ΗΠΑ–Ρωσία: Στο τραπέζι συμφωνία που συνδέεται με συμμάχους του Τραμπ


Οι συνομιλίες της κυβέρνησης Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον συμφωνία πετρελαίου ύψους δισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times.

Από τη συμφωνία θα μπορούσαν να επωφεληθούν επιχειρηματίες της Μέσης Ανατολής που διατηρούν δεσμούς με τους δύο βασικούς Αμερικανούς διαπραγματευτές, τον Στιβ Γουίτκοφ και τον Τζάρεντ Κούσνερ.

Η συμφωνία, η οποία τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων σε ολόκληρο τον κόσμο, που ανήκουν στη Lukoil, μία από τις μεγαλύτερες ενεργειακές εταιρείες της Ρωσίας.

Στην κορυφή του ομίλου που επιδιώκει τη συμφωνία βρίσκονται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, ο οποίος έχει δωρίσει 2 εκατ. δολάρια σε πολιτικές πρωτοβουλίες υπέρ του προέδρου Τραμπ, καθώς και δύο όμιλοι από τη Μέση Ανατολή που έχουν συναλλαγές με τον Κούσνερ ή την οικογένεια του Γουίτκοφ. Στον όμιλο συμμετέχει επίσης βραχίονας της ίδιας της αμερικανικής κυβέρνησης.

Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, τις οποίες φέρονται να περιέγραψαν στους New York Times οκτώ άνθρωποι με γνώση της υπόθεσης, ρίχνουν νέο φως στην τελευταία προσέγγιση του Τραμπ για τον τερματισμό του τετραετούς πολέμου που έχει στοιχίσει τη ζωή σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. 

Δεν υπάρχει ένδειξη ότι ο Κούσνερ ή ο Γουίτκοφ πρόκειται να αποκομίσουν οι ίδιοι οικονομικό όφελος. Ωστόσο, η υπό διαπραγμάτευση συμφωνία εγείρει ερωτήματα για το ενδεχόμενο διαπλοκής προσωπικών επιχειρηματικών σχέσεων και γεωπολιτικής, ακόμη και για μια κυβέρνηση που έχει επανειλημμένα απορρίψει ανησυχίες για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων, σύμφωνα με τους NYT.

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έθεσε το ζήτημα της συμφωνίας όταν συναντήθηκε με τον Γουίτκοφ και τον Κούσνερ στο Κρεμλίνο στις 5 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με τρεις πηγές της αμερικανικής εφημερίδας. Ο Πούτιν πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας για να δείξει στους Ρώσους ότι μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με μία από τις πηγές.

Λόγω του αυταρχικού πολιτικού συστήματος της Ρωσίας, ο Πούτιν θεωρείται ο τελικός λήπτης αποφάσεων στη Μόσχα, παρότι η Lukoil είναι τεχνικά ιδιωτική εταιρεία, επισημαίνεται στο δημοσίευμα.

Οι Αμερικανοί απάντησαν ότι θα εργαστούν για την επίτευξη της συμφωνίας, ανέφερε πηγή, σε ένδειξη «καλής θέλησης» απέναντι στο Κρεμλίνο και παράλληλα για να μειωθούν οι παγκόσμιες τιμές ενέργειας.

Η συμφωνία, όμως, είναι επίσης ιδιαίτερα επικερδής για τους αγοραστές: η έγκριση της πώλησης από τις ΗΠΑ θα σήμαινε ταυτόχρονα την απελευθέρωση ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, κάτι που θα πυροδοτούσε αυτομάτως αύξηση της αξίας τους.

Στη Μόσχα, η απόφαση για τη συμφωνία θεωρείται ευρέως ότι θα ληφθεί από τον Πούτιν, παρότι η Lukoil είναι ιδιωτική εταιρεία. Ετσι, η συναλλαγή-μαμούθ, που αφορά περιουσιακά στοιχεία όπως πετρελαιοπηγές στο Καμερούν και διυλιστήρια στην Ευρώπη μέχρι και πρατήρια καυσίμων στο Νιου Τζέρσεϊ, καταλήγει ουσιαστικά να εξαρτάται από τον Πούτιν και τον Τραμπ.

Ο Τραμπ προωθεί την προοπτική επιχειρηματικών συμφωνιών με τη Ρωσία από τις αρχές του περασμένου έτους, κάνοντας λόγο για «τεράστια ευκαιρία». Η συμφωνία φέρνει εκ νέου στο προσκήνιο την εταιρεία κρυπτονομισμάτων World Liberty Financial του Τραμπ, την οποία είχε συνιδρύσει ο Αμερικανός πρόεδρος με τον Γουίτκοφ. Ενας από τους επενδυτές στη συμφωνία για τη Lukoil είναι μέτοχος της World Liberty.

Ο Γουίτκοφ και ο Κούσνερ, οι οποίοι έχουν επισκεφθεί επανειλημμένα τη Ρωσία για συνομιλίες με τον Πούτιν, έχουν υποστηρίξει ότι η προοπτική αποκατάστασης των οικονομικών δεσμών με τη Δύση θα έπειθε τον Ρώσο πρόεδρο να κάνει συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Στο μεταξύ, η κυβέρνηση των ΗΠΑ στέλνει «μηνύματα» πως είναι ανοιχτή σε συμφωνίες με τη Ρωσία ακόμη και πριν από τη λήξη του πολέμου, για να δείξει ότι βλέπει σοβαρά την επανεκκίνηση των σχέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών με τη Μόσχα.

Η πώληση της Lukoil, σύμφωνα με τις πηγές των ΝΥΤ, αποτελεί μία από αυτές τις συμφωνίες.

Ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης φέρεται να επιβεβαίωσε ότι ο Γουίτκοφ και ο Κούσνερ διαδραμάτισαν άμεσα ρόλο στις διαπραγματεύσεις για τους οικονομικούς όρους της επένδυσης της αμερικανικής κυβέρνησης στη συμφωνία, ώστε να διασφαλιστεί ότι θα περιλαμβάνει «σημαντική προκαταβολή και συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών στα κέρδη».

Εκπρόσωπος του Γουίτκοφ δήλωσε, σύμφωνα πάντα με τους ΝΥΤ, ότι εκείνος «δεν λαμβάνει μισθό και ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο με το δικό του αεροσκάφος, με δικά του έξοδα, εργαζόμενος για λογαριασμό του προέδρου Τραμπ, προκειμένου να διαπραγματευτεί την ειρήνη και την επιστροφή των ομήρων στις οικογένειές τους». Πρόσθεσε ότι στην περίπτωση του Γουίτκοφ δεν τίθεται ζήτημα «σύγκρουσης συμφερόντων ούτε οικονομικών συμφερόντων στην υπόθεση».

Μια προσφορά που ματαιώθηκε

Πολλοί υποψήφιοι αγοραστές εξέφρασαν ενδιαφέρον τουλάχιστον για ένα μέρος των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil, όταν αυτά βγήκαν προς πώληση το περασμένο φθινόπωρο, μεταξύ άλλων και αμερικανικοί ενεργειακοί κολοσσοί όπως η Chevron.

Η επενδυτική εταιρεία Carlyle, με έδρα την Ουάσιγκτον, κατέληξε τον Ιανουάριο σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους των περιουσιακών στοιχείων, υποστηρίζοντας ότι η μεταφορά του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil σε αμερικανική ιδιοκτησία θα εξυπηρετούσε τον στόχο της κυβέρνησης Τραμπ για «ενεργειακή κυριαρχία».

Τους τελευταίους μήνες, όμως, καθώς η έγκριση της προσφοράς της Carlyle εκ μέρους της κυβέρνησης Τραμπ παρέμενε σε εκκρεμότητα, εμφανίστηκε άλλος όμιλος ως επικρατέστερος υποψήφιος αγοραστής: ένας όμιλος υπό την ηγεσία του Μπόελι, δισεκατομμυριούχου υποστηρικτή του Αμερικανού προέδρου, μαζί με πρόσωπα από τη Μέση Ανατολή με δεσμούς με την ίδια την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Τα μέλη της κοινοπραξίας αποκαλύφθηκαν την περασμένη εβδομάδα από τους Financial Times.

Ο Μπόελι είναι συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και τον Δεκέμβριο του 2025 δώρισε 1 εκατ. δολάρια στο MAGA, πολιτικό κίνημα το οποίο πρόσκειται στον Τραμπ. Επιπλέον, πρόσφερε 1 εκατ. δολάρια μέσω της επενδυτικής του εταιρείας, Eldridge Industries, κατά την ορκωμοσία του Τραμπ.

Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC), υπηρεσίας που επενδύει και παρέχει δάνεια για έργα στο εξωτερικό. Αξιωματούχος της εν λόγω υπηρεσίας δήλωσε ότι ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil «ανταποκρίνεται στη δέσμευση της κυβέρνησης Τραμπ για την ενίσχυση της οικονομικής ασφάλειας των ΗΠΑ, την προώθηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και τη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς».

Ωστόσο, δεν πρόκειται για μία αποκλειστικά αμερικανική εξαγορά.

Σημαντικός μέτοχος θα είναι όμιλος με έδρα το Κατάρ που ελέγχεται από τους αδελφούς Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ. Και οι δύο παρέστησαν στην ορκωμοσία του Τραμπ το 2025 και έκτοτε έχουν αναπτύξει συνεργασία με τον Κούσνερ και τη σύζυγό του, Ιβάνκα Τραμπ, μία από τις κόρες του Αμερικανού προέδρου, για τη χρηματοδότηση έργου κατασκευής πολυτελούς τουριστικού συγκροτήματος στη νότια Αλβανία.

Αλλος σημαντικός μέτοχος θα είναι επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, κορυφαίο σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο σεΐχης ελέγχει και άλλο επενδυτικό ταμείο που απέκτησε σημαντικό μερίδιο στην εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ, World Liberty, η οποία λειτουργεί εν μέρει υπό την εποπτεία του γιου του Γουίτκοφ.

Ο Στιβ Γουίτκοφ ήταν συνιδρυτής της World Liberty, ενώ στην εταιρεία συμμετέχουν επίσης οι γιοι του Τραμπ. Η εταιρεία απέφερε στον Τραμπ 799 εκατ, δολάρια πέρυσι, εν μέρει λόγω της αγοράς κρυπτονομισμάτων ύψους 2 δισ. δολαρίων που πραγματοποίησε το 2025 εταιρεία, η οποία συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν. Ο ίδιος ο Γουίτκοφ έχει πουλήσει το μερίδιό του στη World Liberty, σύμφωνα με πρόσωπο του περιβάλλοντός του.

Ο σεΐχης Ταχνούν με τη σειρά του, συμμετέχει επίσης στην εποπτεία του επενδυτικού ταμείου του Αμπού Ντάμπι, Lunate, που αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους μετόχους της εταιρείας private equity την οποία ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο, στο τέλος της πρώτης θητείας του Τραμπ. Αυτό σημαίνει ότι ο σεΐχης Ταχνούν είναι, ουσιαστικά, και επιχειρηματικός εταίρος του Κούσνερ.

«Ανησυχητικό» πλέγμα

Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, έως την έναρξη της πρώτης θητείας του Τραμπ, δήλωσε ότι οι σχέσεις του Γουίτκοφ και του Κούσνερ με πρόσωπα που εμπλέκονται στη συμφωνία για τη Lukoil δείχνουν γιατί οι φίλοι και τα μέλη της οικογένειας του Τραμπ δεν πρέπει να κατέχουν κορυφαίες θέσεις ως σύμβουλοι εξωτερικής πολιτικής.

«Πρόκειται για ένα ανησυχητικό και πολύ προβληματικό σύνολο διασυνδέσεων», δήλωσε η Τσεν. «Πρέπει να διερωτηθεί κάποιος πώς αξιολογεί η κυβέρνηση Τραμπ τους διαφορετικούς υποψήφιους αγοραστές. Θα μπορούσαν τα προσωπικά συμφέροντα να επηρεάσουν με λανθασμένο τρόπο το αποτέλεσμα;», πρόσθεσε η ίδια.

Η πολυεθνική διοίκηση της Lukoil, η οποία εδρεύει στην Αυστρία, είχε προσλάβει δικό της σύμβουλο στην Ουάσιγκτον, τον Μπράιαν Λάνζα, ο οποίος βρίσκεται κοντά στον Τραμπ. Ο Λάνζα υπήρξε ανώτερος σύμβουλος της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ το 2024 και σήμερα εργάζεται στη Mercury Public Affairs. Σύμφωνα με άνθρωπο που γνωρίζει την υπόθεση, δεν εργάζεται πλέον για τη Lukoil.

Η συμφωνία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί, ενώ απαιτείται έγκριση του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, το οποίο εποπτεύει την εφαρμογή των κυρώσεων.

Στην περίπτωση της Lukoil, ωστόσο, τα άτομα που εμπλέκονται στη διαδικασία ανέφεραν ότι οι βασικές αποφάσεις λαμβάνονται στον Λευκό Οίκο. 

Το ζήτημα της Lukoil τέθηκε για πρώτη φορά σε συζήτηση μεταξύ του Ρώσου προέδρου και των Γουίτκοφ και Κούσνερ, κατά τη συνάντηση της 5ης Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με πηγή των ΝΥΤ.

Ωστόσο, ο Κίριλ Ντμίτριεφ, οικονομικός απεσταλμένος του Πούτιν, φέρεται να έχει εμπλακεί ενεργά στη διαδικασία πώλησης. Τον περασμένο μήνα ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον για συναντήσεις και δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι ο «διάλογος» με τις Ηνωμένες Πολιτείες «συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, συμπεριλαμβανομένου του ενεργειακού».

Τα διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο. Παράγουν ντίζελ και καύσιμα για αεροσκάφη, τα οποία βρίσκονται σε έλλειψη μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ο οποίος έχει οδηγήσει τις τιμές προς τα πάνω και έχει δώσει στον Τραμπ ένα επιπλέον κίνητρο να στηρίξει μια συμφωνία που θα αυξήσει την πρόσβαση σε ενεργειακούς πόρους.

Η Lukoil αποτίμησε τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία στα 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους, όμως το τίμημα και η δομή της προτεινόμενης συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστά.

Αγώνας δρόμου για τα περιουσιακά στοιχεία

Η κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε κυρώσεις στη Lukoil πριν από έναν χρόνο, κάνοντας λόγο για απόφαση νέα πίεση προς τον Πούτιν προκειμένου να «σταματήσει τις σκοτωμούς». Παράλληλα, δημιούργησε μία ευκαιρία: η Lukoil υποχρεώθηκε να εκποιήσει το εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της.

Επενδυτές από όλο τον κόσμο έσπευσαν να υποβάλουν προσφορές για τα περιουσιακά στοιχεία, όμως η αμερικανική κυβέρνηση διατηρούσε δικαίωμα βέτο, καθώς είχε τον έλεγχο των κυρώσεων. 

Η κούρσα για την εξαγορά επιταχύνθηκε τον περασμένο Νοέμβριο, όταν το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών απέρριψε αρχική προσφορά της Gunvor, ελβετικής εταιρείας εμπορίας ενέργειας με παλαιότερους δεσμούς με τη Ρωσία, η οποία είχε κινηθεί για την εξαγορά των ξένων περιουσιακών στοιχείων της Lukoil. Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε τότε ότι «όσο ο Πούτιν συνεχίζει τις δολοφονίες, η μαριονέτα του Κρεμλίνου, η Gunvor, δεν πρόκειται να λάβει άδεια για να δραστηριοποιηθεί και να αποκομίσει κέρδη».

Η Carlyle εξασφάλισε τον Ιανουάριο «μη αποκλειστική» συμφωνία με τη Lukoil για την πώληση των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της. Η τελική έγκριση της συμφωνίας ανήκε στο υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ. Καθώς περνούσαν οι μήνες χωρίς να ολοκληρώνεται η συναλλαγή, άλλοι υποψήφιοι αγοραστές ενέτειναν τις προσπάθειές τους να πάρουν τη θέση της Carlyle.

Ο Μπόελι διαθέτει περιορισμένη εμπειρία στον τομέα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του προέρχεται από επενδυτικές εταιρείες όπως η Guggenheim Partners και η Eldridge Industries, καθώς και από επενδύσεις σε αθλητικές ομάδες και στην ψυχαγωγία, μεταξύ άλλων, από τα μουσικά πνευματικά δικαιώματα του Μπρους Σπρίνγκστιν.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, οι δισεκατομμυριούχοι αδελφοί Χαγιάτ, οι οποίοι γεννήθηκαν στη Συρία και μεταφέρθηκαν στο Κατάρ κατά τη διάρκεια του συριακού εμφυλίου πολέμου, έχουν αρχίσει να συγκεντρώνουν σημαντικό χαρτοφυλάκιο περιουσιακών στοιχείων στον πετρελαϊκό κλάδο και να σχεδιάζουν έργα στη Συρία, τη Λιβύη και το Ιράκ.

Τη στιγμή που βρίσκονταν σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις για τη Lukoil, οι Χαγιάτ συνέχιζαν να συνεργάζονται με τον Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τα σχέδια κατασκευής του πολυτελούς τουριστικού συγκροτήματος στην Αλβανία. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, πραγματοποιήθηκε νωρίτερα φέτος στην Αλβανία συνάντηση μεταξύ του Ράμεζ αλ-Χαγιάτ και της Ιβάνκα Τραμπ, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας The Times.

Η απόφαση για την τύχη της Lukoil έχει καθυστερήσει τόσο πολύ, ώστε το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ χρειάστηκε να παρατείνει επανειλημμένα την ισχύ των κυρώσεων, προκειμένου τα πρατήριά της στις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες επιχειρήσεις της σε όλο τον κόσμο να συνεχίσουν τις συναλλαγές του με άλλους χρηματοπιστωτικούς εταίρους.

Πηγή: New York Times



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις