
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 27 Αυγούστου. Διαβάστε το συναξάρι των
τιμώμενων αγίων
της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Αρκάδιος
- Λιβέριος
- Φανουρία, Φανούριος
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Φανούριος ο Νεοφανής και Μεγαλομάρτυς, Οσιος Ποιμήν ο Θεοφόρος και Λιβέριος ο Ομολογητής Πάπας Ρώμης
Φανούριος ο Νεοφανής και Μεγαλομάρτυς
Δημοφιλής και αγαπητός άγιος της Ορθοδοξίας. Αν και η ζωή του παραμένει ιστορικά άγνωστη, η εύρεση της εικόνας του στα μέσα του 14ου αι. καθόρισε την τιμή του και γέννησε ένα από τα πιο ζωντανά έθιμα της ελληνικής παράδοσης, τη φανουρόπιτα. Χωρίς να υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες ή αναφορές σε αρχαίους συναξαριστές, όλα όσα γνωρίζουμε ξεκίνησαν στη Ρόδο γύρω στο 1350 – 1360, όταν κατά τη διάρκεια ανασκαφών για την αναστήλωση των τειχών της πόλης της Ρόδου οι εργάτες βρήκαν τα ερείπια αρχαίου ναού και μέσα στα χαλάσματα βρέθηκε εικόνα εξαιρετικής τέχνης που είχε διατηρηθεί σε άριστη κατάσταση.
Ο τότε Μητροπολίτης Ρόδου Νείλος Β΄ ο Διασωριανός καθάρισε την εικόνα, η οποία δεν έδειχνε απλώς τη μορφή του αγίου, αλλά περιείχε γύρω γύρω 12 μικρότερες παραστάσεις, οι οποίες περιέγραφαν λεπτομερώς το φρικτό μαρτύριο που υπέστη ως στρατιωτικός: 1. Ο άγιος εμφανίζεται να ομολογεί την πίστη του μπροστά στον δικαστή. 2. Στρατιώτες τον χτυπούν με πέτρες στο στόμα και στην κεφαλή. 3. Τον απλώνουν στο έδαφος και τον δέρνουν με ξύλα. 4. Στη φυλακή του σκίζουν τις σάρκες με σιδερένια νύχια. 5. Ομολογεί ξανά την πίστη του μπροστά στον τύραννο. 6. Τον βασανίζουν δεμένο πάνω σε τροχό. 7. Τον ρίχνουν σε λάκκο με άγρια θηρία, τα οποία όμως τον σέβονται και δεν τον πειράζουν. 8. Τον καταπλακώνουν με τεράστια πέτρα. 9. Τον βάζουν μπροστά σε είδωλα κρατώντας αναμμένα κάρβουνα στα χέρια του, αλλά εκείνος καίει τα είδωλα με την προσευχή του. 10. Τον ρίχνουν μέσα σε καζάνι που βράζει. 11. Τον κλείνουν μέσα σε αναμμένη κάμινο. 12. Στο τέλος, ο άγιος ξεψυχά πάνω στα αναμμένα κάρβουνα, λαμβάνοντας τον στέφανο του μαρτυρίου. Από τη στρατιωτική του ενδυμασία και το ύφος της εικόνας, οι μελετητές συμπεραίνουν ότι ο Φανούριος ήταν νεαρός στρατιώτης που μαρτύρησε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, πιθανώς επί Διοκλητιανού.
Το όνομά του από το ρήμα φαίνω, που σημαίνει φανερώνω, συνδέθηκε γρήγορα στη λαϊκή συνείδηση με τη φανέρωση χαμένων αντικειμένων, ανθρώπων, υγείας ή καλής τύχης. Οταν οι πιστοί ζητούν από τον άγιο να τους φανερώσει κάτι, του τάζουν μια πίτα και, μόλις το αίτημά τους εκπληρωθεί, τη φτιάχνουν με 7 ή 9 υλικά, τη μεταφέρουν στην Εκκλησία για να ευλογηθεί από τον ιερέα και τη μοιράζουν στους πιστούς. Στη λαϊκή παράδοση δημιουργήθηκε ο μύθος ότι η μητέρα του αγίου ήταν σκληρή, αμαρτωλή και άπληστη γυναίκα. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, ο άγιος δεν ζήτησε ποτέ τίποτα για τον εαυτό του, αλλά είπε: «Οποιος φτιάχνει μια πίτα, να λέει, Θεός σχωρέστ’ τη μάνα του Φανουρίου». Αν και η ιστορία αυτή δεν υποστηρίζεται από τη θεολογία ή τα επίσημα εκκλησιαστικά κείμενα, παραμένει, ωστόσο, πολύ ζωντανή ως λαϊκό έθιμο. Μετά την εύρεση της εικόνας στη Ρόδο, ο Νείλος έχτισε ξανά τον κατεστραμμένο ναό του αγίου, ο οποίος μαρτυρείται ότι έγινε κέντρο μεγάλων θαυμάτων. Από εκεί, η τιμή του εξαπλώθηκε στην Κρήτη, όπου σώζονται πολλά αρχαία μοναστήρια αφιερωμένα σε αυτόν, στην υπόλοιπη Ελλάδα και σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο.
Μολονότι ο βίος του αγίου δεν έχει καμία σχέση με τη θεατρική τέχνη, θεωρείται προστάτης άγιος των καραγκιοζοπαιχτών, ακριβώς επειδή τους «φανερώνει» δουλειές. Υπήρχε, μάλιστα, και λάβαρο του Πανελλήνιου Σωματείου Θεάτρου Σκιών με την απεικόνισή του, το οποίο, δυστυχώς, δεν διασώζεται σήμερα παρά μόνο σε μεταπολεμικό ασπρόμαυρο φωτογραφικό υλικό, με τους παλιούς καραγκιοζοπαίχτες Νίκο Ζαβραδινό, Κώστα Μάνο, Τάκη Μελλίδη, Μήτσο Μώρο, Ανδρέα Νικητόπουλο και Σωτήρη Σπαθάρη, με τον τελευταίο να εικονίζεται καθιστός κάτω από το λάβαρο.
Ο Οσιος Ποιμήν ο Θεοφόρος
Πρότυπο μοναχού και φωτισμένου γέροντος, άφησε ισχυρό αποτύπωμα ως αμερόληπτου και δίκαιου ποιμένος. Γεννήθηκε στην Αίγυπτο γύρω στο 340 και σε ηλικία μόλις 15 ετών άφησε την οικογένεια και την κατοικία του και πήγε να συναντήσει τα έξι αδέλφια του στη μονή που ασκήτευαν όλοι μαζί. Σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινε ευρέως γνωστός για τη σοφία και την αμεροληψία του, προσελκύοντας πάρα πολλούς πιστούς που ζητούσαν συμβουλή ή καθοδήγηση. Μια πολύ γνωστή ιστορία αναφέρει ότι η μητέρα τους ταξίδεψε στην έρημο για να τους δει, καθώς της έλειπαν πολύ. Τα αδέλφια, τότε, κλειδώθηκαν στο κελί και αρνήθηκαν να της ανοίξουν, ο δε Ποιμήν της φώναξε μέσα από την πόρτα: «Προτιμάς να μας δεις εδώ για λίγο ή στην αιώνια ζωή;». Εκείνη κατάλαβε, δάκρυσε και επέστρεψε ειρηνικά στο σπίτι της. Χαρακτηριστικός είναι και ο διάλογος με τον τοπικό ηγεμόνα που συνέλαβε τον γιο της αδελφής του για κάποιο παράπτωμα. Ο διοικητής προθυμοποιήθηκε να τον αφήσει ελεύθερο, αν το επιθυμούσε ο όσιος, αλλά εκείνος του απάντησε: «Εξέτασε τη θέση του και αν είναι ένοχος σε αδίκημα που επισύρει τον θάνατο, ας εκτελεσθεί. Διαφορετικά πράξε κατά την κρίση σου», απάντηση που θαύμασε ο ηγεμών για την αμεροληψία του και άφησε ελεύθερο τον ανιψιό του.
Η φήμη του Ποιμένος ως σοφού διακριτικού γέροντα εξαπλώθηκε σε όλη την αυτοκρατορία, με αποτέλεσμα ακόμα και ανώτατοι κρατικοί αξιωματούχοι να τον επισκέπτονται για να λάβουν τη συμβουλή του. Η θεολογία του ήταν κατεξοχήν πρακτική και επικεντρωνόταν στην αγάπη. Ηταν απόλυτος στο να μην κρίνουμε τους άλλους και, όταν τον ρώτησαν αν πρέπει να ξυπνούν έναν αδελφό που κοιμάται στην εκκλησία, εκείνος απάντησε: «Εγώ, όταν δω αδελφό να κοιμάται, βάζω το κεφάλι του στα γόνατά μου και τον αναπαύω». Δίδασκε, επίσης, ότι η άσκηση πρέπει να γίνεται με μέτρο, καθώς «δεν είμαστε σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι». Πίστευε ακόμα ότι ο μοναχός πρέπει να διδάσκει με τη σιωπή και τα έργα του. «Αν ο άνθρωπος δεν έχει έργα, όσα λόγια και να πει, είναι σαν ένα σπίτι ζωγραφισμένο που δεν μπορεί να σε προστατεύσει από τη βροχή». Ο όσιος έζησε πολλά χρόνια στην έρημο φτάνοντας σε βαθύ γήρας και εκοιμήθη ειρηνικά γύρω στο 450, αφήνοντας πίσω του μεγάλη πνευματική κληρονομιά που διαμόρφωσε τον ορθόδοξο μοναχισμό για τους επόμενους αιώνες, με πολλά αποφθέγματά του να έχουν διασωθεί στο γνωστό «Γεροντικόν».
Λιβέριος ο Ομολογητής Πάπας Ρώμης
Πολυκύμαντη μορφή της εκκλησιαστικής ιστορίας του 4ου αι., με την αρχιερατεία του (352 – 366) να συμπίπτει με την έξαρση της αίρεσης του Αρειανισμού και τη σφοδρή σύγκρουση της Εκκλησίας με τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο Β΄. Ρωμαίος στην καταγωγή, εκλέχθηκε επίσκοπος Ρώμης το 352 διαδεχόμενος τον αγ. Ιούλιο Α΄. Ο Κωνστάντιος Β΄, γιος του Μ. Κωνσταντίνου, ήταν φανατικός υποστηρικτής του Αρειανισμού και προσπάθησε να επιβάλει την αίρεση αυτή σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, πιέζοντας, μάλιστα, τους επισκόπους να καταδικάσουν τον Μ. Αθανάσιο Αλεξανδρείας, τον κύριο υπέρμαχο της Ορθοδοξίας. Ο Λιβέριος, τότε, αρνήθηκε κατηγορηματικά να υποκύψει στις αυτοκρατορικές πιέσεις και υπερασπίστηκε σθεναρά τον Αθανάσιο και τον όρο «ομοούσιος» που είχε θεσπιστεί στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (325). Παρά την άρνησή του, ο αυτοκράτορας έστειλε τον ευνούχο Ευσέβιο στη Ρώμη προσφέροντας στον Λιβέριο μεγάλα δώρα αν υποχωρούσε, αλλά και απειλές αν επέμενε. Οταν εκείνος απέρριψε τα δώρα και δήλωσε έτοιμος για κάθε θυσία, συνελήφθη νύχτα για να αποφευχθεί λαϊκή εξέγερση στη Ρώμη και οδηγήθηκε στα Μεδιόλανα, όπου, ύστερα από θυελλώδη λογομαχία με τον αυτοκράτορα, εξορίστηκε στην Μπερόη της Θράκης, στη σημερινή Βουλγαρία, στον δε θρόνο του επιβλήθηκε ο αρειανόφρων Φήλιξ Β΄.
Ο Λιβέριος παρέμεινε στην εξορία για περισσότερα από δύο χρόνια, στερημένος από το ποίμνιό του και υφιστάμενος συνεχείς πιέσεις από τον τοπικό αρειανό επίσκοπο Δημόφιλο. Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι, εξουθενωμένος από τις κακουχίες, υπέγραψε τελικά ένα θεολογικό κείμενο, το λεγόμενο «Σύνταγμα του Σιρμίου» (359) που απέφευγε τη λέξη «ομοούσιος» και δέχθηκε τη διαγραφή του Αθανασίου από τα δίπτυχα της Εκκλησίας. Ωστόσο, παρά την προσωρινή αυτή υποχώρηση, ο λαός της Ρώμης απαίτησε την επιστροφή του νόμιμου ποιμένα του, κι έτσι το 358 ο Λιβέριος επέστρεψε θριαμβευτικά στη Ρώμη, ακυρώνοντας αμέσως τις αρειανικές αποφάσεις, οργανώνοντας την ορθόδοξη παράταξη στη Δύση και αποκαθιστώντας πλήρως τις σχέσεις του με τον Αθανάσιο, ο οποίος τον συγχώρησε δείχνοντας απόλυτη κατανόηση για τις πιέσεις που δέχθηκε στην εξορία.
Ο άγιος συνδέεται με την ίδρυση μιας από τις πιο διάσημες εκκλησίες του κόσμου, τη Santa Maria Maggiore στη Ρώμη, έναν από τους πιο σημαντικούς και ιστορικούς ναούς της παγκόσμιας χριστιανικής τέχνης και τον αρχαιότερο ναό στη Δύση που είναι αφιερωμένος στην Παναγία. Σύμφωνα με την παράδοση, ένας πλούσιος Ρωμαίος πατρίκιος ονόματι Ιωάννης και η σύζυγός του, μην έχοντας παιδιά, αποφάσισαν να δωρίσουν την περιουσία τους στην Παναγία και προσευχήθηκαν να τους δείξει Εκείνη πώς να αξιοποιήσουν τα χρήματά τους. Το βράδυ, λοιπόν, της 4ης προς 5η Αυγούστου, η Θεοτόκος εμφανίστηκε ταυτόχρονα στα όνειρα του ζευγαριού και του Πάπα Λιβέριου, δίνοντάς τους την εντολή να χτίσουν ναό στο σημείο που θα έβρισκαν καλυμμένο με χιόνι το επόμενο πρωί. Το πρωί της 5ης Αυγούστου, μέσα στην καρδιά του ρωμαϊκού καλοκαιριού, ο λόφος του Εσκουιλίνου βρέθηκε θαυματουργικά καλυμμένος με χιόνι και ο Λιβέριος έσπευσε στο σημείο και χάραξε με το ραβδί του στο χιόνι το περίγραμμα του ναού. Το γεγονός αυτό εορτάζεται μέχρι σήμερα κάθε χρόνο στις 5 Αυγούστου με τη ρίψη λευκών πετάλων τριαντάφυλλου από την οροφή του ναού κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας.
Αν και ο ναός ανακατασκευάστηκε ριζικά τον 5ο αι., μετά τη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου που αναγνώρισε τον όρο «Θεοτόκος», διατηρεί μέχρι σήμερα τη μεγαλοπρέπεια της πρώιμης χριστιανικής περιόδου. Είναι δε διάσημος για τα ψηφιδωτά του 432 – 440 που στολίζουν το κεντρικό κλίτος και τη θριαμβευτική αψίδα και που απεικονίζουν σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη και την παιδική ηλικία του Χριστού. Αξιοσημείωτο είναι πως η φατνωματική οροφή του ναού είναι καλυμμένη με το πρώτο χρυσάφι που έφερε ο Χριστόφορος Κολόμβος από την Αμερική, το οποίο δωρίστηκε από τους βασιλείς της Ισπανίας στον Πάπα Αλέξανδρο ΣΤ΄. Μέσα στη βασιλική είναι αποθησαυρισμένα δύο από τα πιο ιερά κειμήλια της δυτικής χριστιανικής παράδοσης. Κάτω από την Αγία Τράπεζα, σε ειδική κρύπτη φυλάσσονται ξύλινα τεμάχια που, σύμφωνα με την παράδοση, προέρχονται από τη Φάτνη της Βηθλεέμ, και η εικόνα Salus Populi Romani (Σωτηρία-Προστασία του Ρωμαϊκού Λαού), μια αρχαία εικόνα της Παναγίας. Η εικόνα θεωρείται ότι είναι έργο του ευαγγελιστή Λουκά και τιμάται από τους Ρωμαίους ως προστάτιδα της πόλης, καθώς της αποδίδεται η σωτηρία της Ρώμης από μεγάλες επιδημίες πανούκλας στο παρελθόν.
Τιμάται επίσης η μνήμη: Ανθούσας της Νέας, Οσίου επισκόπου Κορδούης της Ισπανίας και οσίου Θεοκλήτου.
Σύνταξη και Επιμέλεια:
Νίκος Πατρίκης, Ιωάννης Ε. Χρυσάφης
