ΚΩΣΤΑΣ ΛΥΤΡΑΣ
Όσο μπορούμε ακόμη να διαβάζουμε τα «σημάδια» που συναντάμε στην ελληνική ύπαιθρο, διαπιστώνουμε πως ποτέ στην ιστορία της δεν έπαψε η ανθρώπινη παρουσία.
Πάντα ο άνθρωπος έβρισκε τρόπο να «ζυμωθεί» με τον τόπο του, να τον ημερώσει με τα χέρια του, να ζήσει και να προκόψει μέσα σε αυτόν. Ήταν μια άλλη γενιά ανθρώπων εκείνοι που τότε έμπαιναν μπροστά και άνοιγαν μονοπάτια στο δάσος για να ακολουθήσουν και οι επόμενοι… Που έστηναν γεφύρια να περνάνε οι διαβάτες τα ποτάμια, που κατασκεύαζαν αυλάκια και πηγάδια, που όργωναν μόνο για τον σπόρο της επόμενης χρονιάς.
Ήταν μια γενιά που εκπροσώπους της ελάχιστους μπορούμε πλέον να συναντήσουμε στα ορεινά χωριά.
Ένας από αυτούς ο μπάρμπα- Πάνος!
Ο τελευταίος σε όλη την περιοχή που δεν μετακινήθηκε ποτέ στη ζωή του από το σημείο που γεννήθηκε. Τον συνάντησα στις ερημιές να «σαλαγάει» το μικρό κοπάδι του, κρατώντας στο ένα χέρι το ποιμενικό ραβδί του και στο άλλο…ένα μικρό πριόνι που δεν αποχωρίζεται ποτέ, όπως ακριβώς πρόσταζαν κάποτε οι επιταγές της γενιάς του!
Στο χέρι του μπάρμπα-Πάνου αυτό το πριόνι γίνεται «σύμβολο» και ιστορία…Γιατί με αυτό το μικρό εργαλείο γράφτηκε το έπος της ελληνικής υπαίθρου, σε αυτό το πριονάκι αντανακλά ο μόχθος, η σοφια και η στοργή για τη γη που στα χρόνια μας λησμονήθηκε. Το κουβαλάει μαζί του ο μπάρμπα- Πάνος , κάθε φορά που πηγαίνει να φροντίσει ή να βοσκήσει το κοπάδι του…
Είναι ο μοναδικός άνθρωπος που ζει μόνιμα εκεί ψηλα αγναντεύοντας από το μπαλκόνι του τη λίμνη, αφού όλοι οι γείτονες του έχουν πια μεταφερθεί στο Χωριο, αφήνοντάς τον μόνο στον προγονικό οικισμό.
Ο μπάρμπα-Πάνος με το πριονάκι του κρατάει ακόμα ανοιχτά τα μονοπάτια της μικρής «επικράτειας» του, κόβοντας με σοφια και πείσμα κάθε κλαρί που φυτρώνει πάνω τους, απειλώντας να τα «κλείσει»…Είναι μια δουλεια που σε άλλα χρόνια γινόταν από όλους, αλλά σήμερα δεν υπάρχει πια κανένας άλλος για να την κάνει! Παλαιότερα όταν σε όλη την περιοχή κυκλοφορούσαν άνθρωποι, το καθάρισμα και η διατήρηση των παλιών μονοπατιών ήταν μια βασική ανάγκη. Για να πάνε στα χωράφια τους που ακόμα τα έσπερναν, έπρεπε τα φορτωμένα μουλάρια να χωράνε σε αυτά τα μονοπάτια, κι όλοι είχαν τον νου τους να τα κρατάνε ανοιχτά…
Ο μπάρμπα-Πάνος , τελευταίος εναπομείνας πια στον τόπο του, κάνει σήμερα μόνος του ο,τι κάποτε έκανε ένα ολόκληρο Χωριο! Η βλάστηση προσπαθεί να ξαναπάρει πίσω ο,τι μπορεί από τα έργα των ανθρώπων, αλλά ο Πάνος συνεχίζει την πάλη για να την τιθασεύσει ή έστω να την «ελέγξει». Δεν είναι μια παραξενιά,δεν είναι μια εμμονή του…Είναι γιατί νοιάζεται για τον τόπο γύρω του.
-«Άμα πάρει φωτιά κάπου» λέει, «από που θα τρέξουν οι άνθρωποι να τη σβήσουν ; Όλος ο τόπος είναι ένας λόγγος που δεν μπορεί να περάσει ούτε φίδι πια». Πριν από μερικά χρόνια πλήρωσε το Δασαρχείο κάποια μεροκάματα, ώστε να καθαριστούν όλα τα βασικά μονοπάτια στις πλαγιές που ξεκινάνε από τις ράχες και καταλήγουν στον δρόμο πάνω από τη λίμνη… Μετά λίγο καιρό όμως, τα μονοπάτια ξανάρχισαν να κλείνουν.
Τον στεναχωρεί το γεγονός τον μπάρμπα-Πάνο , αλλά δεν έχει πια τις δυνάμεις να πάει με το πριονάκι του παραπέρα από τον τόπο που βοσκάει το κοπάδι του.

-«Αν η ανάγκη τους κάνει και χρειαστούν πάλι τα χωράφια»- λέει με νόημα- μπορεί να τα ανοίξουν πάλι… Έχει νέο κόσμο το Χωριο και μπορεί να το κάνουν, αλλά θέλει πολλή δουλεια τώρα πια». Και όσο προσπαθεί ο Πάνος να ανοίξει τα μονοπάτια «κλείνει» μια εποχή που ο άνθρωπος πάλευε με σέβας με τη φυση γύρω του. Όχι για να τη δαμάσει και να τη «ληστέψει» όπως σήμερα, αλλά για να την «ημερώσει» και να ζήσει μέσα σε αυτήν.
Αποχαιρέτησα το μπάρμπα-Πάνο και έφυγα για να γυρίσω πίσω στον «πολιτισμό». Πίσω μου, σαν τελευταίο ήχο άκουσα ένα τόσο δα πριονάκι , που τριβόταν πεισματάρικα πάνω σε ένα αρκουδόβατο!
