Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 28 Σεπτεμβρίου. Διαβάστε το συναξάρι των
τιμώμενων αγίων
της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Προφήτης Βαρούχ, Αγιος Βεντσεσλάβος (τσεχ. Václav – Wenceslas) και Οσιος Φαύστος της Ριέζ (Faustus of Riez)
Προφήτης Βαρούχ
Από τα εξέχοντα πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, διετέλεσε γραμματέας, πιστός φίλος και συνοδοιπόρος του μεγάλου προφήτη Ιερεμία, με τη ζωή και το έργο του να περιγράφονται στο βιβλίο του Ιερεμία, καθώς και στο ομώνυμο προφητικό βιβλίο, το οποίο ανήκει στα λεγόμενα Δευτεροκανονικά κείμενα της Π. Διαθήκης. Ηταν γιος του Νηρία, ανήκε σε επιφανή οικογένεια της Ιερουσαλήμ, ο αδελφός του, Σεραΐας, κατείχε υψηλό αξίωμα στην αυλή του βασιλιά Σεδεκία, το δε όνομά του στα εβραϊκά σημαίνει «ευλογημένος». Λόγω της μόρφωσής του, έγινε ο προσωπικός γραμματέας του Ιερεμία, κατέγραφε τις θεόπνευστες προφητείες του για την επερχόμενη καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλωνίους και, όταν ο Ιερεμίας φυλακίστηκε από τον βασιλιά Ιωακείμ, ανέλαβε εκείνος το επικίνδυνο έργο να διαβάσει δημόσια στον ναό τις προφητείες. Ο βασιλιάς τότε, ακούγοντας τις προφητείες εξοργίστηκε, έκαψε το χειρόγραφο και διέταξε τη σύλληψη του Ιερεμία και του Βαρούχ.
Μετά την πτώση της Ιερουσαλήμ από τον Ναβουχοδονόσορα το 586, ο Βαρούχ παρέμεινε στις στάχτες της πόλης μαζί με τον Ιερεμία, προσφέροντας πνευματική παρηγοριά στον εναπομείναντα λαό, αλλά μετά τη δολοφονία του διοικητή Γοδολία, φοβούμενοι την εκδίκηση των Βαβυλωνίων, οι εναπομείναντες Ιουδαίοι αποφάσισαν να καταφύγουν στην Αίγυπτο. Εκεί, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ο Βαρούχ πέθανε λίγο μετά τον θάνατο του Ιερεμία, γύρω στο 580 ή, κατά μία άλλη εκδοχή, μετά τον θάνατο του δασκάλου του μετακινήθηκε στη Βαβυλώνα, όπου και εκοιμήθη.
Το βιβλίο του Βαρούχ περιέχει θρήνους για την καταστροφή, εξομολόγηση αμαρτιών και λόγους ελπίδας. Στη χριστιανική θεολογία, το βιβλίο αυτό θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για μία συγκεκριμένη και ξεκάθαρη προφητεία για την ενανθρώπηση του Χριστού (Βαρ. 3,36 – 38): «Ούτος ο Θεός ημών, ού λογισθήσεται έτερος προς αυτόν. Εξεύρε πάσαν οδόν επιστήμης και έδωκεν αυτήν Ιακώβ τω παιδί αυτού και Ισραήλ τω ηγαπημένω υπ’ αυτού. Μετά δε τούτο επί της γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη». Η φράση «ού λογισθήσεται έτερος προς αυτόν» τονίζει την απόλυτη μονοθεΐα και ο Θεός που έρχεται στον κόσμο δεν είναι ένας κατώτερος θεός ή ένας απλός άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο αληθινός Θεός. Η φράση «επί της γης ώφθη» (εμφανίστηκε) και «τοις ανθρώποις συνανεστράφη» αποτελεί την καρδιά του χριστιανικού δόγματος. Ο ασώματος και αόρατος Θεός παίρνει πραγματική ανθρώπινη σάρκα και οστά, γεννιέται στη Βηθλεέμ και περπατά ανάμεσα στους ανθρώπους. Λόγω αυτής της τεράστιας δογματικής σημασίας, η περικοπή αυτή έχει οριστεί από την Εκκλησία να διαβάζεται αυτούσια ως το τρίτο Προφητικό Ανάγνωσμα κατά τον Μεγάλο Εσπερινό της παραμονής των Χριστουγέννων και ακούγεται τη στιγμή που ο πιστός προετοιμάζεται πνευματικά να υποδεχθεί το μυστήριο της Γέννησης.
