Φόρτωση Text-to-Speech…
Η Τζο είναι 15 χρόνων. Το πρωί τσακώνεται με τη μητέρα της, που αρνείται να την πάει με το αυτοκίνητο στο σχολείο γιατί άργησε. Η μέρα κυλάει μάλλον βαρετά, μέχρι που γνωρίζει τη Φαίδρα, μια συμμαθήτρια με ωραία φωνή, που τη βάζει να ακούσει κλασική μουσική. Θέλει να την ξαναδεί. Στο μεταξύ περιμένει έξω από μια κλειστή πόρτα και έχει μια αμήχανη συνάντηση με τον (φανερά) αποξενωμένο πατέρα της. Η μέρα θα τελειώσει εντελώς απροειδοποίητα με έναν πυροβολισμό. Δεν θα δούμε ποτέ τι συνέβη, όμως στην πραγματικότητα είναι πολύ ξεκάθαρο.
Η Ζακλίν Λέντζου κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας του τμήματος «Ορίζοντες» στο πρόσφατο Φεστιβάλ Βενετίας με το «Μια μέρα στη ζωή της Τζο: Κεφάλαιο Φαίδρα». Η αναφορά στη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου είναι προφανής –νωρίτερα στην ταινία έχουμε δει κάποιους αστυνομικούς που εμπλέκονται–, όμως είναι εξίσου προφανής και η πρόθεση της Λέντζου να μη μείνει απλώς στο γεγονός. «Η αναφορά στον Αλέξη Γρηγορόπουλο είναι βασικά εμφανής για εμάς τους Ελληνες, που γνωρίζουμε την υπόθεση. Ετσι όμως ξεκίνησε η ιδέα», μας λέει η Ελληνίδα κινηματογραφίστρια, την οποία συναντήσαμε στη Βενετία την επομένη της πρεμιέρας.
Εχω πάρει πολλά ρίσκα, και φορμαλιστικά και ως προς το περιεχόμενο, όμως αυτό με ενδιαφέρει να κάνω. Δεν με ενδιαφέρει κάτι ασφαλές.
«Αρχισα να γράφω το πρώτο προσχέδιο σεναρίου τον Μάρτιο του 2021, την ώρα που η άλλη μου ταινία (σ.σ. “Σελήνη, 66 ερωτήσεις”) έκανε διαδικτυακά πρεμιέρα στην Μπερλινάλε. Ημουν πολύ στενοχωρημένη με τη σκέψη ότι άνθρωποι σε ένα λάπτοπ βλέπουν την ταινία για την οποία κόπιασα τόσο – και όταν είμαι στενοχωρημένη δουλεύω. Επίσης, εκείνη την περίοδο είχε πολλή αστυνομία στα Εξάρχεια όπου μένω. Θυμάμαι έρημους δρόμους και μόνο τα στένσιλ στους τοίχους με το πρόσωπο του Αλέξη δίπλα στους αστυνομικούς. Ετσι γεννήθηκε η ιδέα να κάνω μια ταινία για τη ζωή ενός παιδιού που δεν ξέρει ότι θα έχει αυτό το μοιραίο τέλος», εξηγεί η ίδια.

Το πρώτο μέρος του φιλμ είναι μια μάλλον συνηθισμένη ιστορία ενηλικίωσης, η οποία σύμφωνα με τη Λέντζου περιέχει και αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία. «Στηρίζομαι σε βιώματα που ξέρω ότι μπορώ να τα αναπαραστήσω με ρεαλισμό και ειλικρίνεια· ακόμη δεν νιώθω άνετα να κάνω ταινία για κάτι που δεν γνωρίζω καθόλου». Από ένα σημείο και έπειτα, ωστόσο, η αφήγηση παίρνει μια υπερρεαλιστική στροφή, περνώντας πια στο πεδίο του ασυνείδητου, του αφηρημένου και του εξώκοσμου. «Επειτα από 14 χρόνια λακανικής ψυχανάλυσης, θα ήταν αδύνατο να μην πιστεύω στο ασυνείδητο και στο αόρατο. Δεν ήθελα να κάνω μια καταγγελτική ταινία απέναντι στην κοινωνία για τα κακώς κείμενα –αυτά τα γνωρίζουμε όλοι–, ήθελα να δείξω κάτι διαφορετικό, ανοίγοντας ένα παράθυρο προς το φαντασιακό, το μυστικό», σημειώνει η Λέντζου, η οποία τολμάει να εξερευνήσει και το «μετά» της ηρωίδας της.
«Μου φαίνεται τρυφερό και γλυκό να γίνει μια σύνδεση με την έννοια της μνήμης. Η απουσία γίνεται μια άλλου είδους παρουσία. Πιστεύω ότι στη γειτονιά μου, τα Εξάρχεια, έχει γίνει ακριβώς αυτό με τον Αλέξη. Προσωπικά δεν τον ήξερα, όμως υπάρχουν παντού ψήγματα που τον θυμίζουν. Επίσης, έχω το όνομα του παππού που δεν γνώρισα ποτέ γιατί έφυγε νέος. Αυτή ήταν μια απώλεια που δεν ξεπεράστηκε ποτέ στην οικογένεια. Το αποτέλεσμα ήταν να μεγαλώνω σε ένα σπίτι όπου μιλούσαν συνεχώς για κάποιον που δεν είχα γνωρίσει, όμως ήταν εκεί μέσω των αναμνήσεων των άλλων».
Σε αισθητικό επίπεδο, όλη αυτή η επικοινωνία με το αόρατο εκφράζεται μέσα από χρωματικά και ηχητικά «τοπία», που θα συναντούσε ίσως κανείς σε μια εγκατάσταση σύγχρονης τέχνης. Για τον θεατή του σινεμά, βέβαια, κάτι τέτοιο δεν είναι και τόσο συνηθισμένο. «Προφανώς έχω πάρει πολλά ρίσκα, και φορμαλιστικά και ως προς το περιεχόμενο, όμως αυτό με ενδιαφέρει να κάνω. Δεν με ενδιαφέρει κάτι ασφαλές. Μου αρέσει να βγάζω φωτογραφίες με μηχανές είτε μιας χρήσης είτε πολύ παλιές, όπου δεν υπάρχει κάποιο σύστημα ελέγχου ή προσαρμογής, απλώς φωτογραφίζεις ό,τι βλέπεις. Εκεί εμφανίζονται περίεργα πράγματα, παιχνίδια του φωτός, οργανικά εφέ από τα χημικά. Ετσι είναι φτιαγμένη και η ταινία, τα πάντα είναι οργανικά, φυσικά. Για εμένα είναι πολύ σημαντικό ο τρόπος να πληροφορεί το περιεχόμενο και το περιεχόμενο τον τρόπο», λέει η Λέντζου.
Ενδιαφέρον έχει πάντως και το πώς… έπεισε τους παραγωγούς της να στηρίξουν ένα τόσο ιδιαίτερο πρότζεκτ: «Συνήθως οι παραγωγοί θέλουν μια σαφή αναφορά για να σου δώσουν τα χρήματα. Με τι θα μοιάζει; Για το δεύτερο κομμάτι, οι δικές μου αναφορές ήταν περισσότερο εικαστικές: Μαν Ρέι, Ντισάμπ, Καντίνσκι. Οπότε τους είπα: “Μέχρι ένα σημείο είναι ταινία ενηλικίωσης, γλυκιά, γειωμένη. Μετά πρέπει να πάρετε κι εσείς τα ρίσκα σας”».
