Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Εορτολόγιο: Η Ανάληψις Του Κυρίου, Ισαπόστολοι Κωνσταντίνος και Ελένη και ποιοι τιμώνται σήμερα από την Εκκλησία
Η ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Εορτάζεται 40 ημέρες μετά την Ανάσταση, πάντα ημέρα Πέμπτη, και αποτελεί το ένδοξο επιστέγασμα της επίγειας παρουσίας του Χριστού. Σύμφωνα με το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο και τις Πράξεις των Αποστόλων, ο Χριστός συγκέντρωσε τους μαθητές Του στο Ορος των Ελαιών και, αφού τους έδωσε τις τελευταίες οδηγίες για τη διάδοση του Ευαγγελίου, υψώθηκε στους ουρανούς μέχρι που ένα σύννεφο Τον έκρυψε από τα μάτια τους.
Το γεγονός έχει τεράστια θεολογική σημασία, διότι ο Χριστός δεν ανεβαίνει στον ουρανό μόνο ως Θεός, αλλά με το ανθρώπινο σώμα Του. Ετσι, η ανθρώπινη φύση κάθεται πλέον «εκ δεξιών του Πατρός», ο άνθρωπος αποκτά μόνιμη θέση στη θεία δόξα και η ανθρώπινη φύση θεώνεται.

Λέγοντας ο Χριστός στους μαθητές ότι τους «συμφέρει» να φύγει, ώστε να στείλει τον Παράκλητο (το Αγιο Πνεύμα), αναδεικνύει την Ανάληψη ως απαραίτητο όρο για να ανοίξει ο δρόμος για την έλευση του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο, τον αγιασμό δηλαδή της Εκκλησίας και των ανθρώπων. Στην Ορθόδοξη εικόνα της Αναλήψεως, ο Χριστός απεικονίζεται μέσα σε φωτεινή δόξα ή νεφέλη που βαστάζεται από αγγέλους. Κάτω, στο κέντρο, βρίσκεται η Θεοτόκος (σύμβολο της Εκκλησίας που μένει στη γη), γύρω της οι Απόστολοι κοιτούν με έκπληξη, ενώ δύο άγγελοι δείχνουν προς τον ουρανό.
Τα «Μπάνια της Αναλήψεως»: Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, οι πιστοί συνηθίζουν να μπαίνουν στη θάλασσα για το πρώτο μπάνιο του καλοκαιριού την ημέρα της Αναλήψεως, θεωρώντας το νερό ευλογημένο.
Ισαπόστολοι Κωνσταντίνος και Ελένη
Ο Κωνσταντίνος Α΄ ο Μέγας (272 – 337) είναι μία από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας ιστορίας, καθώς ήταν ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας που ευνόησε αποφασιστικά τον Χριστιανισμό και συνέβαλε καθοριστικά στη μεταμόρφωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η Εκκλησία τον τιμά ως ισαπόστολο και άγιο, μαζί με τη μητέρα του Ελένη, ωστόσο, η αγιοκατάταξή του έχει αποτελέσει αντικείμενο διαφωνίας και αντιρρήσεων. Γεννήθηκε στη Ναϊσσό (σημερινή Νις της Σερβίας), γιος του Ρωμαίου καίσαρα και για λίγο αυτοκράτορα της Δύσης (305 – 306) Κωνστάντιου Χλωρού, και μεγάλωσε σε περιβάλλον πολιτικής αστάθειας κατά την περίοδο της Τετραρχίας. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 306, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας από τα στρατεύματα στο Εβόρακο (York) της Βρετανίας, γεγονός που ακολούθησε περίοδος εμφύλιων συγκρούσεων με τους άλλους διεκδικητές της εξουσίας, με αποκορύφωμα τη μάχη στη Μουλβία Γέφυρα (312) εναντίον του Μαξεντίου. Σύμφωνα με τον βιογράφο του Ευσέβιο Καισαρείας, πριν από αυτή τη μάχη ο Κωνσταντίνος είδε όραμα στον ουρανό με το σημείο του Σταυρού και τη φράση «Εν τούτω νίκα», γι’ αυτό και τοποθέτησε το χριστόγραμμα στα λάβαρα του στρατού του και η νίκη του απεδόθη στην απόφασή του αυτή.
Το 313, μαζί με τον συναυτοκράτορα Λικίνιο (308 – 324), συναποφάσισαν να ενεργοποιήσουν παλαιότερα θεσπίσματα, συνυπογράφοντας κείμενο που δεν έχει διασωθεί, τις αποφάσεις, ωστόσο, του οποίου μαθαίνουμε από μεταγενέστερο διάταγμα του Λικίνιου, που έχει μείνει γνωστό ως Διάταγμα των Μεδιολάνων, με το οποίο κατοχυρώθηκε η ανεξιθρησκεία και τερματίστηκαν οι διωγμοί των χριστιανών. Ομως, ο Κωνσταντίνος δεν περιορίστηκε μόνο στην ανεξιθρησκία, αλλά ευνόησε ανοιχτά την Εκκλησία λαμβάνοντας κι άλλα μέτρα. Επέστρεψε τις δημευμένες περιουσίες των χριστιανών και τα κτήματα της Εκκλησίας, στήριξε οικονομικά την ανέγερση ναών, επιχορήγησε οικονομικά χριστιανικές κοινότητες, τους προσέδωσε νομική υπόσταση, καθιέρωσε την αργία της Κυριακής και των άλλων μεγάλων χριστιανικών εορτών και απάλλαξε τον κλήρο από τα δημόσια βάρη (π.χ. φόρους). Το 325 συγκάλεσε στη Νίκαια και προήδρευσε της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, που σκοπό είχε την αντιμετώπιση της αίρεσης του Αρείου και την αποκατάσταση της ενότητας της Εκκλησίας, με τον ίδιο να μην παρεμβαίνει δογματικά, αλλά να λειτουργεί ως εγγυητής της ενότητας και της εκτέλεσης των αποφάσεών της. Η Σύνοδος αυτή διατύπωσε τα επτά πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως, καταδίκασε τον Αρειανισμό και έθεσε τα θεμέλια της ορθόδοξης τριαδολογίας. Τέλος, το 330 εγκαινίασε τη νέα πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη, τη «Νέα Ρώμη», την Πόλη που θα εξελισσόταν σε κέντρο του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, σε θεμέλιο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας για περισσότερους από δέκα αιώνες και σε «κόσμημα» ποθητό πολλών ηγετών.
Ως αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος θέσπισε πληθώρα διοικητικών, οικονομικών, κοινωνικών και στρατιωτικών μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της αυτοκρατορίας, αναδιαρθρώνοντας τις κυβερνητικές αρχές, εισάγοντας νέο χρυσό νόμισμα, τον σόλιδο, που διατηρήθηκε για περισσότερα από χίλια χρόνια, και αναδιοργάνωσε τον ρωμαϊκό στρατό, καθιστώντας τις κινητές μονάδες πεζικού περισσότερο αποτελεσματικές. Βαπτίστηκε λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του, το 337, από τον επίσκοπο Νικομηδείας Ευσέβιο, έχοντας, ωστόσο, διατηρήσει μέχρι τότε το αξίωμα του pontifex maximus (πρωθιερέα) της κύριας θεότητας του ρωμαϊκού κράτους, του Διός, ως ανώτατο αξίωμα της αυτοκρατορικής θρησκείας που ασκούσε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας. Κατά τη διάρκεια της ζωής του και συνεχίζοντας την οικογενειακή του παράδοση, λάτρευε τον θεό Ηλιο και χρησιμοποιούσε τις εκφράσεις «Ημέρα του Ηλιου» (Dies Solis) και ο «Ανίκητος Ηλιος» (Sol Invictus), ενώ, παράλληλα, δεν έπαψε να στηρίζει την παραδοσιακή θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως π.χ. τα προνόμια που είχαν δοθεί στις Εστιάδες παρθένες.
Οι αντιρρήσεις για την αγιότητά του υπήρξαν πολλές και η αναγνώρισή του ως αγίου δεν έγινε χωρίς αντιδράσεις. Οι βασικές ενστάσεις είναι οι εξής: 1) Ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν ότι η στροφή του προς τον Χριστιανισμό υπαγορεύθηκε από πολιτική σκοπιμότητα, προκειμένου να ενοποιήσει την αυτοκρατορία. 2) Του αποδίδονται μεγάλη σκληρότητα και πληθώρα φόνων, με αποκορύφωμα την εκτέλεση του γιου του Κρίσπου και της δεύτερης συζύγου του Φαύστας, γεγονότα που προβάλλονται ως ασυμβίβαστα με την αγιότητα. 3) Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η βάπτισή του στο τέλος της ζωής του αποδεικνύει ατελή χριστιανική συνείδηση και προϊόν υπαρξιακού φόβου. 4) Επισημαίνεται ότι σε ορισμένες δημόσιες πρακτικές διατηρήθηκαν στοιχεία της προχριστιανικής παράδοσης.
