως, τελικά, στον βωμό της εύπεπτης διασκέδασης, το Χόλιγουντ έπαιξε με τη φωτιά; Λίγο μετά τους Δίδυμους Πύργους, η Αμερική ήταν θυμωμένη, διότι κάποιος της είπε ψέματα ότι θα είναι για πάντα ασφαλής. Ο Κώδικας Ντα Βίντσι και οι αντίστοιχες ταινίες/βιβλία/σειρές που έπαιζαν το «χαρτί» των συνωμοσιών καλλιεργούσαν και ερέθιζαν ένα κοινό που ήδη πίστευε σε πολύ μεγαλύτερες υπερβολές από αυτές που του σέρβιρε η βιομηχανία του θεάματος.

Σήμερα, όπου πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα (σκεφτείτε ότι πρόσφατα οι Τηλευαγγελιστές βρέθηκαν στο Οβάλ Γραφείο για να προσευχηθούν να πάει καλά ο πόλεμος του Ντόναλντ Τραμπ στο Ιράν), αυτό που ξεκινούσε δειλά δειλά πριν από είκοσι χρόνια αποτελεί τη νέα κανονικότητα. Στην εποχή της μεταλήθειας, το σύμπαν του Κώδικα Ντα Βίντσι δεν μοιάζει και τόσο ακραίο. Είναι μάλλον βαρετό και προβλέψιμο. Η δική μας πραγματικότητα, δυστυχώς, το ξεπερνά.
