ΚΩΣΤΑΣ ΛΥΤΡΑΣ
Το ξέρουμε εμείς, το ξέρουν τα σκυλιά, το ήξεραν πάντα οι άνθρωποι της υπαίθρου, οι ποιητές και οι λαϊκοί βάρδοι…
Χιλιοτραγουδισμένη και συνδεδεμένη άμεσα με τη λεβεντιά αλλά και τη δυσκολία στο κυνήγι της είναι η πέρδικα.
Ο Κυνηγος που θα κυνηγήσει όπως πρέπει τις πετροπέρδικες, δεν είναι ίδιος με τους άλλους. Πρέπει να το λέει και η καρδούλα και τα πνευμονία του. Αν δεν ισχύουν αυτά καλύτερα να μην καταπιαστεί με αυτό το …ζήτημα. Η πέρδικα ανέκαθεν θεωρούνταν «ζόρικο» θήραμα που καμία σχέση δεν έχει με τα άλλα, γι’αυτόν τον λόγο υπάρχει και το παρακάτω σατιρικό τετράστιχο :
« Της θανάσαινας ο γιος,
Ο περδικοκυνηγός,
όλη μέρα στο κυνήγι και
το βράδυ τρώει…κρεμμύδι…»
Η δυσκολία αυτή στο κυνήγι της πέρδικας αποτυπώνεται γλαφυρά και σε μια κρητική μαντινάδα που λέει:
« Η πέρδικα τσ’ η κοπελιά είναι κακό κυνήγι, θέλει στα γρήγορα φωτιά μη σηκωθεί τσε φύγει…»
Ακόμα και τι τρώνε οι πέρδικες είναι καταγεγραμμένο σε στίχους. Η προτίμηση που δείχνει σε ορισμένες τροφές είναι φανερή στο παρακάτω δημοτικό τραγούδι:
«Πούσουν πέρδικα γραμμένη κι ήρθες το πρωί βρεγμένη; –
-Ήμουνα πέρα στα πλάγια, στις δροσιάς και στα χορτάρια, έτρωγα το Μάη τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι…»
Η πέρδικα είναι βασικό θέμα σε πάμπολλα δημοτικά τραγούδια. Κανένα άλλο πουλί δεν έχει τραγουδηθεί τόσο, ούτε και ο ίδιος ο αετός! Με στίχο της πέρδικας αρχίζει και ένα Θεσσαλικό τραγούδι που λέει:
«Τρικαλινή μου πέρδικα
και Λαρσινή τρυγόνα…»
Στη Ρούμελη, την ώρα που φτάνει η γαμήλια πομπή στο σπιτι του γαμπρού, όλοι μαζί οι συμπέθεροι τραγουδούν:
« Εβγα μανούλα του γαμπρού και πεθερά της νύφης, να ιδης τον ακριβό σου γιο ποια πέρδικα σου φέρνει, πως σιέται, πως λυγίζεται, πως βεργοκαμαρώνεται…»
Στη χορωδία των πουλιών λαμβάνουν μέρος και οι πέρδικες:
«Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια, τώρα οι πέρδικες συχνολαλούν και λένε : -Ξύπνα αφέντη μου, ξύπνα γλυκό μου ταίρι, ξύπνα αγκάλιασε κορμί κυπαρισσένιο…»
Δεν υπάρχει εξυπνότερο και πιο δαιμονισμένο θήραμα από την πέρδικα. Ο λαγός κοιμάται τη μέρα και τον ξετρυπώνει ο σκύλος. Το αγριογούρουνο το προγκάνε οι χουγιαχτάδες. Το ορτύκι και η μπεκάτσα προδομένα από τον καιρό γίνονται παιχνίδι του σκύλου. Μα η πέρδικα σ’ ακούει και στρατηγικά κινείται.
Σ’ αντιλαμβάνεται και παίρνει άλλο δρόμο , τον τραχύ κι ανηφορικό, που θα λαχανιάσεις και θα σπάσουν τα στήθια σου. Η καρδιά σου θα βαράει σαν ταμπούρλο. Τρέχει όταν θελήσει σα λαγός και πετάει σαν τρυγονα. Όταν πέσεις επάνω της ξαφνικά, πάλι θα σε κάνει να τα χάσεις με το τρομαχτικό της πέταγμα.
Η αγάπη και η αυταπάρνηση της πέρδικας για τα μικρά της είναι μοναδικά και έχουν επισημανθεί από τους αρχαίους χρόνους.
Ο Αριστοτέλης αναφέρει πως, όταν καταλάβει ότι της βρήκαν τη φωλιά με τα μικρά της, βγαίνει έξω και κυλιέται μπροστά στον διώκτη της σαν να προσφέρεται να την πιάσει ζωντανή. Αυτό το κάνει, όπως λέει ο Αριστοτέλης , για να δώσει καιρό στα περδικόπουλα να πετάξουν ή να φύγουν ένα ένα. Και άμα καταλάβει ότι έφυγαν όλα, τότε φεύγη άξαφνα και αυτή.
Η δημοτική μούσα τραγουδάει αυτή τη λαχτάρα για τους νεοσσούς της με τους παρακάτω στίχους:
«Τήρα μη μοιάσεις του λαγού όπου γεννάει κι αρνείται.
Μοιάσε της πετροπέρδικας της αηδονολαλούσας, που κάνει δεκαοχτώ πουλιά, κανένα δεν αρνιέται.
Κι’αν πέσει και πάρει ο αετός ένα από τα πουλιά της, κάνει καιρό να πιει νερό, θολώνει και το πίνει.
Κι όπ’ εύρει μαύρη καψαλιά,θα κάτσει να βοσκήσει , κι όπ’ ευρει μαύρο κούτσουρο, θα κάτσει να λαλήσει …»
Για το τέλος αφήνω μια νεότερη λαϊκή παράδοση που προέρχεται από την (Καππαδοκία ).
« Ήταν την εποχή που οι Εβραίοι κυνηγούσαν τον Χριστό για να τον σταυρώσουν . Εκείνος για να γλιτώσει από τα χέρια τους, κρυβόταν πότε εδω πότε εκεί. Μια μέρα κρύφτηκε στη πυκνή τούφα ενός βάτου. Μέσα στον βάτο ήταν μια πέρδικα και ένα περιστέρι. Τρόμαξαν στην αρχή τα πουλιά ύστερα όμως γνώρισαν το Χριστό .
Έλα να τον κρύψουμε με τα φτερά μας, λέει το περιστέρι και άνοιξε τις φτερούγες του μπροστά στο Χριστό . Η πέρδικα όμως πέταξε σε μια κοντινή πέτρα και τη στιγμή που περνούσαν δίπλα οι στρατιώτες άρχισε να κακαβίζει: βάτα,βάτα, βάτα,βάτα! Θέλοντας έτσι να προδώσει το Χριστό. Οι διώκτες κατάλαβαν το μήνυμα του πουλιού, έψαξαν στο βάτο, κι έπιασαν το Χριστό. Αυτός τότε ευλόγησε το περιστέρι και το βάτο και είπε στην πέρδικα:
Περδικα μου ,δεν το περίμενα αυτό από σένα. Οι άνθρωποι θα φτιάχνουν περδικόθηρα(παγίδες δηλαδή),που θα τις στήνουν στα βουνά και τους κάμπους για να πέφτεις μέσα και να σε πιάνουν ζωντανή…»
Από τότε οι χωρικοί, όπως λέει και το δημοτικό τραγούδι :
« …στήνουν τα βρόχια στα βουνά, τα ξώβεργα στους κάμπους, τα δίχτυα τα μεταξωτά σε μαρμαρένιες βρύσες πάει η πέρδικα να πιει νερό και πιάνεται στα βρόχια…»
