Τζέιμς Μπέκετ (1936-2026): Σπουδαίος μαχητής υπέρ ανθρωπίνων δικαιωμάτων



Εφυγε στις 22 Σεπτεμβρίου, σε ηλικία 90 ετών, ο Αμερικανός ακτιβιστής, δικηγόρος και παραγωγός ντοκιμαντέρ Τζέιμς Μπέκετ, έπειτα από σύντομη νοσηλεία σε νοσοκομείο της πόλης Βεντούρα στην Καλιφόρνια. Ο Μπέκετ υπήρξε σημαντική φωνή στην εξέλιξη του παγκόσμιου κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα και η κληρονομιά του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους αγώνες που συνέβαλαν στην καθιέρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως διεθνούς πολιτικού αιτήματος κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.

Οταν αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ το 1962, ο Μπέκετ είχε ήδη αναπτύξει σημαντική δραστηριότητα ως πολιτικός αρθρογράφος, καλύπτοντας, μεταξύ άλλων, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική. Αργότερα, από το 1974 έως το 1981, εργάστηκε στην Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), αναλαμβάνοντας την επικοινωνία του Οργανισμού με το διεθνές κοινό σε μια περίοδο κατά την οποία οι προσφυγικές κρίσεις αποκτούσαν ιδιαίτερα μεγάλη έκταση. Η δουλειά του τον έφερε κοντά σε μερικές από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις της εποχής, από τη μαζική έξοδο προσφύγων από το Βιετνάμ και την Καμπότζη έως το απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Παράλληλα, στράφηκε στην παραγωγή ταινιών και ντοκιμαντέρ, με την οποία ασχολήθηκε για πολλές δεκαετίες. Στο επίκεντρο του έργου του παρέμειναν ζητήματα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων και, αργότερα, οικολογίας και περιβάλλοντος.

Στην Ελλάδα, το όνομα του Μπέκετ συνδέθηκε στενά με τον διεθνή αντιδικτατορικό αγώνα την περίοδο της επταετίας και ιδιαίτερα με την έκβαση της ελληνικής υπόθεσης στο Συμβούλιο της Ευρώπης – αργότερα γνωστής ως «Greek Case». Τον Σεπτέμβριο του 1967, λίγους μήνες μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, η Σουηδία, η Δανία και η Νορβηγία προσέφυγαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατηγορώντας το ελληνικό καθεστώς για παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η διακρατική αυτή προσφυγή εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες διεθνείς αντιπαραθέσεις γύρω από τη νομιμοποίηση της δικτατορίας. Σε αυτήν ο Μπέκετ διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο, σε στενή συνεργασία με τις σκανδιναβικές χώρες που την είχαν κινήσει.

Ο Μπέκετ ήταν εκείνος που, μαζί με τον Βρετανό δικηγόρο Αντονι Μαρέκο, ταξίδεψε στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 1967 ως απεσταλμένος της Διεθνούς Αμνηστίας, προκειμένου να διερευνήσει τις συνθήκες κράτησης των πολιτικών κρατουμένων της χούντας. Η έκθεση που συνέταξαν αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα τεκμήρια για τη συστηματική χρήση βασανιστηρίων από το καθεστώς. Τα στοιχεία που συγκέντρωσε ο Μπέκετ συνέβαλαν στην απόφαση των σκανδιναβικών χωρών, τον Μάρτιο του 1968, να διευρύνουν την προσφυγή που είχαν ήδη καταθέσει κατά της Ελλάδας στο Συμβούλιο της Ευρώπης, προσθέτοντας στις αρχικές καταγγελίες για την καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων την παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Την εμπειρία του από την Ελλάδα και την έρευνά του για τις πρακτικές του καθεστώτος αποτύπωσε αργότερα και στο βιβλίο του Barbarism in Greece (1970), μία από τις πρώτες συστηματικές καταγραφές της καταστολής και των βασανιστηρίων της δικτατορίας.

Κατά τα χρόνια 1967-1969, ο Μπέκετ συνέχισε, σε στενή συνεργασία με την Ελληνίδα σύζυγό του, Μαρία Μπέκετ, να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ελληνικής υπόθεσης, παρέχοντας νομικές συμβουλές στις σκανδιναβικές αποστολές και εντοπίζοντας μάρτυρες που θα μπορούσαν να καταθέσουν εναντίον της χούντας ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η εξεύρεση τέτοιων μαρτύρων αποτελούσε μία από τις μεγαλύτερες πρακτικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι σκανδιναβικές κυβερνήσεις, καθώς όσοι μπορούσαν να καταθέσουν για την προσωπική τους εμπειρία βρίσκονταν στην Ελλάδα και η δημόσια μαρτυρία τους ενείχε σημαντικούς κινδύνους για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Ο Τζιμ και η Μαρία Μπέκετ συνέβαλαν αποφασιστικά στην προσπάθεια αυτή, οργανώνοντας συχνά οι ίδιοι τη διαφυγή μαρτύρων από την Ελλάδα, περιθάλποντάς τους στο σπίτι τους στη Γενεύη και στηρίζοντάς τους έως την κατάθεσή τους ενώπιον της Επιτροπής. Ο Περικλής Κοροβέσης, η Κίττυ Αρσένη, ο Γιάννης Λελούδας και ο Γεώργιος Μυλωνάς είναι μερικές μόνο από τις προσωπικότητες που οι Μπέκετ βοήθησαν με αυτόν τον τρόπο.

Η συμβολή του Τζιμ και της Μαρίας Μπέκετ υπήρξε καθοριστική για την έκβαση της Ελληνικής Υπόθεσης. Εχοντας εξετάσει εκτενές υλικό μαρτυριών, η υποεπιτροπή που είχε οριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για να διερευνήσει την Ελληνική Υπόθεση επιβεβαίωσε εκτεταμένες παραβιάσεις της σύμβασης από το ελληνικό καθεστώς, συμπεριλαμβανομένης της συστηματικής χρήσης βασανιστηρίων. Τον Δεκέμβριο του 1969, αντιμέτωπη με την επικείμενη αποπομπή της από το Συμβούλιο της Ευρώπης, η χούντα επέλεξε να αποχωρήσει από τον Οργανισμό, προτού τα υπόλοιπα κράτη-μέλη αποφασίσουν για την τύχη της.

Η αντιδικτατορική δράση του Μπέκετ ξεπέρασε, ωστόσο, τα όρια της Ελληνικής Υπόθεσης. Στα χρόνια της δικτατορίας, ο ίδιος και η Μαρία ανέπτυξαν στενές σχέσεις με δεκάδες πολιτικούς, διπλωμάτες και στελέχη κομμάτων στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Μπέκετ αξιοποίησε τις σχέσεις αυτές για να φέρει σε άμεση επαφή το αντιδικτατορικό κίνημα και τους Ελληνες εξορίστους με τα ευρωπαϊκά και τα αμερικανικά κέντρα πολιτικής εξουσίας, μεταφέροντας πληροφορίες και μαρτυρίες για την κατάσταση στην Ελλάδα και προωθώντας συγκεκριμένες πρωτοβουλίες εναντίον του καθεστώτος. Η νομική του κατάρτιση, η γνώση του ελληνικού ζητήματος και η πρόσβασή του τόσο σε ακτιβιστικά όσο και σε πολιτικά δίκτυα του επέτρεψαν να κινηθεί ανάμεσα στους δύο κόσμους, λειτουργώντας άλλοτε ως σύμβουλος, άλλοτε ως διαμεσολαβητής και συχνά ως εισηγητής πρωτοβουλιών. Για τον Μπέκετ, ο αγώνας εναντίον της χούντας έμελλε να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια μιας ζωής αφιερωμένης στην υπεράσπιση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τον Τζιμ Μπέκετ αποχαιρετούν οι κόρες του Σάντρα και Δάφνη και η εγγονή του Σοφία.

* Ο κ. Ματθαίος Αμανατιάδης είναι PhD candidate, Department of History, Uppsala University, Research Associate, Hans Blix Centre for the History of International Relations, Stockholm University.



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις