ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΙΚΗ ΝΑΣΣΗ
«Τα αισθήματα ταύτα μόνον ο ευγενής Ελληνικός λαός δύναται να έχει», Εσσάτ Πασσάς Ιωαννίνων*
Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων και την 10η του μηνός Μαρτίου 1913, το επιταγμένο ατμόπλοιο «Πύλαρος» του Μαρκέτου κατέπλευσε το πρωί στο λιμάνι του Πειραιά, μεταφέροντας από την Πρέβεζα τον διοικητή της φρουράς των Ιωαννίνων, στρατηγό Εσσάτ Πασσά, συνοδευόμενο από τον αδελφό του, αντισυνταγματάρχη (ΜΧ) Βεχήπ Βέη, επικεφαλής της φρουράς του Μπιζανίου, και τους αξιωματικούς του επιτελείου του.
Ευθύς μόλις αγκυροβόλησε το πλοίο, πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε στην προκυμαία, για να δει από κοντά τον αποβιβαζόμενο Τούρκο στρατηγό. Πρώτη προσέγγισε την «Πύλαρο» η ατμάκατος του Λιμεναρχείου με τον αντισυνταγματάρχη (ΜΧ) Κοντογιάννη και τον υπολοχαγό Σάββα, οι οποίοι ήταν εντεταλμένοι από την κυβέρνηση να υποδεχθούν τον στρατηγό Εσσάτ.
Μόλις ανήλθε στο ατμόπλοιο ο Κοντογιάννης, εισήλθε στην αίθουσα, όπου καθόταν ο Εσσάτ, περιστοιχισμένος από τους αξιωματικούς του επιτελείου του.
Ο Κοντογιάννης χαιρέτισε στρατιωτικά και ο στρατηγός εγέρθηκε και ανταπέδωσε τον χαιρετισμό με χειραψία. Ο αντισυνταγματάρχης εξήγησε στον Εσσάτ ότι έχει εντολή από την Κυβέρνηση να υποδεχθεί έναν από τους γενναιότερους στρατηγούς, ο οποίος υπερασπίστηκε την τιμή και τα δίκαια της πατρίδας του και επέδειξε τα ευγενή του συναισθήματα απέναντι και στους χριστιανούς κατοίκους, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Ο Εσσάτ τον ευχαρίστησε συγκινημένος και του είπε ότι λυπήθηκε για την παράδοση του στρατού του, αλλά η λύπη αυτή μετριάστηκε, όταν διαπίστωσε ότι είχε απέναντί του γενναίους και κατά το φρόνημα στρατιώτες. Εξέφρασε δε και τη βαθιά του λύπη για την προ ολίγων ημερών στυγερή δολοφονία του βασιλιά Γεώργιου στη Θεσσαλονίκη.
Ο Κοντογιάννης τον ενημέρωσε ότι ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως (Βενιζέλος) όρισε ως τόπο διαμονής του το προάστιο της Κηφισιάς και μπορούσε να συμπαραλάβει 4-5 ανώτερους αξιωματικούς της εκλογής του. Τότε ο Εσσάτ παρακάλεσε να τον συνοδεύσουν στην Κηφισιά ο αδελφός του και 4 ακόμη ανώτεροι αξιωματικοί του.
Περί την 9η , ο Εσσάτ με όλο το επιτελείο του και τον Κοντογιάννη αποβιβάστηκαν με την ατμάκατο προ του Λιμεναρχείου, όπου και έγινε η παρουσίαση από τους αξιωματικούς του Λιμεναρχείου.
Πρώτος εξήλθε από το Λιμεναρχείο ο Κοντογιάννης και ακολούθησε μετά από αυτόν ο Εσσάτ με το επιτελείο του. Ευθύς, μόλις εμφανίστηκε ο Εσσάτ, το συγκεντρωμένο πλήθος, βγάζοντας τα καπέλα, ξέσπασε σε χειροκροτήματα και ζητωκραυγές.
-Ζήτω ο Εσσάτ!
-Ζήτω ο στρατηγός!
Συγκινημένος και ταραγμένος ο Εσσάτ, δεν κατάλαβε τι ακριβώς γινόταν και κοίταξε απορημένος τον Κοντογιάννη. Εκείνος κατανόησε την ταραχή του και του εξήγησε.
-Χαιρετούν τον γενναίον στρατηγόν.
-Ώστε χαιρετούν και τον ηττημένον; Αποκρίθηκε ο Εσσάτ.
-Τούτο είναι αποτέλεσμα εκτιμήσεως του λαού προς υμάς διά την συμπεριφοράν σας προς τους εν Ηπείρω αδελφούς του και την παρ’ υμών μετά γενναιότητος επιτέλεσιν του καθήκοντός σας.
-Τα αισθήματα ταύτα μόνον ο ευγενής Ελληνικός λαός δύναται να έχει! Απάντησε ο Εσσάτ.
-Είναι ίδιον παντός πεπολιτισμένου λαού να αναγνωρίζη τους γενναίους του αντιπάλους και να φέρεται γενναίως προς αυτούς. Είπε ο Κοντογιάννης.
