ΚΩΣΤΑΣ ΛΥΤΡΑΣ
Μια παλιά γαλλική παροιμία λέει ότι για να πηδήσεις μπροστά, πρέπει πρώτα να κάνεις ένα βήμα προς τα πίσω .
Οι διοξίνες ήλθαν και «παρήλθαν». Όπως και οι « τρελές» αγελάδες χτες και μερικές άλλες «εκπλήξεις» αύριο, επειδή ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζει σε μια διαρκή κατάσταση κλονισμού κι αργα ή γρήγορα ο αιφνιδιασμός παύει να πουλάει.
Το πρόβλημα όμως παραμένει: Μάθαμε άραγε τίποτε από το πάθημα;
Πέρα από τα διορθωτικά μέτρα ελέγχου που πιθανώς να ληφθούν, για κάποιο περιορισμένο χρόνο τουλάχιστον , η κατάσταση προσφέρεται και για πιο « υστερόβουλες» σκέψεις.
Όλοι συμφωνούν, π.χ., πως σύντομα ο καταναλωτής των προηγμένων κρατών θα συνειδητοποιήσει πως είναι μάλλον ηλιθιο να ξοδεύει σημαντικό μέρος του οικιακού προϋπολογισμού του για να προμηθευτεί επώνυμα προϊόντα ένδυσης και να αδιαφορεί για την ποιότητα των τροφών μέσω των οποίων επιβιώνει. Αλλά το να στραφεί κανείς προς επώνυμα προϊόντα του χώρου τροφίμων είναι μάλλον αδιέξοδο, επειδή ακριβώς οι μεγάλες βιομηχανικές μονάδες παραγωγής τους είναι κατ’ εξοχήν αυτές που ενοχοποιούνται για την οικονομική υπερεκμετάλλευση της παραγωγής που οδηγεί στο να ταΐζεις τα ζώα μα τα κουφάρια των άλλων ζώων και τα «άχρηστα» περισσεύματα των σφαγείων.
Βεβαίως, τίποτε δεν αποκλείει την ύπαρξη στο άμεσο μέλλον κάποιου πρωτοπόρου κεφαλαιούχου, που θα επενδύσει ακριβώς στο να κτίσει μια επώνυμη μάρκα, π.χ., πουλερικών, βασιζόμενος στη διαφημιστική αξιοποίηση του «απολύτως υγιεινού» τρόπου διατροφής τους.
Αλλά πέρα από το τι θα επιτευχθεί στον ιδιωτικό τομέα , υπάρχει και μια γενικότερη προοπτική κερδοφορίας για τη χώρα μας. Η καθυστερημένη τεχνολογικά Γεωργία μας μπορεί- και πρέπει να προσπαθήσει να μετατρέψει την «καθυστέρηση» σε παράγοντα ποιοτικής υπεροχής της, όπως περίπου τα πιο άγονα νησιά του Αιγαίου, όπως η Μύκονος και η Σαντορίνη, κατόρθωσαν να αξιοποιήσουν αυτό που θεωρείτο παράγοντας υστέρησής τους μέσω του τουρισμού.
Αντί λοιπόν να τρέχουμε λαχανιασμένοι πίσω από τους μοντέρνους κτηνοτρόφους της Βόρειας Ευρώπης, θα πρέπει συντονισμένα να στραφούμε στην καθιέρωση μιας παραδοσιακής γεωργοκτηνοτροφίας , που θα παρέμενε κατά το δυνατόν φιλική προς τη φυση, έστω κι αν αυτό συνεπαγόταν μια διαφορά κόστους. Αντί λοιπόν να επιδοτούνε θνησιγενείς βιομηχανοποιημένες μονάδες ή τα γενετικά εκτρώματα των αμερικανικών εταιριών «βιολογικών» (sik!) καλλιεργειών, θα μπορούσαμε ως κράτος να υποστηρίξουμε την πατροπαράδοτη γεωργοκτηνοτροφία, ενθαρρύνοντάς τη μάλιστα να απαλλαγεί από την κατάχρηση των χημικών λιπασμάτων και φαρμάκων στα οποία εκμαυλιστικά την έχουμε εθίσει εδώ και μερικές δεκαετίες.
Βεβαίως τα ευχολογια και οι επιδοτήσεις δεν αρκούν. Θα πρέπει αφενός να υπάρξει μια πανελλήνια εκστρατεία που θα διακλαδωθεί σ’ όλα τα όργανα άσκησης αγροτικής πολιτικής.
Επειδή δεν μπορεί να περιμένουμε ότι ο «μικρός» αγρότης -κτηνοτρόφος, που πρέπει όμως να είναι η ραχοκοκαλιά αυτού του είδους παραγωγής, ότι θα διαφημίσει , πιστοποιήσει και κατά συνέπεια πείσει τον αστικό καταναλωτή, εγχώριο ή μη. Ας υποθέσουμε ότι θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με μερικές βαθμίδες παραγωγικής ασφάλειας των τροφών, με πρώτη την τελείως απαλλαγμένη από τη χημική βιομηχανία καλλιέργεια. Το κρίσιμο σημείο είναι η αναγνωρισημότητα της.
Φυσικά και υπάρχουν ήδη σε εξέλιξη παρόμοια εγχειρήματα, αλλά με αμφίβολη πειστικότητα και τελείως περιορισμένη εμβέλεια .
Εάν όμως η Πολιτεία έρθει αρωγός στην υπεύθυνη πιστοποίηση κι αναλάβει το κόστος μιας ευρύτερης ενημέρωσης, ασφαλώς και μπορεί να δούμε κάποια μέρα τα εγγυημένα ποιοτικώς προϊόντα των παραδοσιακών καλλιεργειών να εκτίθενται στα κοινά ράφια των υπεραγορών σε συναγωνίσιμη μοίρα με τα φτηνά μεν, πλην «δηλητηριώδη» ξαδέλφια τους.
Η παλιά γαλλική παροιμία λέει ότι για να πηδήσεις μπροστά, πρέπει πρώτα να κανείς ένα βήμα προ τα πίσω. Προτού εξοντώσουμε τελείως τον παραδοσιακό καλλιεργητή, για να τον μεταβάλλουμε σε εργάτη πολυεθνικών κολοσσών, μήπως θα έπρεπε να στραφούμε ακριβώς σ’ αυτόν;
Προτού λοιπόν αφανιστούμε ως κράτος γεωργικώς, όπως τα εκατομμύρια αμάζευτες ελιές , βερύκοκα , σταφύλια ,ροδακινα μαρτυρούν κάθε χρόνο ανά την ελληνική ύπαιθρο, δεν θα πρέπει να σκεφτούμε μήπως υπάρχουν τρόποι εκμετάλλευσης αυτών που έχουμε, όπως μια πιο αρμονική με τη φυση γεωργοκτηνοτροφία;
Ας είμαστε πάντως βέβαιοι ότι αν δεν το κάνουμε εμείς, θα φροντίσουν να το κάνουν άλλοι. Και την επόμενη φορά που θα ψάχνουμε έντρομοι για το «αγνό» κατσικάκι, μάλλον θα γράφει επάνω του «Πορτογαλίας».
