Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 15 Σεπτεμβρίου. Διαβάστε το συναξάρι των
τιμώμενων αγίων
της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Βησσαρία, Βησσαρίων
- Νικήτας
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Μεγαλομάρτυρας Νικήτας ο Γότθος και Συμεών αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Μεγαλομάρτυρας Νικήτας ο Γότθος
Επιφανής στρατιωτικός και ιεραπόστολος γοτθικής καταγωγής, ο οποίος έζησε τον 4ο αι. στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου και μαρτύρησε για την πίστη του στην περιοχή του ποταμού Δούναβη γύρω στο 372. Γεννήθηκε στη Γοτθία, στην περιοχή της σημερινής Ρουμανίας και Μολδαβίας, προερχόταν από πλούσια και ανώτερη κοινωνική τάξη και κατηχήθηκε και βαπτίστηκε χριστιανός από τον επίσκοπο Γοτθίας Θεόφιλο, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια το 325. Εργάστηκε ακούραστα μεταξύ των ομοεθνών του, διδάσκοντας το Ευαγγέλιο και οδηγώντας πολλούς Γότθους μακριά από την ειδωλολατρία, αλλά εκείνη την εποχή ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα σε δύο Γότθους άρχοντες, τον ειδωλολάτρη Αθανάριχο και τον χριστιανό Φριτιγέρνη. Ο Νικήτας πολέμησε στο πλευρό του Φριτιγέρνη, ο οποίος τελικά νίκησε με τη βοήθεια του ρωμαϊκού στρατού. Λίγα χρόνια, όμως, αργότερα, ο Αθανάριχος κατάφερε να ανασυντάξει τις δυνάμεις του, να ανακτήσει την εξουσία και να εξαπολύσει άγριο, εκδικητικό διωγμό εναντίον των χριστιανών, καθώς θεωρούσε τον Χριστιανισμό «θρησκεία των Ρωμαίων εχθρών». Ο Νικήτας, τότε, αρνήθηκε να κρυφτεί, εμφανίστηκε θαρραλέα μπροστά στον Αθανάριχο και τον ήλεγξε δημόσια για την απανθρωπιά και την ασέβειά του, με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε φρικτά βασανιστήρια και να καταδικαστεί σε θάνατο διά πυράς. Ενας χριστιανός φίλος του, ο Μαριανός, πήρε κρυφά το λείψανό του τη νύχτα και το μετέφερε στη Μοψουεστία της Κιλικίας, όπου χτίστηκε ναός προς τιμήν του, ενώ αργότερα, τμήματα των λειψάνων του μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη.

Τον Ιούνιο του 2021, με απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συνδέσμων Εφέδρων Αξιωματικών (ΠΟΣΕΑ), ο μεγαλομάρτυς ανακηρύχθηκε επίσημα Προστάτης των Ελλήνων Εφέδρων Αξιωματικών. Η επιλογή του προσώπου του δεν ήταν τυχαία, καθώς η ζωή του συνδέεται στενά με την ιδιότητα, τις αξίες και την αποστολή του εφέδρου στρατιωτικού. Ο άγιος δεν ήταν μόνιμος, επαγγελματίας στρατιώτης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλά ένας ευγενής και μορφωμένος πολίτης που, όταν του ζητήθηκε, εγκατέλειψε την ειρηνική του ζωή και τέθηκε επικεφαλής στρατιωτικών τμημάτων. Λειτούργησε, δηλαδή, ακριβώς όπως ένας έφεδρος αξιωματικός που καλείται από την εφεδρεία για να υπερασπιστεί τις αξίες και την πατρίδα του. Τιμάται, επίσης, επειδή το παράδειγμά του προβάλλει τα ιδανικά της ανιδιοτελούς προσφοράς, καθώς αγωνίστηκε χωρίς να επιζητά αξιώματα, πλούτο ή επαγγελματική αποκατάσταση, της ηγετικής φυσιογνωμίας, καθώς καθοδηγούσε τους στρατιώτες του όχι μόνο με διαταγές, αλλά με το προσωπικό του θάρρος και το άκαμπτο φρόνημά του, και της μεγάλης του πίστης, επειδή παρέμεινε πιστός μέχρι το μαρτυρικό του τέλος στην πυρά. Κάθε χρόνο πραγματοποιούνται επίσημες δοξολογίες στις έδρες των Συνδέσμων ανά την Ελλάδα, κατάθεση στεφάνων σε μνημεία πεσόντων και εορταστικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις που αναδεικνύουν τη διαχρονική προσφορά των εφέδρων στους εθνικούς αγώνες.
Συμεών αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Από τους σπουδαιότερους θεολόγους, μυσταγωγούς και ιεράρχες του ύστερου Βυζαντίου, διέτελεσε Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης κατά την κρίσιμη περίοδο πριν από την οριστική άλωση της πόλης από τους Οθωμανούς και άφησε πίσω του τεράστιο συγγραφικό έργο, με επίκεντρο τη Θεία Λειτουργία και τα Μυστήρια της Εκκλησίας. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη (περίπου 1381) και από νεαρή ηλικία έλαβε σπουδαία θεολογική και φιλοσοφική μόρφωση, ενώ αργότερα ασπάστηκε τον μοναχικό βίο και εκάρη μοναχός σε κάποιο από τα μοναστήρια της βασιλεύουσας. Υπήρξε θερμός υποστηρικτής της διδασκαλίας του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά και του Κινήματος των Ησυχαστών, χειροτονήθηκε δε Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης την εποχή που η πόλη βρισκόταν σε δεινή θέση, αποκλεισμένη από τα στρατεύματα του Οθωμανού σουλτάνου Μουράτ Β΄. Λόγω της εξάντλησης και της πείνας, οι κάτοικοι της πόλης αποφάσισαν να παραδώσουν τη διοίκηση στους Βενετούς, ελπίζοντας στην προστασία τους, με τον Συμεών να παραμένει στην πόλη για να στηρίξει πνευματικά τον λαό του, αποτρέποντας τον εκλατινισμό ή την παράδοση στους Τούρκους. Αναδείχθηκε ηγέτης της Θεσσαλονίκης, καθώς οργάνωνε λιτανείες, εμψύχωνε τους στρατιώτες στα τείχη και μοίραζε τρόφιμα στους φτωχούς.
Ο Συμεών θεωρείται ο κορυφαίος λειτουργιολόγος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τα συγγράμματά του αποτελούν την κυριότερη πηγή για την κατανόηση της βυζαντινής λατρείας. Στο σπουδαιότερο έργο του «Διάλογος κατά αιρέσεων και περί της μόνης ορθής πίστεως» ερμηνεύει συμβολικά και θεολογικά κάθε κίνηση, ρούχο και σκεύος της Θείας Λειτουργίας, ενώ κατέγραψε με απόλυτη λεπτομέρεια το περίφημο «Ασματικό ή Κοσμικό Τυπικό», που έπεσε σε αχρησία μετά την Αλωση. Εκοιμήθη αιφνιδίως τον Σεπτέμβριο του 1429, βυθίζοντας σε πένθος ολόκληρη την πόλη, ο δε θάνατός του θεωρήθηκε κακός οιωνός, που επιβεβαιώθηκε μόλις έξι μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1430, όταν η Θεσσαλονίκη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Η επίσημη αγιοκατάταξή του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο έγινε το 1981.
Ο Συμεών αντιλαμβανόταν τη Θεία Λειτουργία ως την επίγεια απεικόνιση της ουράνιας δόξας. Για τον λόγο αυτό, κάθε άμφιο του κλήρου δεν ήταν για εκείνον απλώς χρηστικό, αλλά μετέφερε βαθύ θεολογικό μήνυμα και συμβολισμό. Το Στιχάριο (ο λευκός χιτώνας) συμβολίζει την καθαρότητα και την αγνότητα της φύσεως των αγγέλων, καθώς και το φωτεινό ένδυμα με το οποίο πρέπει να είναι ντυμένη η ψυχή του λειτουργού. Το Επιτραχήλιο είναι το κατεξοχήν σύμβολο της ιερατικής χάρης που κατεβαίνει «άνωθεν», διότι χωρίς αυτό ο ιερέας δεν μπορεί να τελέσει κανένα μυστήριο. Συμβολίζει, επίσης, τον ζυγό του Χριστού που ο ιερέας παίρνει εθελοντικά στους ώμους του. Η Ζώνη συμβολίζει την ετοιμότητα για υπηρεσία, την εγκράτεια, αλλά και τη θεία δύναμη που περιζώνει τον ιερέα για να φέρει εις πέρας το έργο του. Τα Επιμάνικα συμβολίζουν ότι τα χέρια του ιερέα κατά τη διάρκεια των μυστηρίων δεν ενεργούν ανθρωπίνως, αλλά είναι τα ίδια τα χέρια του Χριστού που δημιουργούν και αγιάζουν τα πάντα. Το Φελόνιο, το εξωτερικό άμφιο του ιερέα που καλύπτει όλο το σώμα, συμβολίζει την ύψιστη δικαιοσύνη του Θεού, καθώς και την πορφύρα (τον χιτώνα του εμπαιγμού) που φόρεσε ο Χριστός κατά τα Πάθη Του.
Το Ασματικό Τυπικό ήταν ο τρόπος με τον οποίο γινόταν η λατρεία στους μεγάλους καθεδρικούς ναούς των πόλεων, πριν επικρατήσει παντού το μοναστηριακό τυπικό που έχουμε σήμερα. Οι κύριες διαφορές του από τη σημερινή μοναστηριακή τελετουργία ήταν: 1) Η κυριαρχία της μουσικής: Ολα ψάλλονταν «ασματικώς», ακόμη και οι αναγνώσεις, οι ευχές ή οι ψαλμοί, με τη συμμετοχή δύο μεγάλων χορών και δεν υπήρχαν τα αναγνώσματα. 2) Ο λαός δεν ήταν απλός ακροατής, αλλά σε κάθε στίχο που έψαλλαν οι ψάλτες ολόκληρο το εκκλησίασμα απαντούσε με συγκεκριμένα μικρά εφύμνια, όπως το «Ελέησόν με Κύριε» ή το «Αλληλούια». 3) Οι ακολουθίες δεν γίνονταν αποκλειστικά μέσα στον ναό, αλλά περιελάμβαναν συνεχείς μετακινήσεις και μεγάλες λιτανείες στους δρόμους της πόλης, όπου κλήρος και λαός έψαλλαν περπατώντας, πριν καταλήξουν στον κεντρικό ναό για την έναρξη της Θείας Λειτουργίας. Μετά την Αλωση της Πόλης και της Θεσσαλονίκης, οι μεγαλοπρεπείς ναοί μετατράπηκαν σε τζαμιά και, χωρίς την υποστήριξη του παλατιού και των μεγάλων χορωδιών, το Ασματικό Τυπικό ήταν αδύνατο να επιβιώσει. Ετσι, διασώθηκε μόνο το πιο απλό και πρακτικό Μοναστηριακό Τυπικό, κυρίως της Μονής του Αγίου Σάββα Ιεροσολύμων, το οποίο χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα. Στον 20ό και 21ο αι., λειτουργιολόγοι ανασύστησαν το κείμενο και τη μουσική του Ασματικού Τυπικού. Ο κορυφαίος καθηγητής Λειτουργικής Ιωάννης Φουντούλης εξέδωσε στα «Κείμενα Λειτουργικής» την αναπαράσταση του Ασματικού Εσπερινού και του Ασματικού Ορθρου, ενώ οι Juan Mateos και Miguel Arranz μελέτησαν και εξέδωσαν το Τυπικό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως.
Τιμάται επίσης η μνήμη: οσίου Φιλοθέου του θαυματουργού, μάρτυρος Πορφυρίου του από μίμων, Βησσαρίωνος Β΄ Μητροπολίτου Λαρίσης του θαυματουργού, οσίου Γερασίμου δευτέρου κτήτορος Ι.Μ. Αγ. Τριάδος Σουρβίας, νεομάρτυρος Ιωάννου του Κρητός εν Νέα Εφέσω, οσίου Μελετίου της Ι.Μ. Σεργίου, Νικήτα επισκόπου Χύτρων Κύπρου, Ευστοχίου πατριάρχη Ιεροσολύμων, Ιωσήφ του νέου μητροπολίτου Τεμισβάρ και οσίου Ιωσήφ ηγουμένου εν Αλαβέρντ της Γεωργίας.
Σύνταξη και Επιμέλεια:
Νίκος Πατρίκης, Ιωάννης Ε. Χρυσάφης
