Φόρτωση Text-to-Speech…
Δεν είναι και μικρό πράγμα να συμμετέχεις ως ηθοποιός σε σχεδόν 40 ταινίες και πάμπολλες επιθεωρήσεις. Ούτε και να σε αποκαλούν για ένα διάστημα Μπριζίτ Μπαρντό, έστω και της… Β’ Εθνικής.
«Ηταν άλλη η όψη μου και άλλη η κόψη μου. Ο Ντίμης Δαδήρας (αναγνωρισμένος σκηνοθέτης) και οι άλλοι κινηματογραφικοί παραγωγοί εκμεταλλεύτηκαν την όψη μου!» εξομολογούνταν η Γκιζέλα Ντάλι το 2008 στον Νίκο Νικόλιζα και το περιοδικό «Down Town».
Και μάλλον είχε δίκιο. Κι αυτό γιατί και σπουδές μετρούσε στο ενεργητικό της, και ικανότητες διέθετε, ενώ σχετικά σύντομα έκοψε τη σχέση της με τον κόσμο του θεάματος ακολουθώντας μια «απομονωμένη» και ιδιότυπη στάση ζωής.
Νομίζω πως είναι από τις περιπτώσεις που ενδεχομένως άξιζαν περισσότερα, αν και δεν κέρδισε λίγα. Τα περιθώρια άλλωστε ήταν «στενά». Βασίλευε η Αλίκη Βουγιουκλάκη, δέσποζε η Τζένη Καρέζη, έλαμπε η Ζωή Λάσκαρη, ενώ αναδύονταν και νέες ενδιαφέροντες στάρλετ. Πάντως, υπό προϋποθέσεις, εκεί που είχε φτάσει σε ένα σημείο, αν έπαιρνε άλλες αποφάσεις, ίσως κάποια πράγματα για εκείνη να είχαν διαφορετική εξέλιξη. Στη ζωή καμιά φορά οι συγκυρίες παίζουν καταλυτικό ρόλο, ενώ είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγεις από τις «ταμπέλες» και να αλλάξεις ταυτότητα.

Ο λόγος και πάλι στην Γκιζέλα Ντάλι:
«Ο μπαμπάς μου, ο Αλέξανδρος, καταγόταν από πλούσια οικογένεια των Μεγάρων. Η μαμά μου, η Βούλα, παρακαλούσε να μη με είχε γεννήσει. Φοβόταν ότι θα με σκότωναν οι Γερμανοί… Στα 12 μου, μαζί με την 8χρονη αδελφή μου, ήμασταν στον δρόμο για το σπίτι μας, όταν ένα μηχανάκι την παρέσυρε και τη σκότωσε μπροστά στα μάτια μου. Ο πατέρας μου έριχνε τα βάρη για τον θάνατο της αδελφής μου στη μαμά μου, με αποτέλεσμα εκείνη να αγανακτήσει, να μαζέψει τα πράγματά της και να φύγουμε μαζί από τα Μέγαρα για την Αθήνα. Ωσπου ένα πάρτι σημάδεψε και άλλαξε τη ζωή μου. Είναι Ιούνιος του 1958. Ανάμεσα στους προσκεκλημένους ήταν και ο γείτονάς μας Ντίμης Δαδήρας, ο οποίος βλέποντάς με μου λέει: “Εσύ μπορείς να γίνεις μεγάλη σταρ και να σαρώνεις στο πέρασμά σου”. Ο Ντίμης με περνούσε 21 χρόνια. Με έπεισε, λοιπόν, τάζοντάς μου πολλά πράγματα. Παραμυθένια ζωή, λεφτά και μια λάμψη που δυστυχώς με θάμπωσε. Συνήψαμε δεσμό. Ομως δεν μπορώ να πω ότι τον αγάπησα σαν εραστή, αλλά περισσότερο σαν πατέρα μου και εκείνος σαν κόρη του. Ετσι, εν μία νυκτί με αντικατέστησε με την… Γκιζέλα Ντάλι. Μου μάκρυνε τα μαλλιά, με έμαθε να βάφομαι ως εκρηκτική ντίβα και μαζί του για πρώτη φορά φόρεσα ντεκολτέ. Στις 24 Δεκεμβρίου του 1959 παντρευόμαστε. Εχουμε κάνει ήδη την πρώτη μου ταινία. Το “Ραντεβού στη Βενετία”. Εναν χρόνο μετά τον γάμο μας μένω έγκυος. Ομως ο Ντίμης με ανάγκασε να αποβάλω. Αυτό έγινε πολλές φορές. Η αλήθεια είναι ότι πάντα ήθελα ένα παιδί. Ομως, για να μη “χαλάσει” η εικόνα της Γκιζέλας, έπρεπε να κάνω εκτρώσεις. Πόνεσα πολύ για τόσες ζωές που σκότωσα και που… ποτέ δεν ολοκληρώθηκα στη γυναικεία φύση μου. Υπήρξα απλώς ένα καλοστημένο σκηνικό του ελληνικού κινηματογράφου που γρήγορα κατέρρευσε».
Καθώς τα χρόνια διάβαιναν και περνάγαμε από τη δεκαετία του ’60 σε αυτήν του ’70 η παρουσία της Γκιζέλας Ντάλι στον φακό γινόταν ολοένα και πιο προκλητική. Ορισμένοι τίτλοι ταινιών μιλούν από μόνοι τους: «Αμαρτωλές», «Η Ελληνίδα και ο έρωτας», «Σκάνδαλα στο νησί του έρωτα», «Διεστραμμένοι», «Ερωτας δίχως σύνορα», «Ο κύκλος της ανωμαλίας», «Μιρέλλα, η σάρκα της ηδονής», «Αιμιλία η διεστραμμένη». Κάποιες από αυτές σήμερα θεωρούνται cult.
Βέβαια υπήρξαν και πολλές «κανονικές» στιγμές. Μεταξύ αυτών η αλησμόνητη σύμπραξή της με τον Θανάση Βέγγο το 1963, στην ταινία του «Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης».
Να σημειώσουμε πως η Γκιζέλα Ντάλι για ένα διάστημα ήταν ζευγάρι με το αντρικό επίσης sex symbol της εποχής της, τον Αλκη Γιαννακά. Μεγάλος ο έρωτάς τους, ανάλογες και οι συγκρούσεις τους.
Επίσης, πάντα για τις ανάγκες των ταινιών, ορισμένες φορές λειτούργησε και σαν τραγουδίστρια. Τα λίγα αλλά χαρακτηριστικά τραγούδια που ερμήνευσε βάπτισαν τα κατοπινά χρόνια ορισμένες δισκογραφικές κινηματογραφικές συλλογές…
Η Γκιζέλα Ντάλι, το 1976, έχοντας βιώσει την αίσθηση της «ξεπερασμένης» στον κύκλο της, θα αποσυρθεί απ’ την επικαιρότητα και θα εγκατασταθεί στο χωριό της μητέρας της, στην Κόρωνο, στη Νάξο. Νωρίτερα είχε ένα «πέρασμα» στην Αμερική, δίχως όμως να καταφέρει να στεριώσει κι εκεί. Θα παλέψει με τον καρκίνο και θα τον νικήσει αρκετές φορές μέχρι το μοιραίο φινάλε.
Τελευταία της κινηματογραφική παρουσία στην ταινία του Γιώργου Πανουσόπουλου «Τεστοστερόνη», το 2004.
Ο επίλογος είναι δικός της: «Εφτασα έως το μακρινό Θιβέτ. Εκεί κάθισα περίπου έναν χρόνο, γιατί πίστευα ότι με την πειθαρχία και την προσευχή θα υπάρξει αποτέλεσμα. Και τελικά, υπήρξε… Οι άντρες της Νάξου με έβλεπαν ως την Γκιζέλα σύμβολο του σεξ και ορισμένοι τα βράδια έρχονταν έξω από το σπίτι να με πειράξουν. Αυτό έγινε αρκετές φορές. Μέχρι που αναγκάζομαι μια Κυριακή να πάω στην πόλη, εκεί όπου σύχναζαν οι άντρες που με πείραζαν. Μάζεψα λοιπόν τις γυναίκες τους και σε ένα καφενείο ανέβηκα πάνω σε ένα τραπέζι με ένα μαχαίρι στα χέρια και τους είπα: “Γυναίκες, όλα αυτά τα βράδια οι σύζυγοί σας έρχονταν και με πείραζαν πετώντας μου πέτρες στο σπίτι που έχω μέσα στο φαράγγι. Πείτε τους πως αν θα ξανάρθουν, θα τους κόψω τα γεννητικά τους όργανα και θα τους βάλω να τα φάνε”».