Ωστόσο, στην επιχειρηματολογία αυτή αντέδρασε, κυρίως, ο μακαριστός πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός, καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, υπερασπιζόμενος έντονα την αγιότητα του Μ. Κωνσταντίνου. Τα βασικά του επιχειρήματα συνοψίζονται στα εξής: 1) Η αγιότητα δεν ταυτίζεται με την αναμαρτησία, η Εκκλησία δηλαδή δεν ανακηρύσσει αγίους αλάνθαστους ανθρώπους, αλλά πρόσωπα που μετέχουν στη χάρη του Θεού και υπηρετούν το σωτηριολογικό Του σχέδιο. Η μετάνοια και η τελική του στάση έχουν βαρύνουσα σημασία. 2) Ο Κωνσταντίνος έζησε σε εποχή σκληρών πολιτικών συγκρούσεων. Οι πράξεις του πρέπει να αξιολογηθούν μέσα στο πλαίσιο της ρωμαϊκής πολιτικής πραγματικότητας και όχι με σύγχρονα κριτήρια. 3) Κατά τον π. Γεώργιο, το καθοριστικό στοιχείο είναι ότι ο Κωνσταντίνος έθεσε τέλος στους διωγμούς και δημιούργησε το πλαίσιο για την ελεύθερη ανάπτυξη της Εκκλησίας, διότι, χωρίς αυτόν, η ιστορική πορεία του Χριστιανισμού θα ήταν διαφορετική, και 4) Η μαρτυρία της εκκλησιαστικής συνείδησης. Η αγιότητά του δεν είναι αυθαίρετη επιλογή, αλλά καρπός της εκκλησιαστικής εμπειρίας και παράδοσης αιώνων.
Η τιμή του ως ισαποστόλου δείχνει ότι η Εκκλησία είδε στο πρόσωπό του ένα όργανο της Θείας Πρόνοιας, η συζήτηση, ωστόσο, γύρω από την αγιότητά του παραμένει ζωντανή, με τη μορφή του να συνεχίζει να στέκει στο μεταίχμιο ιστορίας και θεολογίας, πολιτικής και πίστης. Μετά τον θάνατό του, το σώμα του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και τάφηκε στον Ναό των Αγίων Αποστόλων, σε σαρκοφάγο από πορφυρό λίθο, αλλά καταστράφηκε κάποια στιγμή αργότερα. Σήμερα αποτμήματα των λειψάνων του φυλάσσονται στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Ιπποδρομίου Θεσσαλονίκης και στην Ιερά Μονή Κωνσταμονίτου Αγίου Ορους.
Η Αγ. Ελένη (Φλαβία Ιουλία Ελένη) γεννήθηκε γύρω στο 248 στο Δρέπανο της Βιθυνίας (Μικρά Ασία), το οποίο ο γιος της μετονόμασε αργότερα σε Ελενόπολη προς τιμήν της. Αλλοι βιογράφοι σημειώνουν ότι καταγόταν από εύπορη οικογένεια, ενώ άλλοι από ταπεινή. Ο πατέρας της ήταν ξενοδόχος, γι’ αυτό και ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων την περιέγραψε ως «stabularia», γυναίκα δηλαδή που εργαζόταν σε πανδοχείο, χαρακτηρισμός μάλλον με αρνητική απόχρωση την εποχή εκείνη.
Παντρεύτηκε τον Ρωμαίο αξιωματικό Κωνστάντιο Χλωρό, χωρίς να είναι γνωστός ο τρόπος ή ο τόπος γνωριμίας τους, με τον οποίο απέκτησε τον Κωνσταντίνο το 272. Ωστόσο, ο Κωνστάντιος την χώρισε το 289 για πολιτικούς λόγους, προκειμένου να παντρευτεί τη Φλαβία Μαξιμιανή Θεοδώρα, μάλλον θετή κόρη του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, γι’ αυτό και η Ελένη με τον Κωνσταντίνο μετακόμισαν στην αυλή του Διοκλητιανού στη Νικομήδεια.
Μετά τη μάχη της Μουλβίας γέφυρας και έπειτα από πολυετή κατήχηση, βαπτίστηκε σε ηλικία 60 ετών, όταν δε ο Κωνσταντίνος έγινε αυτοκράτορας την κάλεσε κοντά του, της απένειμε τον τίτλο της Αυγούστας και έκτοτε έζησε διακριτικά, αφιερωμένη σε φιλανθρωπικά έργα και στη διάδοση της χριστιανικής διδασκαλίας, υπέδειξε μάλιστα στον γιο της να ιδρύσει δημόσια πτωχοκομεία, νοσοκομεία και ορφανοτροφεία.
Σε ηλικία περίπου 78 ετών, ταξίδεψε στην Παλαιστίνη. Εκεί πιστώνεται με την εύρεση του Τιμίου Σταυρού στον Γολγοθά, γεγονός που η Εκκλησία εορτάζει ξεχωριστά στις 6 Μαρτίου, και έκτισε εμβληματικούς ναούς, όπως τον Ναό της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα και τον Ναό της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ. Υπάρχει μια διάσταση απόψεων μεταξύ των ερευνητών για το κατά πόσον όντως η Ελένη βρήκε τον Τίμιο Σταυρό, ωστόσο, και η Ορθόδοξη και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αποδέχονται τη μαρτυρία του Τυράννιου Ρουφίνου στη δική του «Εκκλησιαστική Ιστορία», όπου μεταφράζει και συνεχίζει την Ιστορία του Ευσέβιου Καισαρείας, και στην οποία συνδέει το πρόσωπο με το γεγονός. Εκοιμήθη το 328 στη Νικομήδεια, έχοντας στο πλευρό της τον γιο της και ενταφιάστηκε με βασιλικές τιμές στη Ρώμη. Για τη δε πορφυρή σαρκοφάγο, που σήμερα βρίσκεται στο μουσείο του Βατικανού και λέγεται ότι περιέχει το σκήνωμά της, έχουν διατυπωθεί πολλές αντιρρήσεις, διαφωνίες και αντίθετες απόψεις.
Πολλά νησιά του Αιγαίου επαίρονται ότι φιλοξένησαν την αγία στο ταξίδι της προς τους Αγίους Τόπους, μεταξύ των οποίων και η Πάρος, ότι δηλαδή προσευχήθηκε κατά την παραμονή της εκεί και πως, αν την αξιώσει η Παναγία να βρει τον Σταυρό, θα χτίσει μεγαλοπρεπή ναό του προς τιμήν της. Το τάμα της το εκπλήρωσε μετά την επιστροφή της ο Κωνσταντίνος και ο ναός έλαβε το όνομα Παναγία η Εκατονταπυλιανή. Το σωζόμενο κτίσμα είναι έργο της ιουστινιάνειας περιόδου, ωστόσο, κατά τις αναστηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν τη δεκαετία του 1960, με την επίβλεψη του ακαδημαϊκού Αναστάσιου Ορλάνδου, αποδείχτηκε η ύπαρξη ξυλόστεγης βασιλικής της εποχής του Μ. Κωνσταντίνου, το μέγεθος της οποίας δεν δικαιολογείται παρά μόνον αν υπήρξε αυτοκρατορική επιχορήγηση.
Τέλος, με την αγία συνδέεται και το έθιμο της πυροβασίας (Αναστενάρια) της Ανατολικής Θράκης, το βάδισμα δηλαδή σε πυρακτωμένα κάρβουνα κρατώντας εικόνα της, σήμερα δε λαμβάνει χώρα στη Β. Ελλάδα, κυρίως εκεί όπου κατοικούν απόγονοι των προσφύγων από τις περιοχές εκείνες, σε χωριά των Σερρών, του Κιλκίς, της Δράμας και της Ημαθίας.
Τιμάται επίσης η μνήμη: ιερομαρτύρων Τιμοθέου, Πολίου και Ευτυχίου, μαρτύρων Πολυεύκτου, Βίκτωρος και Δονάτου, οσίου Βόρου, οσίου Οσπιτίου του ερημίτου, ιερομάρτυρος Χριστοφόρου Α΄ Πατριάρχου Αντιοχείας, Κωνσταντίνου και των υιών αυτού Μιχαήλ και Θεοδώρου των πριγκίπων και θαυματουργών, Κυρίλλου Β΄ επισκόπου Ροστώβ, Ελένης της πριγκιπίσσης της εκ Σερβίας, οσίου Κασσιανού του Ελληνος και θαυματουργού, Βασιλείου επισκόπου Ριαζάν και Μούρωμ, οσιομάρτυρος Αγαπητού του εκ Ρωσίας, Παχωμίου του νέου του εν Φιλαδελφεία μαρτυρήσαντος, νεομάρτυρος Κωνσταντίνου πρίγκιπος της Βλαχίας και των συν αυτώ μαρτυρησάντων, Κωνσταντίνου του διά Χριστόν σαλού.
Σύνταξη και Επιμέλεια:
Νίκος Πατρίκης, Ιωάννης Ε. Χρυσάφης