Το όνομα του Βαρούχ ήταν τόσο σεβαστό στην αρχαιότητα, ώστε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες κυκλοφόρησαν διάφορα απόκρυφα κείμενα (ψευδεπίγραφα) στο όνομά του, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην Αγία Γραφή. Τα δύο πιο διάσημα είναι: 1) η συριακή Αποκάλυψη Βαρούχ, που γράφτηκε πιθανότατα στα τέλη του 1ου ή στις αρχές του 2ου αι., αμέσως μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους το 70. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον θρήνο του Βαρούχ για την πρώτη καταστροφή της πόλης από τους Βαβυλωνίους, για να παρηγορήσει τους Ιουδαίους της εποχής του που ζούσαν τη δεύτερη καταστροφή της από τους Ρωμαίους. Περιλαμβάνει οράματα για το τέλος του κόσμου, τον ερχομό του Μεσσία, την τελική κρίση και την ανάσταση των νεκρών. 2) Η ελληνική Αποκάλυψη Βαρούχ. Γράφτηκε επίσης γύρω στον 2ο αι. στην ελληνική γλώσσα και παρουσιάζει έντονες επιδράσεις τόσο από την ιουδαϊκή όσο και από την πρώιμη χριστιανική παράδοση. Περιγράφει ένα μυστηριώδες ταξίδι του Βαρούχ, ο οποίος οδηγείται από άγγελο μέσα από τους επτά ουρανούς και ο Βαρούχ βλέπει οράματα και παράδοξα πράγματα.
Αγιος Βεντσεσλάβος (τσεχ. Václav – Wenceslas)
Δούκας της Βοημίας και κύριος προστάτης άγιος της Τσεχίας. Αν και έφερε τον τίτλο του δούκα, ο αυτοκράτορας Οθων Α΄ του απένειμε μεταθανάτια τον τίτλο του βασιλιά, γι’ αυτό και έμεινε γνωστός στην ιστορία και στους θρύλους ως «βασιλιάς των Τσέχων». Γιος του χριστιανού δούκα Βρατισλάβου Α΄ και της ειδωλολάτρισσας Δραγομίρας, ανατράφηκε από τη χριστιανή γιαγιά του, Αγ. Λουντμίλα και έμαθε να διαβάζει σλαβονικά, ελληνικά και λατινικά. Η μητέρα του, ζηλεύοντας την επιρροή της Λουντμίλας, διέταξε τη δολοφονία της, αλλά όταν ανέλαβε τον θρόνο σε νεαρή ηλικία μετά τον θάνατο του πατέρα του (περ. 921-925), υποστήριξε θερμά την Εκκλησία και έχτισε πολλούς ναούς, ανάμεσά τους και τον καθεδρικό του Αγ. Βίτου στην Πράγα. Εμεινε δε ονομαστός για τη φροντίδα των φτωχών, των ορφανών και των χήρων.

Ασκησε ειρηνική πολιτική, συμμαχώντας με τον Γερμανό βασιλιά Ερρίκο Α΄ τον Ορνιθοθήρα για να προστατεύσει τη Βοημία, αλλά η φιλοχριστιανική και ειρηνική πολιτική του προκάλεσε την αντίδραση της παγανιστικής αριστοκρατίας και του αδελφού του Μπόλεσλαβ, ο οποίος τον κάλεσε σε μια γιορτή στη σημερινή πόλη Στάρα Μπόλεσλαβ και τον δολοφόνησε στις 28 Σεπτεμβρίου 935. Αμέσως, σχεδόν, ανακηρύχθηκε μάρτυρας και άγιος λόγω της βαθιάς του πίστης και τα λείψανά του μεταφέρθηκαν αργότερα στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Βίτου στην Πράγα.
Ο Βεντσεσλάβος θεωρείται διαχρονικό σύμβολο του τσεχικού κράτους, η ημέρα του θανάτου του είναι επίσημη εθνική εορτή και η μορφή του κυριαρχεί στην τέχνη, στα μνημεία και στη νομισματοκοπία της χώρας από τον Μεσαίωνα μέχρι και σήμερα. Το πιο διάσημο έργο τέχνης είναι το χάλκινο έφιππο άγαλμα του γλύπτη Josef Václav Myslbek στην Πράγα, όπου τον παρουσιάζει ως ένοπλο δούκα με δόρυ και ασπίδα, ενώ στη βάση του περιβάλλεται από άλλους τέσσερις προστάτες αγίους της Τσεχίας (Λουντμίλα, Αγνή, Προκόπιο και Αδάλμπερτο). Η ζωή του είναι ζωγραφισμένη στους τοίχους του περίφημου Παρεκκλησίου του Τιμίου Σταυρού στο Κάστρο Κάρλσταϊν, καθώς και σε αμέτρητους μπαρόκ ναούς της Βοημίας από σπουδαίους ζωγράφους όπως ο Karel Škréta, ενώ κάθε φορά που κάποιος χρησιμοποιεί το κέρμα των 20 κορονών στην Τσεχία, κρατάει στα χέρια του τον Αγιο.
Η ζωή και ο θάνατός του συνοδεύονται από πολλούς θρύλους και αναφορές σε θαύματα, τα οποία καταγράφηκαν στα πρώτα σλαβονικά και λατινικά αγιολογικά κείμενα του 10ου αι. Σύμφωνα με τον θρύλο, κατά τη διάρκεια μιας συνέλευσης της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο Βεντσεσλάβος καθυστέρησε να φτάσει επειδή προσευχόταν και ο αυτοκράτορας Ερρίκος Α΄ εξοργίστηκε και διέταξε να μην του δώσει κανείς σημασία. Οταν όμως ο Αγιος μπήκε στην αίθουσα, ο αυτοκράτορας είδε δύο αγγέλους να τον συνοδεύουν και έναν φωτεινό σταυρό να λάμπει πάνω από το κεφάλι του. Τότε σηκώθηκε αμέσως από τον θρόνο του για να τον υποδεχτεί με τιμές. Ανάλογο θαύμα μαρτυρείται κατά τη διάρκεια της μονομαχίας του με τον επαναστάτη πρίγκιπα Ράντσελας (Radslav) για την αποφυγή αιματοχυσίας του στρατού, όταν ο Ράντσελας είδε ξαφνικά αγγέλους να προστατεύουν τον Βεντσεσλάβο και έναν σταυρό στο μέτωπό του, με αποτέλεσμα να πέσει αμέσως στα γόνατα, να ζητήσει συγχώρεση και να υποταχθεί ειρηνικά.
Ο θρύλος των Ιπποτών του Μπλάνικ (Blaník) είναι ο πιο διάσημος εθνικός θρύλος της Τσεχίας και αναφέρει ότι εντός του όρους Μπλάνικ «κοιμάται» στρατός από Τσέχους ιππότες, με αρχηγό τον Αγιο Βεντσεσλάβο και, όταν η Τσεχία βρεθεί στη μεγαλύτερη και πιο σκοτεινή κρίση της ιστορίας της και κινδυνεύσει με απόλυτη καταστροφή, το βουνό θα ανοίξει, ο Βεντσεσλάβος θα ξυπνήσει, θα ιππεύσει το λευκό του άλογο κρατώντας το ιερό του σπαθί και θα οδηγήσει τους ιππότες στη μάχη για να σώσει και να ελευθερώσει το έθνος.
Οσιος Φαύστος της Ριέζ (Faustus of Riez)
Ενας από τους εξέχοντες, λόγιους και δραστήριους επισκόπους της Γαλατίας (σημερινής Γαλλίας) κατά τον 5ο αι., καθώς υπήρξε προασπιστής του μοναχισμού, ρήτορας και θεολόγος, γνωστός κυρίως για τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στις θεολογικές διαμάχες για τη θεία χάρη και την ελεύθερη βούληση.
Γεννήθηκε στη Ρωμαϊκή Βρετανία (400-410), αλλά σε νεαρή ηλικία μετοίκησε με την ευσεβή μητέρα του στη νότια Γαλατία, όπου έλαβε λαμπρή μόρφωση στη ρητορική και τη φιλοσοφία, ενώ ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι πιθανόν είχε εκπαιδευτεί και ως νομικός. Εγκατέλειψε, ωστόσο, τον κοσμικό βίο και εισήλθε στη Μονή του Λερίνου, στα νησιά απέναντι από τις Κάννες, όπου χειροτονήθηκε ιερέας και διακρίθηκε για την αυστηρή του άσκηση, ενώ το 433 διαδέχθηκε τον Αγ. Μάξιμο ως τρίτος ηγούμενος της μονής, θέση που διατήρησε για περίπου 25 χρόνια, και αργότερα εξελέγη Επίσκοπος της πόλης Ριέζ στην Προβηγκία. Παρά το αξίωμά του, διατήρησε τον απόλυτα ασκητικό τρόπο ζωής του και ίδρυσε πολλά νέα μοναστήρια στην επαρχία του, παράλληλα με την πολεμική που ανέπτυξε ενάντια στον Αρειανισμό και την αίρεση του Μακεδονίου, που είχαν εξαπλωθεί στην περιοχή λόγω των γειτονικών γοτθικών φύλων. Η σθεναρή αυτή αντίστασή του προκάλεσε την οργή του αρειανού βασιλιά των Βησιγότθων Ευρίχου, που τον εξόρισε για οκτώ χρόνια, αλλά επέστρεψε στο ποίμνιό του στη Ριέζ μετά τον θάνατο του βασιλιά το 484.
Προσπάθησε να βρει μια μέση οδό ανάμεσα στον Πελαγιανισμό, που υποστήριζε ότι ο άνθρωπος σώζεται μόνο με τις δυνάμεις του χωρίς ανάγκη της θείας χάρης, και τον ακραίο Αυγουστινιασμό, που μιλούσε για απόλυτο προορισμό, και στο σπουδαιότερο έργο του De gratia Dei («Περί της Θείας Χάριτος»), δίδαξε ότι η σωτηρία είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας (συνέργειας) της θείας χάρης και της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου, θέση που ασπάζεται η ορθόδοξη θεολογία, γι’ αυτό και έγινε δεκτή στις συνόδους της Αρελάτης (473) και του Λουγδούνου (474). Στη Δυτική, ωστόσο, Εκκλησία, καθώς αυτή ενστερνίστηκε τη θεολογία του ιερού Αυγουστίνου, ο Φαύστος έμεινε στην ιστορία ως ο βασικός εκφραστής του Ημιπελαγιανισμού και οι θέσεις του κρίθηκαν αργότερα υπερβολικά ευνοϊκές προς την ανθρώπινη ελευθερία και καταδικάστηκαν μεταθανάτια.
Τιμάται επίσης η μνήμη: οσίου Χαρίτωνος του ομολογητού, μαρτύρων Μάρκου, Αλεξάνδρου, Αλφειού, Ζωσίμου, Νίκωνος, Νέωνος, Ηλιοδώρου εν Αντιοχεία, μαρτύρων Καλλινίκου και Ευσταθίου εν Ρώμη, Αλκίσωνος επισκόπου Νικοπόλεως, οσίου Αυξεντίου εν Κύπρω, οσίου Ηρωδίωνος παρά την λίμνην Ιλοζέρσκ, οσίου Χαρίτωνος εν Σιανζέμσκ της Βολογκντά και οσίων Κυρίλλου και Μαρίας γονέων οσίου Σεργίου του Ραντονέζ.
Σύνταξη και Επιμέλεια:
Νίκος Πατρίκης, Ιωάννης Ε. Χρυσάφης