Ο Εσσάτ υπό τις ζητωκραυγές του πλήθους επιβιβάστηκε στο ένα αυτοκίνητο με τον Κοντογιάννη και στο άλλο οι 5 αξιωματικοί του με τον Σάββα. Σε όλη την παραλιακή οδό το συγκεντρωμένο πλήθος χαιρετούσε τον Τούρκο στρατηγό και εκείνος επίσης αντιχαιρετούσε φέροντας διαρκώς το χέρι του στο καλπάκι (καπέλο) του. Υπό την επίβλεψη της αστυνομικής αρχής του Πειραιά οι υπόλοιποι 20 Τούρκοι αξιωματικοί του επιτελείου τοποθετήθηκαν προσωρινά στο ξενοδοχείο του Πειραιά «Ερμής».
Μόνον ο ευγενής ελληνικός λαός δύναται να τρέφει τέτοια συναισθήματα, παραδέχθηκε ο Εσσάτ. Και πράγματι:
Λίγες ημέρες πριν και στα ελεύθερα πλέον Ιωάννινα, διά στόματος του Διαδόχου του ελληνικού θρόνου, Κωνσταντίνου, ο στρατός έλαβε την εντολή: «Εντέλλομαι, όπως εις τους ηττημένους πάντες ώσι γενναιόφρονες, ως αρμόζει και εις πολεμήσαντας υπέρ υψηλού ιδανικού». Οι Τούρκοι δε της πόλεως των Ιωαννίνων, οι οποίοι είχαν κλειστεί στις οικίες τους ή είχαν καταφύγει στο τζαμί τις πρώτες τρεις ημέρες, φοβούμενοι σφαγές εκ μέρους των Ελλήνων στρατιωτών και αντεκδικήσεις εκ των χριστιανών, γρήγορα αναθάρρησαν και επέστρεψαν στην καθημερινότητά τους, διότι οι σφαγές δεν έγιναν ποτέ…
Στις 2 Μαρτίου 1913, ο αντισυνταγματάρχης (ΠΒ) Αντώνιος Ηπίτης αναφέρει στον Υπουργό Στρατιωτικών και Πρωθυπουργό της Ελλάδας, Ελευθέριο Βενιζέλο, ότι κατελήφθη υπό των τμημάτων του ολόκληρη η Τσαμουριά, από Αχέροντα έως Καλαμά, την οποία και περιήλθαν με τον Μητροπολίτη Παραμυθιάς Νεόφυτο, ενθαρρύνοντας τους Οθωμανούς κατοίκους και προετοιμάζοντας το έδαφος για την εφαρμογή των ελληνικών νόμων και την υπακοή όλων των κατοίκων σε αυτούς.
Την 23η -2-13 δε ο ίδιος ενημερώνει τον Διάδοχο στα Ιωάννινα ότι εισήλθε στην Παραμυθιά και μεταξύ άλλων αναφέρει: «(…) Ευρίσκονται ενταύθα περί τους 91 ασθενείς και τραυματίαι κατά τας μετά των τμημάτων μου συμπλοκάς στρατιώται Οθωμανοί, άνευ φαρμάκων και πεινώντες. Παρακαλώ διατάξατε εάν ισχύη και δι’ αυτούς η υπ’ αριθμ. 47 εγκύκλιος της 6ης Φεβρουαρίου ε.έ. ή επιτρέψατέ μοι να τοις δίδω καθημερινώς συσσίτιον στρατιώτου (…)
Αυτός ο στρατός, σάρκα από τη σάρκα του λαού μας, με αυτή του τη συμπεριφορά και κατά τη διάρκεια των μαχών, οδήγησε πολλούς Τούρκους στρατιώτες, ταλανιζόμενους από την πείνα και τις κακουχίες και στο Μπιζάνι και στα Ιωάννινα και τις άλλες περιοχές της Ηπείρου, να αυτομολήσουν στις γραμμές μας, διότι εκεί γνώριζαν ότι θα εύρισκαν φαγητό και θα ήταν ασφαλείς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το χωριό Δοβρά (Ασπράγγελοι) Ζαγορίου, όπου κατέφυγε και ζήτησε άσυλο τουρκικό απόσπασμα εξ 135 λιποτακτών. Οι Τούρκοι παρέδωσαν τα όπλα τους στις γυναίκες του χωριού (οι άνδρες απουσίαζαν), εκείνες τους παρέδωσαν σε δικό μας απόσπασμα και σαν άλλες Μποτζαρίνες κράτησαν τα όπλα και τα ξίφη των Τούρκων, μη υπακούοντας στη διαταγή του Στρατηγείου να τα παραδώσουν…
Η ελληνική ψυχή μεγαλουργούσε και στον γέρο ταγματάρχη του ένδοξου Πυροβολικού μας, Κωστάκη Δημήτριο, από τη Μπεστιά Δωδώνης το 1940, ο οποίος έστελνε τις οβίδες στα καζάνια των Ιταλών, αλλά, όταν έπαιρναν τρόφιμα από Αλβανούς χωρικούς οι στρατιώτες του, τους διέτασσε να τα πληρώνουν και στο επιχείρημά τους ότι τα παιδιά τους πολεμούν εναντίον μας μαζί με τους Ιταλούς, απαντούσε «είναι φτωχοί άνθρωποι, εμείς δεν πρέπει να τους αδικήσουμε».
Και στον πανάξιο απόγονο των Μποτζαραίων, επικεφαλής του Μικτού Ηπειρωτικού Αποσπάσματος, Δημήτριο (Τάκη ) Μπότσαρη, που έπραττε το ίδιο, πληρώνοντας όσα τρόφιμα λάβαιναν τα τμήματά του από τους πτωχούς Έλληνες χωρικούς και τιμωρώντας όσους δεν υπάκουαν στις διαταγές του και διάρπαζαν τα λιγοστά τους τρόφιμα…
Διερωτώνται πολλοί αν απέμειναν ψήγματα, έστω, σήμερα του μεγαλείου αυτού του δυσήνιου λαού, που έχει αποδείξει πως παραμένει Άνθρωπος, συμπεριφερόμενος στον αιχμάλωτο, στον πεινώντα εχθρό του, όπως θα ήθελε να συμπεριφερθούν και σ’ αυτόν οι νικητές αντίπαλοί του.
Αν υπάρχει ακόμη ο ευγενής λαός του Εσσάτ με τα υψηλά ιδανικά, τη γενναιότητα στη μάχη, τη φιλοπατρία, τον σεβασμό και την αναγνώριση και το άξιου αντιπάλου, τη βοήθεια στον αναξιοπαθούντα, τον σεβασμό στον φτωχό χωρικό, Αλβανό ή Έλληνα και κάθε εθνικότητας, την ευσπλαχνία στον αιχμάλωτο τραυματία και ασθενή εχθρό.
Αν υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις μας ηρωικοί αξιωματικοί, που σέβονται κάθε άλλη πατρίδα και θρησκεία, αλλά, όταν απειληθεί η δική τους Πατρίδα και Πίστη, υπεράνω όλων θα θέσουν την υπεράσπισή τους.
Αν νέα παιδιά που σήμερα πίνουν τον εσπρέσο και τον φρέντο στις καφετέριες και περνούν πολύν από τον χρόνο τους στα γυμναστήρια και το ίντερνετ, μεταβάλλονται σε αγωνιστές της καθημερινότητας που στήνουν τις επιχειρήσεις τους, είναι επιμελείς στην εργασία τους, σωστοί πατεράδες για τα παιδιά τους και υγιείς πατριώτες για τη χώρα τους.
Αν τα νέα κορίτσια που φορούν τα προκλητικά τους ρούχα και βγαίνουν να διασκεδάσουν μέχρι τα ξημερώματα με τις παρέες τους, θα μεταμορφωθούν στις καλύτερες μητέρες και συζύγους, αναλαμβάνοντας ευθύνες βαριές για τις γυναικείες τους πλάτες, θα θυσιάσουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες και τα όνειρα στα γερά θεμέλια κάθε ελληνικής οικογένειας.
Με απόλυτη βεβαιότητα θα απαντήσω καταφατικά.
Αυτά τα παιδιά, όταν και αν χρειαστεί, θα μας αποδείξουν πως αυτή η σπίθα, η προ Χριστού χριστιανική διδασκαλία του Σωκράτη, η μαγιά του στρατηγού Μακρυγιάννη, δεν έχουν ακόμη σβήσει από καμία ελληνική καρδιά και δεν έχουν ένα μόνο χρώμα, αλλά είναι μπλε και πράσινες και κόκκινες και πορτοκαλί και όλα αυτά και άλλα πολλά χρώματα μαζί.
Και δεν θέλουμε να χρειαστεί και να μας το αποδείξουν στην πράξη, δεν θέλουμε τον πόλεμο να μας το βεβαιώσει.
Μας αρκεί να παραμείνουν ευγενείς Έλληνες και Ελληνίδες, γενναίοι και δυνατοί σε όλες τις δύσκολες στιγμές και της ειρήνης, άξιοι πολίτες, «δίκαιοι και ίσοι, αλλά με λύπη κι ευσπλαχνία».
Είναι εδώ παρόντα τα παιδιά μας, οι νέοι Έλληνες, και το μόνο που ζητούν είναι μία σταθερή εργασία, έναν αξιοπρεπή μισθό και όλα όσα θα χρειαστούν, για να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους και να δημιουργήσουν την οικογένεια και τη γενιά που θα έλθει και έσεται πολλώ κρείττων…
*Ο Εσσάτ ήταν απόγονος της αρχοντικής οικογένειας των Ιωαννίνων με το επώνυμο Γλυκύ, κλάδος της οποίας εγκαταστάθηκε στην Ιταλία και ίδρυσε το πρώτο και μεγαλύτερο Τυπογραφείο, ενώ ο δεύτερος κλάδος παρέμεινε στα Ιωάννινα και υπό την πίεση των Τούρκων εξισλαμίστηκε. Αυτού του κλάδου υπήρξε απόγονος ο Εσσάτ. Με τον Διάδοχο Κωνσταντίνο ήταν συμμαθητές στη Στρατιωτική Σχολή της Γερμανίας.
