Φόρτωση Text-to-Speech…
Μετά τον αποτυχημένο πόλεμο με το Ιράν, η στάση της διοίκησης Τραμπ στο ΝΑΤΟ αποκαλύπτει πολύ περισσότερα από όσα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις παραδέχονται δημόσια. Υπάρχει πλέον μια ξεκάθαρη απαίτηση τα κράτη-μέλη να στηρίζουν ενεργά τις ΗΠΑ, ακόμη και σε μακρινές πολεμικές συγκρούσεις.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να επιμένει στην κατακόρυφη αύξηση των αμυντικών δαπανών, προωθώντας τον μη ρεαλιστικό στόχο του 5% του ΑΕΠ. Αν και η Ευρώπη καταβάλλει προσπάθειες για να ανταποκριθεί επιτυχώς, η αμερικανική πλευρά επιπρόσθετα αναμένει ότι μεγάλο μέρος αυτών των χρημάτων θα κατευθύνεται σε αμερικανικά οπλικά συστήματα. Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει την Ευρώπη ως έναν πειθήνιο εταίρο.
Η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στον πρόεδρο Τραμπ σαφώς καταδεικνύει στρατηγική αμηχανία και ανασφάλεια. Οι μεγάλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιδιώκουν πάση θυσία να διατηρήσουν την ενότητα της Συμμαχίας, επειδή η Ρωσία δυστυχώς αντιμετωπίζεται ως υπαρξιακή απειλή. Οι χαμηλοί τόνοι έναντι της Ουάσιγκτον, όμως, δεν κατευνάζουν τον υπολανθάνοντα αναθεωρητισμό της αμερικανικής ηγεσίας. Λόγω της ιδεολογικοποίησης της ισχύος στην αμερικανική πρωτεύουσα, ο ιδιότυπος ευρωπαϊκός κατευνασμός εντός του ΝΑΤΟ εκλαμβάνεται ως μια τρανή απόδειξη της αμερικανικής φυσικής υπεροχής. Δεν είναι τυχαίο ότι χθες ο Αμερικανός πρόεδρος επανέλαβε τις απειλές του εναντίον της Γροιλανδίας και της Δανίας. Συνολικά το ΝΑΤΟ εξελίσσεται σε μια λιγότερο θεσμική συμμαχία, όπου η ηγετική ομάδα στην Ουάσιγκτον αξιώνει απόλυτη ευθυγράμμιση με τις επιλογές της.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον σκληρής συναλλακτικής διπλωματίας, η θέση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη. Εξαιτίας των αντιδυτικών επιλογών της στη Μέση Ανατολή και της ενεργειακής προσέγγισής της με τη Μόσχα, η Τουρκία παρέμεινε σε σχετική απομόνωση την τελευταία δεκαετία. Δεν φαίνεται να ισχύει κάτι τέτοιο τώρα. Η επικείμενη υπογραφή αμυντικής συμφωνίας με το Λονδίνο, η πρόθεση του Παρισιού και της Ρώμης να προχωρήσουν σε πώληση προηγμένων αντιαεροπορικών συστημάτων και, κυρίως, η επιλογή της διοίκησης Τραμπ να επαναφέρει στο τραπέζι το ενδεχόμενο επιστροφής στο πρόγραμμα των F-35 υποδηλώνουν ότι το κλίμα μεταβάλλεται ριζικά υπέρ της Τουρκίας.
Στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία ο γεωπολιτικός ρόλος της Τουρκίας αναβαθμίζεται για τρεις λόγους.
Πρώτον, η Αγκυρα λειτουργεί ως πάροχος ασφάλειας στη Συρία, στη Λιβύη και στη Σομαλία, δηλαδή τρεις χώρες που αποτελούν σταθερές εστίες περιφερειακής αστάθειας. Η Τουρκία διαθέτει στρατιωτικές δυνατότητες και γεωγραφική εγγύτητα που καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί να αντιπαραβάλει.
Δεύτερον, η Αγκυρα συνεχίζει να λειτουργεί ως ένας εξισορροπητικός παράγοντας έναντι της Τεχεράνης, που καταφανώς διατηρεί την αυτοπεποίθησή της στην ευρύτερη περιοχή. Στη μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφάλειας της Μέσης Ανατολής, για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στην Ουάσιγκτον η Τουρκία μπορεί να επιτηρεί τις ιρανικές δραστηριότητες και να λειτουργεί ως μέρος μιας συμμαχίας που στοχεύει στην ανάσχεση της ιρανικής απειλής.
Τρίτον, η εξωστρεφής τουρκική αμυντική βιομηχανία λειτουργεί ως μοχλός πίεσης ενάντια στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Παρά τα αντιθέτως λεγόμενα, ελάχιστοι άνθρωποι στο αμερικανικό κατεστημένο βλέπουν με καλό μάτι την προσπάθεια της ενωμένης Ευρώπης να οικοδομήσει μια αποκλειστικά δική της αμυντική βιομηχανία.
Η αναδιάταξη ισορροπιών στο ΝΑΤΟ αναγκάζει την Αθήνα να αναπροσαρμόσει τον στρατηγικό ρόλο της. Η συνεπής φιλοαμερικανική πολιτική, η απουσία αναθεωρητικών τάσεων και η προσήλωση στη θεσμική λειτουργία του ΝΑΤΟ δεν επαρκούν πλέον. Από τη στιγμή που ο μεγαλύτερος γεωπολιτικός αντίπαλός μας επανέρχεται δυναμικά στο επίκεντρο της Συμμαχίας, η χώρα μας πρέπει να αξιοποιήσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματά της για να διατηρήσει την περιφερειακή ισορροπία και να ενισχύσει τη θέση της.
Η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ πρέπει να διαφυλαχθεί, ασχέτως αν τα ελληνικά και τα ισραηλινά συμφέροντα δεν ταυτίζονται πάντα. Εδώ που φθάσαμε αυτό δεν έχει μεγάλη σημασία. Παράλληλα, η Αθήνα οφείλει να προωθήσει συνεργασίες που ενισχύουν την ευρωπαϊκή αμυντική συνοχή και μειώνουν την εξάρτηση από εξωευρωπαϊκούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων της Τουρκίας.
* Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.
