ΚΩΣΤΑΣ ΛΥΤΡΑΣ
«Όταν το σπιτι χωρούσε και τον παππού και τη γιαγιά»
Το πρώτο χέρι που άγγιζε το μέτωπο κι έδιωχνε τον εφιάλτη του παιδικού ύπνου ήταν της γιαγιάς. Η ψυχή του κάθε σπιτιού, η πιο ζεστή αγκαλιά μετά τη μητρική, τα γόνατα που χόρευαν το εγγόνι. Εκείνη που ξυπνούσε πρώτη και πλαγιαζε τελευταία και στο τραπέζι καθόταν άκρη-άκρη στην καρεκλα, για να’ ναι έτοιμη να πεταχτεί στην κουζίνα, μην λείψει τίποτε. Όλα τα σπίτια , των συνοικιών , στην επαρχία και στο Χωριο, είχαν τον φύλακα-άγγελο της οικογένειας. Λιγότεροι οι παππούδες, πέθαιναν πρώτοι, ή είχαν χαθεί στους πολέμους, στα αντάρτικα, στην αντίσταση. Τυχερά τα σπίτια που’ χαν και παππού να παίζει με τα αγόρια στρατιωτάκια, να τους φτιάχνει τις φιγούρες του Καραγκιόζη, να στήνουν στην αυλή το σεντόνι και να καλούν τη γειτονιά στο «θίασο των σκιών». Ή να φτιάχνει τον χαρταετό της Καθαρής Δευτέρας με τα ζύγια και την ουρά, και να πηγαίνει τα παιδιά «να πετάξουν τον αετό» από το ψηλότερο ύψωμα.
Ακόμη πιο τυχερά τα σπίτια που’ χαν παππού και γιαγιά μαζί, γιατί το σοφό ζευγάρι ήταν η προσωποποίηση της γαλήνης και της πείρας, το καταφύγιο κάθε σκανταλιας, οι μόνοι που μπορούσαν να γλιτώσουν τα εγγόνια από την τιμωρία.
Ζούσαν με το γιο ή την κόρη, και τα εγγόνια «δυο φορές παιδιά», δυο φορές αγαπημένα. Στα χρόνια που κυλούσαν, αυτοί ήταν οι θεματοφύλακες της εστίας. Κι όταν ήρθαν τα δύσκολα ο πόλεμος , ο εμφύλιος, οι όλμοι που έσκαζαν γύρω, η πείνα, η καχυποψία, αυτοί ήταν που χαλύβδωναν την οικογένεια, έδιναν κουράγιο στον πατέρα που έτρεχε να βρει φαγώσιμα για τα παιδιά, και φάρμακα όταν οι αρρώστιες χτυπούσαν την πόρτα.
Τι να πεις στα σημερινά παιδιά κι εγγόνια, στη γενιά των Timberland και των «σινιε» ρούχων και ρολογιών, για τα παιδιά που έπαιζαν στο χωματένιο δρόμο.

Ο πόλεμος κάποτε τελείωσε, το σχολείο έγινε ο άλλος κόσμος, η γέφυρα για ένα καλύτερο «αύριο», μαθαίναμε αγγλικά με απληστία, γιατί θυμόμαστε την πείνα και τα δέματα του Ερυθρού Σταυρού, και τις κονσέρβες και τις αγγλικές σοκολάτες.
Και από τα ραδιόφωνα-ορθάνοιχτα, σαν τα παράθυρα μας- σκόρπιζε μουσική που μας έδενε οικογένεια και γειτονιά, σφιχτά, σαν μια αγκαλιά « Λίγα λουλούδια αν θέλεις φίλε μου, εμπα και μύρισε απόψε …»
Για να ξυπνήσει την εγγονή ήταν το γρήγορο χάδι στο μέτωπο από τη γιαγιά. « Ξυπνα κόρη μου , να πιεις το γάλα σου, να πας σκολειό. Και κάνει ένα κρύο έξω…». Ήταν η προετοιμασία για μια ακόμα μέρα χειμώνα, στο κοιμισμένο σπιτι, που η σόμπα με τα ξύλα θέρμαινε μόνο το κεντρικό χολ, όπου και το τραπέζι με το πρωινό.
Τα γύρω δωμάτια, η σάλα, η τραπεζαρία, οι κρεβατοκάμαρες άνοιγαν τις πόρτες τους ανάλογα- για να μη χάνεται η ζέστη.
Αλλά και ώρα για παιχνίδι-«με τα παιδιά», μαγική λέξη! «Σας πήραμε, σας πήραμε φλουρί κωσταντινάτο, μας πήρατε, μας πήρατε, βαρέλι δίχως πάτο», «Μέλισσα- μέλισσα, μέλι γλυκύτερον». Και τα αγόρια «κλέφτες κι αστυνόμους» και βώλους, και αμάδες, και όλοι μαζί, αγόρια και κορίτσια, εκεί κατά το σούρουπο «κρυφτό».
Αγνώριστοι , ξανασυναντιόμαστε, με τα παραπανίσια κιλά και τα λιγότερα μαλλιά, τα κορίτσια και τ’ αγόρια της γειτονιάς, επιτυχημένοι, λιγότερο ή περισσότερο, με τις δικές μας πια οικογένειες, εκείνα τα παιδιά που έπαιζαν στην πλατεία Σκουφα και τα καλοκαίρια πήγαιναν σινεμαδάκι στον Ορφέα και αργότερα στο Ρεξ και στην ταράτσα του «Παλλας». Τι συντροφιά, Θεέ μου, αυτές οι ευωδιές από το γιασεμί, τα κρόσια από τις κουβέρτες, για ένα παιδί που βυθιζόταν στον ύπνο, με τους γονείς, τα αδέλφια, τη γιαγιά, τους θείους και τη θεία.
Τώρα , στους ίδιους δρόμους, ασφαλτοστρωμένους -η πρόοδος- παιρνούν, επιθετικά, τα αυτοκίνητα, με τους ανθρώπους μέσα, παγιδευμένους. Και το περίεργο είναι ότι τους αρέσει. Ο «Ορφεας» έγινε πολυκατοικία , το Ρεξ επισης, τα παλιά σπίτια με τις αυλές δεν άντεξαν στον χρόνο και κατεδαφίστηκαν , μόνο η μπουκαμβιλια έμεινε να θυμίζει κάτι…
Και τι μέλλει γενέσθαι; Ως πότε θα τρεφόμαστε με τις αναμνήσεις; Που θα ανθίσει το κρεμεζί γαρίφαλο , πότε θα περάσει, χέρι στοργικό, στο μέτωπο του παιδιού; Ως πότε θα οδηγούν, εμάς, αυτήν τη γενιά που έζησε με οικογένεια, στα λιγοστά νεοκλασικά που απέμειναν στην αδηφάγο πόλη, σαν σε προσκύνημα στον άγιο τόπο που κάποτε αξιωθήκαμε, και την αξία του δεν καταλάβαμε; Ως πότε ένα φωτισμένο κλειστό παραθυρόφυλλο θα φέρνει χτυποκάρδι, γιατί εκεί πίσω από τις γρίλιες ήταν ο κόσμος μας που χάσαμε.
Όσο αδειάζουν οι καρδιές μας τόσο γεμίζουμε το σπιτι μας με παλιά αντικείμενα . Κι όσο φεύγουν κι απομακρύνονται οι άνθρωποι που κάποτε γέμιζαν τέσσερις τοίχους με γέλια, τραγούδια ή και παράπονα , τόσο πληθαίνουν , σαν τα σβηστά κεριά, τα χαμογελαστά πρόσωπα μέσα στις κορνίζες ….
