
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 6 Νοεμβρίου. Διαβάστε το συναξάρι των
τιμώμενων αγίων
της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Παύλος ο Ομολογητής, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Λεονάρδος ο Ομολογητής (Leonard of Noblac) και Οσιος Αγάπιος Λεονάρδος ο Πρεσβύτερος
Παύλος ο Ομολογητής, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως
Από τις ηρωικές και ταλαιπωρημένες μορφές της πρώιμης Εκκλησίας, αγωνίστηκε με πάθος κατά της αίρεσης του Αρειανισμού και, λόγω της ακλόνητης πίστης του, εξορίστηκε τρεις φορές και τελικά δολοφονήθηκε. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του 4ου αι. και εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου υπηρέτησε αρχικά ως διάκονος και γραμματέας του ευλαβούς πατριάρχη Αλεξάνδρου, μετά την κοίμηση του οποίου, το 337, ο ορθόδοξος λαός τον εξέλεξε διάδοχό του.
Η εκλογή του προκάλεσε την οργή των Αρειανών και του αρειανόφιλου αυτοκράτορα της Ανατολής Κωνστάντιου Β΄, που τον εκθρόνισε βίαια, τοποθετώντας στη θέση του αιρετικούς επισκόπους, όπως τον Ευσέβιο Νικομηδείας και τον Μακεδόνιο. Κατά τη διάρκεια των διωγμών του, ο Παύλος κατέφευγε στη Ρώμη, όπου συνάντησε τον άλλον μεγάλο εξόριστο της Ορθοδοξίας, τον Μ. Αθανάσιο, και έλαβε τη στήριξη του Ορθόδοξου αυτοκράτορα της Δύσης Κώνστα. Μετά τη δολοφονία του προστάτη του, ο Κωνστάντιος βρήκε την ευκαιρία να απαλλαγεί οριστικά από τον Παύλο. Τον εξόρισε στην απομακρυσμένη Κουκουσό της Καππαδοκίας και το 350, ενώ ο Αγιος τελούσε τη Θεία Λειτουργία, φανατικοί Αρειανοί εισέβαλαν στον ναό, τον ακινητοποίησαν και τον έπνιξαν με το ίδιο του το ωμοφόριο. Το 381 ο αυτοκράτορας Μ. Θεοδόσιος μετέφερε το άφθαρτο λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη με μεγάλες τιμές, αλλά κατά την περίοδο της Λατινοκρατίας (1226), το ιερό σκήνωμα κλάπηκε από τους Σταυροφόρους και μεταφέρθηκε στη Βενετία, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα.
Ο Αγ. Παύλος καθιερώθηκε ως ο επίσημος προστάτης των Ιεροψαλτών, κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο υπερασπίστηκε την Ορθοδοξία απέναντι στους Αρειανούς, χρησιμοποιώντας τη δύναμη της εκκλησιαστικής υμνωδίας. Οι Αρειανοί στην Κωνσταντινούπολη, για να παρασύρουν τον απλό λαό συνέθεταν δικούς τους ύμνους με εύκολες και ελκυστικές μελωδίες, τους οποίους έψελναν ομαδικά σε δημόσιους χώρους, πλατείες και λιτανείες. Ο Παύλος κατάλαβε ότι η μουσική είναι ισχυρό μέσο κατήχησης, γι’ αυτό οργάνωσε αμέσως αντιλιτανείες με ορθόδοξους ψαλμούς και ύμνους, που διακήρυτταν τη θεότητα του Χριστού, και έβαλε τον λαό να ψάλλει ομαδικά στους δρόμους. Ωστόσο, για να γίνονται αυτές οι ορθόδοξες αγρυπνίες και λιτανείες σωστά, τοποθέτησε συστηματικά τους ιεροψάλτες της εποχής σε οργανωμένους χορούς, δεξιό και αριστερό. Επειδή οι ιεροψάλτες βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή αυτών των πνευματικών και, συχνά, σωματικών συγκρούσεων με τους Αρειανούς, ο Αγιος τους στήριζε, τους καθοδηγούσε και τους προστάτευε ως πνευματικός τους πατέρας. Το γεγονός, επίσης, ότι οι Αρειανοί τον έπνιξαν με το ίδιο του το ωμοφόριο, συνδέθηκε στη συνείδηση της Εκκλησίας με τον λαιμό και τις φωνητικές χορδές, που είναι το βασικό «όργανο» του ιεροψάλτη. Για τους λόγους αυτούς, η Ομοσπονδία Συλλόγων Ιεροψαλτών Ελλάδος (ΟΜΣΙΕ) και οι κατά τόπους ιεροψαλτικοί σύλλογοι τιμούν τον Αγιο Παύλο στις 6 Νοεμβρίου ως τον δικό τους άγιο, πραγματοποιώντας πανηγυρικές θείες λειτουργίες και εκδηλώσεις.
Λεονάρδος ο Ομολογητής (Leonard of Noblac)
Φράγκος ευγενής, ο οποίος εγκατέλειψε τα πλούτη της βασιλικής αυλής για να γίνει ασκητής, αφήνοντας εποχή για τη φιλανθρωπία του και τη θαυματουργή απελευθέρωση αιχμαλώτων και φυλακισμένων. Γεννήθηκε στη Γαλατία (σημερινή Γαλλία) το 496 από Φράγκους γονείς με υψηλά αξιώματα, μεγάλωσε στην αυλή του βασιλιά Χλωδοβίκου Α΄ (Clovis I), ιδρυτή της δυναστείας των Μεροβιγγείων, και βαπτίστηκε τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς από τον Αγ. Ρεμίγιο επίσκοπο Ρημών (Ρενς – Reims), έχοντας για ανάδοχο τον ίδιο τον βασιλιά.
Αν και προοριζόταν για λαμπρή στρατιωτική καριέρα, αρνήθηκε τα εγκόσμια αξιώματα και αντί για πλούτη, ζήτησε από τον βασιλιά ένα μοναδικό προσωπικό προνόμιο, το δικαίωμα να ελευθερώνει όποιους φυλακισμένους έκρινε ο ίδιος άξιους, οποιαδήποτε στιγμή. Χάρη σε αυτό, έσωσε και αναμόρφωσε πλήρως τη ζωή εκατοντάδων αιχμαλώτων και κατατρεγμένων. Αφού αρνήθηκε την πρόταση να γίνει επίσκοπος, εκάρη μοναχός στη Μονή Micy κοντά στην Ορλεάνη, επιζητώντας όμως την απόλυτη ησυχία, αποσύρθηκε στο πυκνό δάσος του Λιμουζέν (Limousin), ζώντας με αυστηρή προσευχή και νηστεία. Σύμφωνα με την παράδοση, μια μέρα, ο βασιλιάς κυνηγούσε στο δάσος μαζί με την έγκυο βασίλισσα, η οποία ξαφνικά παρουσίασε επιπλοκές και κινδύνευε να πεθάνει στη γέννα. Με τις θερμές προσευχές, όμως, του Αγίου, η βασίλισσα γέννησε με ασφάλεια ένα υγιές αγόρι. Ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο βασιλιάς του πρόσφερε όση γη μπορούσε να γυρίσει με ένα γαϊδουράκι μέσα σε μία ημέρα. Στη γη αυτή ο Αγιος έχτισε τη Μονή του Νομπλάκ, όπου συγκέντρωσε πολλούς από τους φυλακισμένους που είχε ελευθερώσει, δίνοντάς τους κτήματα για να εργαστούν και βοηθώντας τους να επανενταχθούν στην κοινωνία με αξιοπρέπεια. Κοιμήθηκε οσιακά στις 6 Νοεμβρίου 559.
Οσιος Αγάπιος Λεονάρδος ο Πρεσβύτερος
Κατά κόσμον Ασημάκης, υπήρξε διαπρεπής λόγιος, διδάσκαλος του Γένους, κανονολόγος και ιερομόναχος, έδρασε δε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας προσφέροντας ανεκτίμητες υπηρεσίες στην παιδεία, τη διατήρηση της ορθόδοξης πίστης και την πνευματική αφύπνιση των Ελλήνων πριν από την Επανάσταση του 1821. Γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Αρκαδίας το 1740, τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στην πατρίδα του, πιθανόν στη Μονή Φιλοσόφου, και συνέχισε τις σπουδές του στην Τρίπολη. Το 1759, σε ηλικία 19 ετών, ξεκίνησε για το Αγιον Ορος, με σκοπό να ακούσει τα μαθήματα του Ευγενίου Βουλγάρεως, αλλά τελικά κατέληξε στη Σμύρνη, όπου σπούδασε στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή, κοντά στον σπουδαίο διδάσκαλο Ιερόθεο Δενδρινό, με την προτροπή του οποίου εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το όνομα Αγάπιος.
Μαζί με τον συμπατριώτη του, λόγιο μοναχό Γεράσιμο Γούνα, επέστρεψε στη Δημητσάνα για να διδάξει, όταν όμως η σχολή έκλεισε λόγω των καταστροφικών Ορλοφικών (1770), αναγκάστηκε να καταφύγει ξανά στη Σμύρνη και τη Χίο. Το 1781 διορίστηκε διευθυντής της Ευαγγελικής Σχολής, όμως το ανήσυχο πνεύμα του τον ώθησε σύντομα σε μεγαλύτερη δράση. Ανέπτυξε τεράστιο ιεραποστολικό και διδακτικό έργο, καθώς περιόδευσε σε Θεσσαλία, Μακεδονία, Θράκη, Αγιο Ορος, Αίγυπτο, Αραβία και Παλαιστίνη, λόγω δε του προσκυνήματός του στους Αγίους Τόπους, ο λαός τον αποκαλούσε με σεβασμό «Χατζη-Αγάπιο». Υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας εκκλησιαστικών, κανονολογικών και παιδαγωγικών βιβλίων, τα οποία τυπώνονταν στη Βενετία για να διανεμηθούν στους υπόδουλους Ελληνες. Το 1812 επέστρεψε στη Δημητσάνα και λίγο αργότερα αποσύρθηκε στο Αργος, όπου και κοιμήθηκε οσιακά στις 14 Φεβρουαρίου 1815.
Τιμάται επίσης η μνήμη: οσίου Λουκά εν Σικελία, μάρτυρος Νικάνδρου, Παύλου του διά Χριστόν σαλού εν Κορίνθω, Δημητριανού επισκόπου Χύτρων εν Κύπρω, οσίου Βαρλαάμ εν Χουτίν, οσίου Βαρλαάμ της λίμνης Κέρετς και Γερμανού αρχιεπισκόπου Καζάν.
Σύνταξη και Επιμέλεια:
Νίκος Πατρίκης, Ιωάννης Ε. Χρυσάφης
