Η διάσωση της «Λευκής» | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ



Φόρτωση Text-to-Speech…

HANNAH GOLD
Η χαμένη φάλαινα
εκδ. Παπαδόπουλος 2025, σελ. 256

«Ο Ρίο ένιωσε όλο του το σώμα να ακινητοποιείται, όπως της μαμάς πριν παίξει την πρώτη νότα στο βιολί της, σαν να συντονιζόταν και η ίδια με το όργανο με έναν μαγικό, αθέατο τρόπο. Λες και υπήρχε ένα αόρατο ρεύμα που τον ένωνε με τη φάλαινα και, αν έμενε ακίνητος, μπορούσε κάπως να επικοινωνήσει και να έρθει σε επαφή μαζί της». Το στιγμιότυπο συνοψίζει τον πυρήνα της περιπέτειας στο υπό συζήτηση βιβλίο. Από την εποχή της καλοφτιαγμένης, αλλά κάπως αφελούς, αμερικανικής ταινίας «Free Willy» (1993) μέχρι αυτήν εδώ τη «Χαμένη φάλαινα», κύλησε πολύ νερό με μπόλικες περιβαλλοντικές και άλλες επιγνώσεις στο αυλάκι. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώθηκε ήδη στην εκλεπτυσμένη πλοκή και στους ολοκληρωμένους χαρακτήρες τού αφηγηματικά ώριμου και περιβαλλοντικά μαχητικού «Η χαμένη αρκούδα», με το οποίο το 2021 έκανε όψιμα, στα 47 της χρόνια, το ντεμπούτο της στη λογοτεχνία για παιδιά και εφήβους η Βρετανή Χάνα Γκολντ.

Από τους ήρωες της «Νάρνια» μέχρι τον Ρόαλντ Νταλ και από τον «Χάρι Πότερ» μέχρι την τριλογία του Πούλμαν, τα παιδιά-πρωταγωνιστές είναι ορφανά ή, πάντως, στερημένα από τη γονεϊκή φροντίδα, ταυτόχρονα όμως ελεύθερα από επιτήρηση. Γιατί πώς να εξελιχθεί μια περιπέτεια με τα όλα της, μέσα στην κανονικότητα της προστατευμένης οικογενειακής ζωής; Ετσι ο Ρίο, ο μικρός ήρωας στη «Χαμένη φάλαινα», είναι παιδί χωρισμένων γονιών. Ο πατέρας του είναι πρακτικά απών, έχοντας δημιουργήσει νέα οικογένεια· η μητέρα, μια χαρισματική βιολονίστα, με την οποία είναι βαθιά συνδεδεμένο το παιδί, είναι καταθλιπτική και πρέπει να νοσηλευθεί. Ο Ρίο ταξιδεύει από το νεφοσκεπές Λονδίνο στις ηλιόλουστες ακτές του Ειρηνικού, στο πατρογονικό σπίτι της μητέρας του, όπου τον περιμένει η γιαγιά.

Τα δημιουργικά υλικά της η Γκολντ τα προμηθεύεται διαβάζοντας με οξυδέρκεια τις ανησυχίες των σημερινών παιδιών. Προσωπικότητες με υπερβολική συναισθηματική ωριμότητα, αναλαμβάνουν πρώιμα ευθύνες απέναντι σε ανώριμους ή ευάλωτους γονείς, παίρνουν ρίσκα για να διασώσουν ζώα που κινδυνεύουν σε συνθήκες περιβαλλοντικής κρίσης, ενίοτε και για να σώσουν τους ίδιους τους γονείς. Το χαρακτηριστικό εύρημα της Γκολντ δεν είναι απαραιτήτως η σχεδόν μαγική ιδιότητα των παιδιών να επικοινωνούν με το εκάστοτε ζώο που συμπρωταγωνιστεί, κατανοώντας τη γλώσσα του. Είναι πως η Γκολντ εντάσσει αυτή την ιδιαίτερη ικανότητα των παιδιών στη συνθήκη της περιβαλλοντικής κρίσης, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, συγκροτώντας ένα ισότιμο πρωταγωνιστικό ζεύγος που αποτελείται από ένα παιδί και ένα ζώο, διαφορετικού, μάλιστα, φύλου: η Εϊπριλ και ο «Αρκούδος», ο Ρίο και η φάλαινα που ονομάζεται «Λευκή». Το παιδί διασώζει το ζώο, αλλά στην υπό συζήτηση ιστορία συνδέει τη διάσωση με την προσπάθεια να συμβάλει στη θεραπεία της μητέρας από την κατάθλιψη.

Είναι δύσκολο να μη σκεφθούμε τις περιπτώσεις των μικρών πρωταγωνιστών της Γκολντ ως ένα είδος αρχετυπικών ηρώων της εποχής που διανύουμε. Αυτό, άλλωστε, υποβάλλει τις αποτελεσματικές ταυτίσεις. Επιπλέον, η γραφή της είναι αμιγώς κινηματογραφική, με ισχυρότατες εικόνες όπου αξιοποιεί αποτελεσματικά, ενίοτε θεαματικά, τη φύση και τα στοιχεία της (η ίδια δούλεψε επί χρόνια στον κινηματογράφο, πριν ασχοληθεί με τη λογοτεχνία). Βρίσκω γοητευτικό και ευφυή τον τρόπο που η πένα της καθιστά θελκτικά τα ζώα-πρωταγωνιστές, όχι αποκλειστικά με βάση συναισθηματικές ποιότητες, π.χ. τη συντροφικότητα, αλλά και απευθυνόμενη καθαρά στις αισθήσεις, ώστε να δημιουργεί προσδοκία απόλαυσης. Ετσι, τα μάτια του Αρκούδου στο άλλο βιβλίο μοιάζουν με λιωμένη σοκολάτα ενώ στη συνάντηση, μέσα στο νερό, του Ρίο με τη φάλαινα διαβάζουμε: «Ηθελε να απλώσει το χέρι του και να την αγγίξει αλλά δεν τολμούσε. Είχε κάτι το πολύτιμο η φάλαινα που επέβαλλε σεβασμό, όπως το πιο ακριβό βιολί της μαμάς –αυτό που χρησιμοποιούσε μόνο στα σημαντικά κονσέρτα– και το οποίο κρατούσε πάντα στη θήκη του όταν δεν το χρειαζόταν».

Αυτό που μου λείπει, και που σε μια παλαιότερη εποχή της λογοτεχνίας μπορεί και να το λαμβάναμε σε ικανές ποσότητες, είναι η πλευρά της μητέρας και της μουσικής της. Ισως οφείλουμε να είμαστε συμφιλιωμένοι με τις αφηγηματικές ταχύτητες και αφαιρέσεις στην εποχή της εικόνας, και μάλιστα της ψηφιακής. Οι εκδότες το συστήνουν για 9 ετών και άνω, και θα συμφωνήσω, προσθέτοντας τη βεβαιότητα ότι και πολλές/-οί ενήλικοι θα το απολαύσουν εξίσου.



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις