
Το 2019, όταν ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan, Τζέιμι Ντάιμον, συνάντησε για πρώτη φορά τον ιδρυτή της Revolut, Νικολάι Στορόνσκι, σε ένα αμερικανικό roadshow, εντυπωσιάστηκε από την πρόοδο της εταιρείας, δεν πίστεψε όμως πως θα μπορούσε να επεκταθεί εκτός Ευρώπης. Σήμερα η ψηφιακή τραπεζική εφαρμογή έχει περισσότερους από 80 εκατ. πελάτες σε 40 χώρες –συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ– και ο Ντάιμον παραδέχτηκε εσχάτως ότι «ζηλεύει» την επιθετική της ανάπτυξη. «Μάθαμε πολλά από αυτούς τους ανθρώπους. Και πρέπει να γινόμαστε πιο γρήγοροι και καλύτεροι μερικές φορές», είπε πρόσφατα σε επενδυτικό συνέδριο.
Οταν ο Νικολάι Στορόνσκι και ο Βλαντ Γιατσένκο ίδρυαν τη Revolut το 2015 στο Λονδίνο, ελάχιστοι μπορούσαν να προβλέψουν την ταχύτητα με την οποία η νεοφυής τότε εταιρεία θα εξελισσόταν σε έναν από τους ισχυρότερους παίκτες του παγκόσμιου τραπεζικού κλάδου. Ο γεννημένος στη Ρωσία Στορόνσκι, πρώην πρωταθλητής κολύμβησης, και ο ουκρανικής καταγωγής συνεργάτης του ίδρυσαν την εταιρεία, εξοργισμένοι από τις υψηλές προμήθειες συναλλάγματος που επιβάλλουν οι παραδοσιακές τράπεζες στους πελάτες που ταξιδεύουν στο εξωτερικό. Χάρη στις καλοσχεδιασμένες εφαρμογές και το χαμηλό κόστος υπηρεσιών, η εταιρεία προσέλκυσε γρήγορα το νεανικό κοινό και διαδόθηκε από στόμα σε στόμα. Οι αντίστοιχες ψηφιακές τράπεζες στις ΗΠΑ, αντίθετα, βασίζονται κυρίως στην παραδοσιακή διαφήμιση για νέους πελάτες.
Η ευελιξία του ψηφιακού μοντέλου της και η απουσία φυσικών καταστημάτων επέτρεψαν στη Revolut να προσελκύσει εκατομμύρια χρήστες.
Η ευελιξία του ψηφιακού μοντέλου της και η απουσία φυσικών καταστημάτων επέτρεψαν στη Revolut να προσελκύσει εκατομμύρια χρήστες, αμφισβητώντας ευθέως το παραδοσιακό τραπεζικό καθεστώς. Μέσα σε λίγα χρόνια, η πλατφόρμα ενσωμάτωσε χρεωστικές και πιστωτικές κάρτες, ψηφιακές κάρτες, έντοκους λογαριασμούς αποταμίευσης, προσωπικά δάνεια, αλλά και δυνατότητες επενδύσεων σε μετοχές, εμπορεύματα και κρυπτονομίσματα.
Με αυτή την ευρεία γκάμα προϊόντων, η Revolut θυμίζει λιγότερο τις παραδοσιακές τράπεζες, τις οποίες επιδιώκει να ανταγωνιστεί, και περισσότερο τις κινεζικές υπερεφαρμογές (super-apps) όπως το Alipay και το WeChat, oι οποίες συνδυάζουν τις πληρωμές με ένα πλήθος άλλων καθημερινών υπηρεσιών. Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τη στρατηγική της, η εταιρεία στοχεύει στο να προσφέρει από το επόμενο έτος τη δυνατότητα επενδύσεων σε ιδιωτικές αγορές, ενώ παράλληλα σχεδιάζει τη δημιουργία μιας private bank στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Revolut παρουσιάζει επίσης υψηλό βαθμό επιχειρηματικής διαφοροποίησης, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων της, ύψους 5,3 δισ. ευρώ, πηγάζει από λειτουργικές προμήθειες –όπως οι συναλλαγές με κάρτες και οι premium συνδρομές–, με τα έσοδα από τόκους να περιορίζονται σε λιγότερα από 1,18 δισ. ευρώ.
Σημείο καμπής για τη Revolut ήταν η εξασφάλιση τραπεζικών αδειών από την ΕΚΤ στο τέλος του 2021 και από το Ηνωμένο Βασίλειο το καλοκαίρι του 2024. Η εξέλιξη αυτή εκτόξευσε την αποτίμηση της εταιρείας από τα 4,9 δισ. ευρώ το 2020 στα 28 δισ. ευρώ το 2021, αναδεικνύοντάς την στην πολυτιμότερη νεοφυή εταιρεία τεχνολογίας στη Βρετανία, με το προσωπικό της πλέον να ξεπερνάει τους 7.500 εργαζομένους.
Στο εξής, ωστόσο, η Revolut καλείται να ξεπεράσει ένα σοβαρό έλλειμμα εμπιστοσύνης. Οι καταθέτες διστάζουν να της εμπιστευτούν μεγάλα κεφάλαια, με το μέσο υπόλοιπο λογαριασμού να αποτελεί ένα μικρό μόνο κλάσμα των ποσών που διακρατούν οι συστημικοί κολοσσοί της Βρετανίας. Καθώς ελάχιστοι χρήστες την επιλέγουν για τη μισθοδοσία τους, τα έσοδα ανά πελάτη συνεχίζουν να υστερούν σημαντικά σε σύγκριση με τους παραδοσιακούς ανταγωνιστές της.
