Φόρτωση Text-to-Speech…
Την υψηλή συγκέντρωση της τραπεζικής χρηματοδότησης σε περιορισμένο αριθμό μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, την οποία είχε ήδη επισημάνει το ΔΝΤ, αναδεικνύει μελέτη της S&P Global Ratings, σημειώνοντας ότι η εξυγίανση των ισολογισμών και η πιστωτική επέκταση των τελευταίων ετών έχουν καταστήσει τις τέσσερις συστημικές τράπεζες περισσότερο εξαρτημένες από κοινούς μεγάλους δανειολήπτες. Αν και όπως εξηγεί η ποιότητα των εταιρικών δανείων παραμένει ισχυρή και οι κεφαλαιακές άμυνες επαρκείς, ωστόσο μια δυσμενής εξέλιξη σε λίγους μεγάλους ομίλους θα είχε ταυτόχρονα αντίκτυπο σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα.
Οπως τονίζει, τα δάνεια προς μεγάλες επιχειρήσεις αντιστοιχούν πλέον στο 42,7% των δανείων των ελληνικών τραπεζών προς τον ιδιωτικό τομέα –έναντι μόλις 26% το 2019– και 28,5% κατά μέσον όρο στην Ε.Ε.
Σε ένα υποθετικό, σοβαρό σενάριο ταυτόχρονης αθέτησης τριών μεγάλων εταιρειών, η επίπτωση στους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας CET1 θα μπορούσε να φτάσει από 2 έως 3,1 ποσοστιαίες μονάδες για κάθε τράπεζα. Το κόστος για το σύστημα υπολογίζεται κοντά στα 4 δισ. ευρώ. Εάν δε το πρόβλημα αφορούσε τους τρεις μεγαλύτερους δανειολήπτες, η απώλεια κεφαλαίου θα μπορούσε να κινηθεί μεταξύ 2,7 και 4 μονάδων CET1 ανά τράπεζα.
Εκτός από τη συγκέντρωση οι τέσσερις συστημικές τράπεζες είναι εκτεθειμένες στους ίδιους κυκλικούς κλάδους, δηλαδή στη ναυτιλία, στον τουρισμό και στην ενέργεια, που αντιπροσωπεύουν 38% της συνολικής χρηματοδότησης προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις ή 38,7 δισ. ευρώ, γεγονός που τις καθιστά περισσότερο εξαρτημένες από τις διεθνείς τιμές των ναύλων, τις τουριστικές ροές και τις ενεργειακές τιμές. Η S&P υπολογίζει ότι μια σοβαρή κρίση στους τρεις αυτούς κλάδους, με αθέτηση του 25% των δανείων και ζημία 50%, θα κόστιζε περίπου 4,8 δισ. ευρώ ή 2,4 έως 3,6 μονάδες CET1 ανά τράπεζα. Ο διεθνής οίκος όμως είναι την ίδια στιγμή καθησυχαστικός, καθώς δεν θεωρεί κάποιο από τα δυσμενή σενάρια βασική πρόβλεψη και οι κεφαλαιακοί δείκτες των τραπεζών διαθέτουν επαρκή αποθέματα για να απορροφήσουν ένα τέτοιο σοκ. Επιπλέον, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα των μεγάλων εταιρειών κινούνται μόλις μεταξύ 0,6% και 2,1%, ενώ η ικανότητα εξυπηρέτησης τόκων των 100 μεγαλύτερων επιχειρηματικών δανειοληπτών έχει ενισχυθεί σημαντικά.
