Στον ελληνικό αργκό λόγο, η φράση “έκοψε καπίστρι” σημαίνει τρελαίνομαι, τα χάνω, χάνω τα λογικά μου, σαλεύω, “καίω φλάντζα”. Προέρχεται μεταφορικά από την εικόνα ενός ζώου που λύνεται (κόβει το καπίστρι του) και αρχίζει να τρέχει ασυγκράτητο.
Σημασία της φράσης:
Τρέλα/Παράνοια: Όταν κάποιος “κόβει καπίστρι” (ή “κόβει καπίστρια” στον πληθυντικό), συμπεριφέρεται με τρόπο απρόβλεπτο ή παράλογο.
Μεταφορική προέλευση: Η μεταφορά είναι από το άλογο/ζώο που αποκόπτεται από το καπίστρι του και γίνεται ανεξέλεγκτο.
Κοντέ «έκοψες καπίστρι», το έχω πολλές φορές ακούσει. Ο λόγος είναι γιατί γίνεται βίαιος μιας και ζηλεύει μέχρι και τον ήλιο που τον βλέπει…για αυτό είναι μέσα του κακός. Χτυπάει κάποιον/α ενώ ξέρει θα τις φάει στο τέλος…
Έκαψε φλάντζα, έκοψε καπίστρι, του έστριψε η βίδα: οι 50 αποχρώσεις της παραφροσύνης.
Ας δούμε λοιπόν τις λέξεις και τις εκφράσεις αυτές:
τρελάθηκε
παλάβωσε
μουρλάθηκε
ζουρλάθηκε
κουρλάθηκε
λωλάθηκε
χάζεψε
ψήλωσε ο νους του
παραφρόνησε
έχασε τα λογικά του
έχασε το μυαλό του/τα μυαλά του
έχασε τον νου του
σάλεψε ο νους του
τον χτύπησε στο κεφάλι
του έστριψε
του έστριψε/λασκάρισε η βίδα
το έκαψε
κάηκαν τα καλώδια
κάηκε η ασφάλεια
έκαψε φλάντζα
έκοψε καπίστρι
έκοψε λουρί
έκοψε την άλυσο
το χτύπησε το καλάμι (Σκιάθος)
λάλησε
τα ‘παιξε
σαλτάρισε
απασφάλισε
τα πήρε στο κρανίο
μάνιασε
φρένιασε
ετροζάθηκε (κρητικό)
κουζουλάθηκε
χρωστάει της Μιχαλούς
χτύπησε μπιέλα
κλότσησε το παξιμάδι
έχει πάρει σασί
εζάντυνε (ποντιακό)
μπαντάβωσε (βόρειο)
χάννει η παττίχα του (κυπριακό)
είναι για διάβασμα / θέλει διάβασμα
είναι για δέσιμο
είναι για τα σίδερα
είναι για τις αλυσίδες
είναι για την κρικέλα
είναι για το τρελάδικο
είναι για το Δαφνί (και: το Δρομοκαΐτειο)
είναι για το Λεμπέτ (Θεσσαλονίκη)
είναι για τον Άγιο (συχνά με αναφορά τοπικού μοναστηριού όπου πήγαιναν τους τρελούς, πχ «είναι για τον Αγιαντώνη»)
είναι για τη Βαγγελίστρα
δεν είναι στα καλά του/στα σύγκαλά του
δεν είναι στα λογικά του
Αχ πόσοι τέτοιοι υπάρχουν σήμερα. Κοιτάξτε δίπλα σας. Απομακρυνθείτε όσο διακριτικά μπορείτε.
