Αξίζει η ασφάλιση ενάντια στις φυσικές καταστροφές;


Οι φυσικές καταστροφές δεν είναι πλέον «μαύροι κύκνοι». Αντίθετα, αποτελούν τη νέα κανονικότητα· και αυτό δεν αποτελεί απλώς μια περιβαλλοντική διαπίστωση, αλλά μια βαθιά οικονομική και κοινωνική πρόκληση. Η κλιματική αλλαγή μετατρέπεται σταδιακά σε κρίση ανθεκτικότητας, με τις επιπτώσεις να επηρεάζουν άμεσα τις οικονομίες, τις επιχειρήσεις και την καθημερινότητα των πολιτών. Σε διεθνές επίπεδο, τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: Οι ζημιές από φυσικά φαινόμενα αυξάνονται σταθερά, με τις μέσες ετήσιες απώλειες να έχουν σχεδόν διπλασιαστεί τις τελευταίες δεκαετίες, φτάνοντας το 2024 τα 368 δισ. δολάρια. Παράλληλα, το παγκόσμιο ασφαλιστικό κενό παραμένει υψηλό, αγγίζοντας τα 139 δισ. δολάρια ετησίως. Η αύξηση αυτή δεν οφείλεται μόνο στην ένταση των φαινομένων, αλλά και στη μετακίνηση πληθυσμών και οικονομικών δραστηριοτήτων σε περιοχές υψηλού κινδύνου.

Μάλιστα, στην Ελλάδα η εικόνα δείχνει ακόμα πιο «ζοφερή»: Η γεωγραφική θέση της χώρας την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε πλημμύρες, πυρκαγιές και σεισμούς, ενώ τα τελευταία χρόνια καταγράφεται σαφής μετατόπιση προς πιο έντονα και συχνά κλιματικά φαινόμενα. Μέσα σε 32 χρόνια, λοιπόν, έχουν καταγραφεί 59 μεγάλα καταστροφικά γεγονότα, με αποζημιώσεις που ξεπερνούν το 1,3 δισ. ευρώ. Το εν λόγω ποσό αφορά μόνο το ασφαλισμένο κομμάτι των ζημιών. Στην πράξη, το πραγματικό κόστος για την οικονομία είναι πολλαπλάσιο.

Οι διαχρονικές αδυναμίες

Το 2023 αποτέλεσε σημείο καμπής. Η κακοκαιρία Daniel ανέδειξε με τον πιο δραματικό τρόπο τα όρια του υφιστάμενου μοντέλου διαχείρισης καταστροφών. Η χώρα κατέγραψε από τα υψηλότερα κόστη ανά κάτοικο στην Ευρώπη, με τις οικονομικές απώλειες να ξεπερνούν κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Περισσότερο όμως από το μέγεθος της καταστροφής, αυτό που ανέδειξε το φαινόμενο ήταν οι διαχρονικές αδυναμίες: ελλιπής πρόληψη, ανεπαρκής σχεδιασμός και περιορισμένος συντονισμός μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων. Και όμως, παρά τη συχνότητα και την ένταση των φαινομένων, η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να λειτουργεί με όρους «αντίδρασης». Όπως έχει επισημανθεί σε σχετικές συζητήσεις, ένας στους δύο Έλληνες δεν πιστεύει ότι διατρέχει κίνδυνο από σεισμό, ενώ μόλις ένας στους τρεις αναγνωρίζει την πιθανότητα φυσικής καταστροφής. Το αποτέλεσμα είναι ένα τεράστιο κενό προστασίας, με λιγότερους από το 30% των πολιτών να αναζητούν ενεργά ασφαλιστική κάλυψη.

Αξίζει η ασφάλιση ενάντια στις φυσικές καταστροφές;-1

Αυτό το έλλειμμα ενημέρωσης μεταφράζεται σε πραγματικό οικονομικό και επιχειρηματικό ρίσκο. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μια πλημμύρα ή μια πυρκαγιά δεν σημαίνει απλώς ζημιά· σημαίνει διακοπή λειτουργίας, απώλεια πελατών και, σε αρκετές περιπτώσεις, οριστικό κλείσιμο. Μάλιστα, η διακοπή εργασιών αποδεικνύεται συχνά πιο κρίσιμη από την ίδια τη ζημιά, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια μεριδίου αγοράς προς τον ανταγωνισμό. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, εντοπίζεται στο χαμηλό επίπεδο ασφαλιστικής κάλυψης. Στην Ελλάδα, περίπου το 90% των οικονομικών απωλειών από φυσικές καταστροφές παραμένει ανασφάλιστο. Με απλά λόγια, μόνο 1 ευρώ από τα 10 που χάνονται είναι ασφαλισμένο. Αυτό σημαίνει ότι το βάρος μεταφέρεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο κράτος και στους ίδιους τους πολίτες. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου η ιδιωτική ασφάλιση καλύπτει σημαντικό μέρος των ζημιών, στην Ελλάδα η εξάρτηση από την κρατική αρωγή παραμένει κυρίαρχη.

Το αποτέλεσμα είναι ότι κάθε μεγάλη καταστροφή μετατρέπεται σε δημοσιονομική και κοινωνική κρίση. Τα ποσά που καταβάλλονται συχνά δεν επαρκούν για την πλήρη αποκατάσταση των ζημιών, ενώ η διαδικασία είναι χρονοβόρα και επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά. Είναι φανερό πως το συγκεκριμένο μοντέλο δεν είναι βιώσιμο μακροπρόθεσμα, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον όπου τα ακραία φαινόμενα αυξάνονται.

Τι πρέπει να γίνει

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγκη για αλλαγή είναι επιτακτική. Η πρόταση για τη δημιουργία ενός κρατικού ασφαλιστικού μηχανισμού για φυσικές καταστροφές, στα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μοντέλα όπως αυτό της Ισπανίας δείχνουν ότι είναι εφικτή η καθολική κάλυψη με χαμηλό κόστος, μέσα από τη συγκέντρωση του κινδύνου και τη δημιουργία αποθεματικών. Παράλληλα, γίνονται ήδη βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση: Η υπογραφή του μνημονίου συνεργασίας μεταξύ του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας και του Ελληνικού Δικτύου Ανθεκτικών Πόλεων αποτελεί μια πρώτη ουσιαστική προσπάθεια ενίσχυσης του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης στην πρόληψη και τη διαχείριση κινδύνων. Η ενίσχυση των δήμων με εξειδικευμένο προσωπικό και η αξιοποίηση χρηματοδοτικών εργαλείων δείχνουν ότι η συζήτηση αρχίζει να περνά από τη θεωρία στην πράξη.

Την ίδια στιγμή, η τεχνολογία ανοίγει νέους δρόμους: εργαλεία που αξιολογούν τον κίνδυνο σε επίπεδο γεωγραφικής συντεταγμένης, η αξιοποίηση δεδομένων και οι συνεργασίες με ερευνητικά ιδρύματα επιτρέπουν πιο ακριβή πρόβλεψη και καλύτερη προετοιμασία. Ωστόσο, χωρίς ουσιαστικές συνέργειες μεταξύ κράτους, ασφαλιστικής αγοράς και τοπικής αυτοδιοίκησης, καμία μεμονωμένη πρωτοβουλία δεν μπορεί να αποδώσει.

Χωρίς ουσιαστικές συνέργειες μεταξύ κράτους, ασφαλιστικής αγοράς και τοπικής αυτοδιοίκησης, καμία μεμονωμένη πρωτοβουλία δεν θα αποδώσει.

Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι σαφές: Οι φυσικές καταστροφές δεν μπορούν να αποφευχθούν, αλλά οι συνέπειές τους μπορούν να περιοριστούν. Αυτό, βέβαια, απαιτεί μια συνολική αλλαγή προσέγγισης: από την κουλτούρα της αποζημίωσης στην κουλτούρα της πρόληψης. Για την ελληνική οικονομία και τις επιχειρήσεις, αυτή η μετάβαση δεν είναι απλώς μια στρατηγική επιλογή. Είναι όρος επιβίωσης σε έναν κόσμο όπου το ρίσκο δεν μειώνεται, απλώς αλλάζει μορφή.



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις