Φόρτωση Text-to-Speech…
ΑΝΤΡΕΑ ΜΠΑΓΙΑΝΙ
Η επέτειος
μτφρ.: Δήμητρα Δότση
εκδ. Ικαρος, σελ. 160
Ο σαραντάχρονος γιος κάνει την τακτική του επίσκεψη στους γέροντες γονείς στη μικρή τους πόλη έξω από το Τορίνο. «Θα ξανάρθεις να μας δεις;» τον ρωτάει η μάνα του στο κεφαλόσκαλο, κάτι που ακούγεται παράλογο καθώς ουδέποτε είχε σκεφτεί να σταματήσει να το κάνει. Κι όμως, είναι η τελευταία φορά που τους συναντά και η «Επέτειος» είναι το γραπτό που συνθέτει δέκα χρόνια αργότερα, στο οποίο εξομολογείται τα δεινά της σταθερά κακοποιητικής τους σχέσης.
Γεννημένος το 1975 και πολυβραβευμένος Ιταλός πεζογράφος δεκατριών μυθιστορημάτων, ο Αντρέα Μπαγιάνι είναι καθηγητής δημιουργικής γραφής στο Rice University του Χιούστον. Η «Επέτειος» είναι μια αυτομυθοπλασία, είδος που στις μέρες μας ανθεί, καθώς η προσωπική χειραφέτηση και η αυτοεκπλήρωση, το να ανακαλύψει κανείς τον «αυθεντικό» εαυτό του και να ζήσει αναπτύσσοντας όλες τις δυνατότητές του αποτελεί σταθερό αίτημα των τελευταίων δεκαετιών.
Το μυθιστόρημα είναι ένα σύντομο, περίεργο, συναρπαστικό έργο. Το αυταρχικό, βίαιο, επίφοβο πρόσωπο της οικογένειας είναι ο πατέρας –ένας ασήμαντος υπάλληλος που εξορίζει τους δικούς του σε έναν απομονωμένο τόπο της βόρειας Ιταλίας, αναλαμβάνει όλες τις ευθύνες διαβίωσής τους, έχοντάς τους συγχρόνως κάτω απ’ την απειλή της διαρκούς δυσαρέσκειάς του–, που κάποτε ξεσπά σε άγρια χειροδικία. Ακόμα και τα τηλεφωνήματα αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης προκειμένου να ασκεί απόλυτο έλεγχο πάνω τους.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η μεγάλη κόρη αποσυνδέεται φροντίζοντας να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο ψυχικά παρούσα, ενώ ο γιος από μικρό παιδί αναλαμβάνει να κάνει συνέχεια ελιγμούς προκειμένου να αποτρέψει τα απειλητικά πατρικά ξεσπάσματα. Κέντρο βάρους της εξιστόρησης αποτελεί ωστόσο όχι ο πανάθλιος γονιός, αλλά η υποταγμένη μάνα, το δικό της το αίνιγμα προσπαθεί να λύσει ο συγγραφέας – από τι ήταν πλασμένη αυτή η γυναίκα που επί δεκαετίες ανεχόταν μια τέτοια ζωή, που ουδέποτε αποπειράθηκε να απομακρυνθεί για να υπερασπιστεί τον εαυτό της και να γλιτώσει τα παιδιά της από τον βάναυσο τύραννο.
Κι έτσι ο Αντρέα Μπαγιάνι δημιουργεί μιαν ακραία αλλά αναγνωρίσιμη μορφή: τη γυναίκα που βρίσκεται στην υπηρεσία όλων, ούσα ταυτόχρονα μια παθητική, αδρανής, ανύπαρκτη φιγούρα που, καθώς δεν διεκδικεί τίποτα, χειραγωγείται από τον δυναστικό σύζυγό της. Τα κοινωνικά στερεότυπα ευνοούν βέβαια τη γυναικεία υποταγή, στην περίπτωση όμως της «Επετείου» έχουμε να κάνουμε με κάτι παραπάνω: με έναν σβησμένο άνθρωπο που ζει μέσα στην κόλαση χωρίς να το αντιλαμβάνεται, που δεν το παρατηρεί καθώς δεν δείχνει να διαθέτει ούτε ελάχιστη ορμή ζωής. Φτάνει έτσι σε σημείο να μη φοβάται τον σύντροφο που την κακοποιεί κι ούτε να δυστυχεί μαζί του, καθώς όλα τής μοιάζουν αυτονόητα – με αποτέλεσμα να μεταμορφωθεί στα μάτια του γιου της από θύμα σε συνεργό.

Για να δημιουργήσει την αντιηρωίδα του, ο συγγραφέας καταφεύγει σε διάφορα τεχνάσματα. Μετά την πρώτη σκηνή με την ερώτηση «Θα ξανάρθεις να μας δεις;», μετατρέπει το μυθιστόρημα σε μιαν ουδέτερη αναδρομή στο παρελθόν. Πρόκειται για μια μακρά εξιστόρηση με ελάχιστες κουβέντες σε ευθύ λόγο και τις σκηνές να ζωντανεύουν μέσα από διαρκείς μεταφορές. Ετσι το βιβλιάριο εργασίας που για λίγους μήνες η μάνα αποκτά αποτελεί το διαβατήριο που της επιτρέπει να περνάει τα σύνορα της οικογενειακής επικράτειας, «το τηλεφωνικό ακουστικό μοιάζει με όπλο στον κρόταφο» και η –για σύντομο χρονικό διάστημα– απόκτηση μιας φίλης συνιστά βόμβα που απειλεί τα θεμέλια της οικογενειακής συμβίωσης.
Μόνον στις τελευταίες τριάντα πέντε σελίδες ο αυτοβιογραφούμενος αφηγητής εμφανίζεται και πάλι ενεργητικός δείχνοντας τον τρόπο της οριστικής διακοπής των σχέσεων με τους γονείς του. Ανεβάζει τη θερμοκρασία μέσω της αποκάλυψης αυτού που και ο ίδιος ανακάλυψε, ότι όλα εκείνα από τα οποία πάσχει αποτελούν μέσω μιας οργανικής αυτή τη φορά (και όχι αφηγηματικής) μεταφοράς σωματοποίηση των ψυχικών δεινών του. Και με εντελώς ελλειπτικό τρόπο μάς υποβάλλει το πώς κύλησε στα δέκα επόμενα χρόνια η νέα, πιο ελεύθερη ζωή του.
Αλήθεια ή μυθοπλασία;
Συνέβησαν στα αλήθεια όσα εξιστορεί ο Μπαγιάνι; Δεν το γνωρίζουμε και αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην αυτοβιογραφία και στην αυτομυθοπλασία. Η πρώτη δεν επινοεί, παρουσιάζει μόνον τη δική της, υποκειμενική ερμηνεία των γεγονότων μέσα στον αυστηρό ορίζοντα του πραγματικού.
Η αυτομυθοπλασία αντιθέτως ξεκινάει απ’ τα πραγματικά γεγονότα, δεν είναι όμως τα γεγονότα καθεαυτά που την αφορούν, γι’ αυτό και έχει την ελευθερία να τα παραποιήσει. Διότι εκείνο στο οποίο δίδει έμφαση είναι η ανάπλαση, όχι των γεγονότων, αλλά των βιωμάτων που τα γεγονότα αυτά γεννούν.
