Δημήτρης Παπούλιας (1939-2026): Ο σεμνός τεχνοπολιτικός του εκσυγχρονισμού



Φόρτωση Text-to-Speech…

Ο Δημήτρης Παπούλιας αγαπούσε τόσο πολύ τη Φουρνά Ευρυτανίας, το χωριό της συζύγου του Λίτσας, ώστε η επιθυμία του ήταν να ταφεί σε αυτό, όχι στην Αθήνα όπου για δεκαετίες κατοικούσε. Με το δικό του γενέθλιο χωριό, το Ψάρι Αρκαδίας, η σχέση του ήταν περίπλοκη. Αγαπημένος τόπος, βεβαίως, αλλά, συγχρόνως, αρνητικά φορτισμένος συναισθηματικά. Ο λόγος; Οπως περιγράφει ο αδελφός του Μάκης, στο αυτοβιογραφικό «Πόσο η φόρα ήταν μεγάλη» (Αλεξάνδρεια, 2017), οι απειλές και η βία μετά την Κατοχή ανάγκασαν την εαμικών καταβολών οικογένεια Παπούλια να μεταναστεύσει από το Ψάρι στην Κάρυστο το 1947. Και από την Κάρυστο, όμως, κυνηγημένη έφυγε. Ο πατέρας απολύθηκε μετά επτά χρόνια εργασίας στο τοπικό Αγρονομείο – δεν διέθετε τα «σωστά» φρονήματα. Η οικογένεια ξεσπιτώνεται για δεύτερη φορά και καταφεύγει στη χοάνη της Αθήνας.

Φιλοξενούμενη αρχικά από συγγενείς, η οικογένεια μάχεται να επιβιώσει. Ο Δημήτρης θα κάνει διάφορες δουλειές του ποδαριού. Φοιτά σε νυχτερινό γυμνάσιο και προβληματίζεται αν πρέπει να μάθει μια τέχνη για άμεσο βιοπορισμό. Ο πατέρας, προνοητικά, τον προτρέπει να σπουδάσει. Φοιτά στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών (1959-1964), κάνοντας, παράλληλα, φροντιστήρια για να ζήσει. Πολιτικοποιημένος καθώς ήταν, πρωταγωνιστεί στο φοιτητικό κίνημα μέσα από τη νεολαία της ΕΔΑ. Η Ασφάλεια τον παρενοχλεί συστηματικά, ενώ η στρατιωτική θητεία (1964-1966) δεν ήταν εύκολη.

Οταν απολύεται, η χουντική αστυνομία τον καταζητεί. Αρχικά κρύβεται και, τελικά, καταφέρνει να περάσει στην Ιταλία, με τη Λίτσα πάντα. Μαθαίνει ιταλικά, κάνει μεταπτυχιακές σπουδές και εργάζεται στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης (1968-1970). Το 1970, το ζεύγος φεύγει, με υποτροφία, για την Οξφόρδη, όπου και οι δύο εκπονούν το διδακτορικό τους στην Επιχειρησιακή Ερευνα (1970-1976). Με φτωχά αγγλικά στην αρχή, ο Δημήτρης ρίχνεται με τα μούτρα στη δουλειά.

Η παραμονή στην Αγγλία τον επηρέασε καθοριστικά. Ο αδελφός του αναφέρει πως, όταν επέστρεψε, ήταν «άλλος άνθρωπος, οξφορδιανός». Στην πραγματικότητα, ο Δημήτρης Παπούλιας δεν έχασε ποτέ την ικανότητα να μαθαίνει: στην Οξφόρδη πήρε τα καλά της βρετανικής ακαδημαϊκής παράδοσης: επαγγελματισμό, μεθοδικότητα, αξιοκρατία, ανεκτικότητα, ακεραιότητα, αυτοέλεγχο. Ερχόμενος σε επαφή με τη βρετανική πολιτική κουλτούρα, οι αριστερές απόψεις του εκλεπτύνθηκαν. Κατάλαβε καλά τη σημασία των θεσμών, της κοινής πολιτικής παράδοσης και της κουλτούρας διαλόγου, ανέπτυξε βιωματικό ευρωπαϊσμό και εκτίμησε τη μεταρρυθμιστική Κεντροαριστερά. Το 1977 επιστρέφει στην Ελλάδα όχι με την έπαρση του αποφοίτου ενός πανεπιστημίου της ελίτ, αλλά με την ικανοποίηση του ανθρώπου που πέρασε, με την αξία του, πάνω από τον ψηλό πήχυ.

Η γνωριμία του με τον Κώστα Σημίτη στάθηκε καθοριστική. Χωρίς να έχει σχέση με το ΠΑΣΟΚ, ο Σημίτης του ανέθεσε την επίβλεψη της υπηρεσίας διαχείρισης κοινοτικών πόρων (πρόδρομος του ΟΠΕΚΕΠΕ) όταν έγινε υπουργός Γεωργίας το 1981. Εκεί, όπως γράφει ο Παπούλιας στο αυτοβιογραφικό «Χρυσάφι είναι το Δημόσιο» (Εστία, 2007), είδε από κοντά τη διαφθορά στη διανομή των αγροτικών επιδοτήσεων (όπως στον ΟΠΕΚΕΠΕ, σήμερα). Γρήγορα απέκτησε τη φήμη ότι «αυτός δεν τα παίρνει».

Το 1985, ο Σημίτης γίνεται υπουργός Εθνικής Οικονομίας και ο Παπούλιας αναλαμβάνει τη Γενική Γραμματεία των ΔΕΚΟ (1985-1987), με στόχο την εξυγίανσή τους. Τα αποτελέσματα ήταν ανάμεικτα, η συνεννόηση δύσκολη. Οι ΔΕΚΟ ήταν «πολιτικές επιχειρήσεις»: οι διοικητές τους λογοδοτούσαν σε ισχυρά πολιτικά – κομματικά πρόσωπα· δεν ακολουθούσαν αρχές ορθολογικής διοίκησης. Μετά τις διαβόητες «κοινωνικοποιήσεις», τα συνδικάτα συν-διοικούσαν, προστατεύοντας όχι μόνο τα στενά συμφέροντά τους, εις βάρος του στρατηγικού εταιρικού συμφέροντος, αλλά και διεφθαρμένους εργαζομένους. Η Γενική Γραμματεία των ΔΕΚΟ έδωσε στον Παπούλια τη γνώση που θα χρειαζόταν αργότερα όταν θα αναλάμβανε υποδιοικητής της ΕΤΒΑ (1993-1995), πρόεδρος του ΟΤΕ (1996-1998) και πρόεδρος και, αργότερα, και διευθύνων σύμβουλος, της ΔΕΗ (2000-2004). Αρχισε να διαμορφώνει την άποψη ότι ο μεταρρυθμιστής είναι λιγότερο «κοινωνικός μηχανικός» (στενά τεχνοκράτης) και περισσότερο «πολιτικός θεραπευτής»: δουλεύει με τα «τυφλά σημεία» του οργανισμού, κερδίζει την εμπιστοσύνη, καλλιεργεί την αναστοχαστικότητα, χτίζει συμμαχίες, διαχειρίζεται συγκρούσεις, αντιμετωπίζει την ασάφεια, απορροφά την αβεβαιότητα. Ο «πολιτικός θεραπευτής» επισκευάζει το πλοίο εν πλω.

Το 1988 εκλέγεται καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ενώ το 1989 μετακινείται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η αυξανόμενη εμπλοκή του στο δημόσιο μάνατζμεντ συμβαδίζει με τη μετάλλαξη των ακαδημαϊκών ενδιαφερόντων του: τα εφαρμοσμένα μαθηματικά δίνουν τη θέση τους στη στρατηγική διοίκηση και στη διαχείριση αλλαγών σε οργανισμούς. Η αναζήτηση της βελτιστοποίησης αντικαθίσταται με τη διαχείριση της πολυπλοκότητας. Επεδίωκε την ώσμωση διοικητικής θεωρίας και πράξης: «Ηταν η θεωρία και οι εφαρμογές της, το δίδυμο εκείνο που απόλαυσα ιδιαίτερα στη ζωή μου», γράφει. Ηταν ο αρχετυπικός «τεχνοπολιτικός»: κάτοχος τεχνικής γνώσης με πολιτική ευφυΐα. Με πάθος προσφοράς στα κοινά, συνέβαλε ενεργά, δίπλα στον Σημίτη, στο πρόταγμα του εκσυγχρονισμού, μεταξύ άλλων πρωτοστατώντας στην ίδρυση του Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας, το 1991.

Στο βιβλίο του «Χρυσάφι είναι το Δημόσιο» εξιστορεί την εξυγίανση της ΕΤΒΑ και τον μετασχηματισμό του ΟΤΕ και της ΔΕΗ προκειμένου να μπουν στο Χρηματιστήριο, να γίνουν «κανονικές» επιχειρήσεις, και να αναβαθμιστούν τεχνολογικά. Θεωρούσε τον ΟΤΕ και τη ΔΕΗ «χρυσάφι» ως προς τις δυνατότητές τους, το οποίο όμως έμενε αναξιοποίητο λόγω κακής εταιρικής διακυβέρνησης και διοίκησης. Ηταν μια ιδιαίτερα γόνιμη, αλλά απίστευτα κουραστική περίοδος για τον ίδιο – «αυτές οι δουλειές κρύβουν τεράστιες αγωνίες όταν θέλει κανείς να παράγει αποτελέσματα και να φύγει με το κεφάλι ψηλά», γράφει. Ως συνήθως στην Ελλάδα, όπου όλα δικαστικοποιούνται, δεν έλειψε η ταλαιπωρία στα δικαστήρια από τα οποία όμως απαλλάχτηκε.

Καμία εμπειρία ζωής δεν πήγε χαμένη. Η κεντροαριστερή ευαισθησία του εμψύχωνε τη στράτευσή του στον εκσυγχρονισμό της χώρας. Η επιστημοσύνη του τού έδωσε γνώση και αναλυτική ικανότητα. Η δύσκολη νεανική ζωή του τον όπλισε με ανθεκτικότητα, πρακτική σοφία και ικανότητα επικοινωνίας με ανθρώπους όλων των κατηγοριών. Εζησε αξιοθαύμαστα λιτά, με απλότητα, σεμνότητα και ακεραιότητα. Ανθρωπος μειλίχιος, δεν δίσταζε να γίνεται αυστηρός όταν χρειαζόταν. Η προσήλωσή του σε θέματα αρχών ήταν παροιμιώδης. Οσοι είχαμε την καλή τύχη να συνδεθούμε μαζί του, αισθανόμαστε το κενό της απουσίας του.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις