ΚΩΣΤΑΣ ΛΥΤΡΑΣ
Μια φορά κι έναν καιρό, εκεί στις ψηλές, κορφές του Γράμμου και της Πινδου, ζούσε μια μεγάλη παρέα λύκων. Όλα τα ζώα, ήμερα και άγρια ζούσαν κοπαδιαστά. Για να προσέχει το ένα το άλλο, να φροντίζουν οι μαμάδες τα όρφανά,να βρίσκουν πιο εύκολα τροφή. Να συζητούν βρε αδελφέ, τις κρύες νύχτες του χειμώνα, τις φεγγαρόλουστες βραδιές του Αυγούστου.
Μόνο τα γαϊδούρια και οι λαγοί δεν γίνονται κοπάδι έλεγε ο παππούς…Οι λύκοι, γέμιζαν τα λαγκάδια με τις δυνατές φωνές τους, μόλις η νύχτα απλώνονταν πάνω στις χιονισμένες πλαγιές. Ήταν μια συναυλία που κανένα δεν φόβιζε. Ίσα ίσα που οι παππούδες, τα ήθελαν τα ουρλιαχτά, γιατί μ’ αυτά κανόνιζαν τις δουλειές της επόμενης μέρας.
Δυνατά, γρήγορα και πολλά, σήμαινε παράταση της κακοκαιρίας… Αργόσυρτα και μαλακά, έδειχναν ίσως και ήλιο την επόμενη. Κάτι, σαν το δελτίο καιρού, της εποχής!
Έλεγαν όμως οι παλιοί, ιστορίες για έναν λύκο μοναχό ,έναν λύκο που συναντούσαν πάντα μόνο. Δεν έφευγε αμέσως…Περίμενε σ’ ένα ψηλό σημείο του μονοπατιού και μύριζε επίμονα τον αέρα . Κι αν ήταν σερνικος ο διαβάτης, κουνούσε την ουρά του κι έφευγε…Αν ήταν γυναίκα, εξαφανίζονταν μόνο με τη μυρωδιά.
Ο παππούς Περικλής που μου έλεγε την ιστορία αυτή , το Χωριο είχε πάντα τη δίκη του λυκοκομπανία. Όταν οι ισορροπίες χαλούσαν και οι λύκοι πλήθαιναν, έμπαινε στο παιχνίδι το κόλπο του τράγου. Έπαιρναν τον πιο γέρο τράγο, μια νύκτα με φεγγάρι, στο καταχείμωνο, και τον πήγαιναν στον βράχο . Έδεναν τον τράγο στην άγρια γκορτσια,και έπιαναν θέσεις πάνω στον βράχο με τα κοκοροντούφεκα. Όλο το Χωριο, πήγαινε στον βράχο. Οποίος κρατούσε τουφέκι. Γκράδες, εμπροσθογεμή, πρόχειροι σίδηρο σωλήνες.
Όλοι,εκτός από τον γέρο-Περικλή!

Μετά τον πόλεμο, δεν πάτησε στον βράχο ,έλεγαν οι χωριανοί.
Γεννημένος στις αρχές του αιώνα, ψηλόλιγνος και λιγομίλητος, ρουφούσε ανέμελα τον καφέ του μια μέρα, μια μέρα που το χιόνι έπνιξε τις … καπνοδόχους. Ογδόντα πέντε χρόνων, σαν τις λευκές κορφές του Γράμμου ήταν τότε.
Μ’ αγαπούσε γιατί πάντα ρωτούσα επίμονα για τα παλιά, κι ας μην απαντούσε… Με αγαπούσε γιατί ήξερα την μάρκα που κάπνιζε («Ματσάγγος» θυμάμαι). Μια φορά που έπινε τον καφέ μετρούσε τις φουσκάλες του καφέ, στρίβοντας το θεόρατο μουστάκι του.
Άδειο το καφενείο εκείνη τη μέρα του χιονιά, μόλις αχνοχάραζε.
«Κρατάς μυστικό, ρε; Έλα, κάτσε, θα σε πω» είπε ήρεμα, δείχνοντας με την πελώρια χερουκλα του την διπλανή καρεκλα.
Πήδηξα στην καρεκλα και κάρφωσα τα μάτια μου στα δικά του. Ήτανε μεγάλα και …δακρυσμένα .
«Τα χρόνια εκείνα- ξεκίνησε ρουφώντας την μύτη του- πόλεμος γίνονταν στον τόπο μας… Όλοι πολεμούσαν όλους. Οι Έλληνες τους Τούρκους και τους Βούλγαρους. Οι Βούλγαροι τους Έλληνες και τους Τούρκους και οι Τούρκοι, Βούλγαρους και τους Έλληνες .
Μπέρδεμα. Νέος τότε, παλληκάρι, ανέβηκα μια μέρα στο βουνό, να βοηθήσω μια δικιά μας παρέα τον δρόμο να βρουν… Κι έμεινα τέσσερα χρόνια στα βουνά. Με την κάπα, τον σταυρό, και το τουφέκι.
Εκεί μια μέρα περνούσαμε κοντά απ’ το Χωριο. Δεν άντεξα, μαζί με τον αχώριστο Μανώλη τον Κρητικό, έτρεξα στο σπιτι της μπαμπως μου , λίγο ψωμί, λίγο φαΐ σπιτικό να γευθούμε… Μας κάρφωσε όμως ο …»
Σταμάτησε ο γέρος, δεν μου είπε το όνομα.
«Μετά, τι έγινε μετα ;» Κρεμάστηκα απ’ τα χείλη του.
«Ήλθε στρατός, πλάκωσε Τουρκία. Τα πόδια στον ώμο, τρέξιμο. Οι σφαίρες κεντούσαν σταυροβελονιες γύρω μας. Ακριβώς πάνω στον βράχο, έτσι αμίλητα, γυρνάω και βλέπω τον Μανώλη να λυγίζει… « Σκυλιά» φώναξε και ξεψύχησε… Πρόλαβα μόνο να τον ακουμπήσω στην άκρη των μαλλιών του. Γύρισα μετα από δυο νύχτες. Ρώτησα τον Αλβανό τσομπάνο του χωριού. Πουθενά το κουφάρι του. Ρωτούσα όποιον συναντούσα μάταια… Τελείωσε ο πόλεμος.
Μια νύχτα, δυο νύχτες, τρεις νύχτες, κάθε νύχτα πια, μιλούσα με τον Μανώλη. Εγώ σκεπτόμουν ότι ήταν εκεί έξω, στο κρύο, χωρίς κάπα…Τις είχαμε πετάξει τότε, για να τρέξουμε γρήγορα…
Ώσπου μια νύχτα μου το έσκασε το μυστικό: « Μην φοβάσαι, ρε» μου λέει. « Τώρα δεν κρυώνω, την έστρωσα καλά την κάπα.Έγινα λύκος, ένας ήσυχος λύκος. Έπεσα τότε, επτά σφαίρες έφαγα. Και πριν οι άπιστοι με φθάσουν, κατεβαίνει ο Θεός και μου λέει: «Μανωλιό τι να σε κάνω, που σ’ αγαπάω τόσο»;…
«Λύκο κάνε με Δέσποτα, τις κάπες μα μη χάνω, να μη με βρίσκουν τα σκυλιά»…
Υ.Σ. Δεν είναι παραμύθι. Αν ποτέ βρεθείτε στις πλαγιές του ανατολικού Γράμμου κι ακούσετε λύκο να ουρλιάζει, μπορεί να είναι ο Μανωλιός απ’ τα Σφακιά, που ψάχνει τον Γέρο Περικλή. Γιατί έφυγε κι αυτός τώρα πια …
