Φόρτωση Text-to-Speech…
Η τηλεόραση έκανε παράσιτα σε εκείνο το τοπικό κανάλι που, όταν έμπαινα στην εφηβεία μου, λίγο πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, έπαιζε συνέχεια ένα βίντεο από το Live Aid του 1985. Σε αυτό ο Φρέντι Μέρκιουρι, κατά πάσα πιθανότητα ήδη φορέας του HIV χωρίς να το γνωρίζει, αλώνιζε στη σκηνή του Γουέμπλεϊ με ένα ζευγάρι Adidas Hercules και το μικρόφωνό του στερεωμένο σε ένα σπασμένο κοντάρι που χρησιμοποιούσε ως prop, ενώ τραγουδούσε το Radio ga ga. Χαρισματικός σόουμαν, αεικίνητος και μυστακοφόρος, φορούσε ένα λευκό αμάνικο φανελάκι τύπου Μινέρβα και το αριστερό του μπράτσο το κοσμούσε ένα δερμάτινο περιβραχιόνιο με ασημένια τρουκς – ασορτί με τη ζώνη που είχε περασμένη στο ξεβαμμένο του τζιν. Ως φιγούρα λειτουργούσε πάνω μου με έναν τρόπο ακαταμάχητα «τραβηχτικό» και, υποσυνείδητα, ήθελα να του μοιάσω.
Γενέθλια και έρωτες
Όταν λίγο μετά κυκλοφόρησε το remix του Living on my own, ενός τραγουδιού που το 1985 είχε περιληφθεί στο αποτυχημένο εμπορικά πρώτο του σόλο άλμπουμ Mr Bad Guy, με θυμάμαι να «χάνομαι» κάθε φορά που έβλεπα το βιντεοκλίπ του. Ο Μέρκιουρι είχε ήδη πεθάνει, στις 24 Νοεμβρίου του 1991. Στην οθόνη μου, όμως, ήταν ολοζώντανος – το βιντεοκλίπ αποτελούσε μια συρραφή με πλάνα από το πάρτι που είχε δώσει για τα 39α γενέθλιά του στο νάιτ κλαμπ Old Mrs. Henderson στο Μόναχο, που ήταν στέκι των τραβεστί. Η εξωφρενική, camp αισθητική των «party people» που παρελαύνουν από αυτό αποτυπώνει την τρελή ζωή που έκανε επί έξι χρόνια ο Μέρκιουρι στη Γερμανία, όπου έζησε ένα θυελλώδες ρομάντζο με τον Γουίνι Κίρχμπεργκερ, ιδιοκτήτη εστιατορίου.

Όταν ο Μέρκιουρι χώρισε από τον Κίρχμπεργκερ, γνώρισε στο λονδρέζικο γκέι κλαμπ Heaven τον Ιρλανδό Τζιμ Χάτον, κομμωτή που έγινε ο κηπουρός του και στάθηκε δίπλα του ως de facto σύζυγος έως τον θάνατο και πέρα από αυτόν – ο Μέρκιουρι αποτεφρώθηκε έχοντας περασμένη στο δάχτυλό του τη χρυσή βέρα που του είχε χαρίσει ο Χάτον. Το 2006, τέσσερα χρόνια πριν πεθάνει και αυτός από AIDS, με αφορμή τα 60ά, τότε, γενέθλια που θα γιόρταζε ο frontman των Queen αν ζούσε, περιέγραψε τις τελευταίες στιγμές του στους Times: «Αφού του χορηγήθηκε μία δόση μορφίνης και τον πήρε ο ύπνος, κατουρήθηκε πάνω του. Την ώρα που του άλλαζα το εσώρουχο, συνειδητοποίησα ότι ήταν νεκρός».
Το μεγαλύτερο κομμάτι της περιουσίας του Φρέντι Μέρκιουρι το κληρονόμησε η Μέρι Όστιν, πρώην πωλήτρια σε μοδάτη μπουτίκ, με την οποία είχε ξεκινήσει να βγαίνει έναν χρόνο πριν από τη δημιουργία των Queen και πορεύτηκε ερωτικά μαζί της έως το 1976. Όταν της είπε ότι σχετιζόταν ερωτικά με έναν άνδρα, εκείνη μάζεψε τα πράγματά της και έφυγε από το σπίτι που ζούσαν. Παρ’ όλα αυτά, παρέμεινε για πάντα η πιο έμπιστη φίλη του. Μετά την κηδεία του, που έγινε σύμφωνα με το ζωροαστρικό τελετουργικό, η τέφρα του δόθηκε σε εκείνη για να τη θάψει σε έναν τόπο που μέχρι σήμερα παραμένει μυστικός. Τα κάθε είδους «μυστικά» του Μέρκιουρι, η «έξτρα» περσόνα και το ατυχές του τέλος, πέρα από τη μουσική του ιδιοφυΐα, συνεισέφεραν στο να μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο ο θρύλος του μετά τον θάνατό του.

Νεκρός ή ζωντανός
Ο Φρέντι Μέρκιουρι αποτελεί ένα από τα ελάχιστα ινδάλματα της μουσικής και του θεάματος που –κατά περίπτωση, φυσικά– γνώρισαν μεγαλύτερη επιτυχία ως νεκροί παρά ως ζωντανοί. Το remix του Living on my own, για παράδειγμα, έφτασε στην 1η θέση του επίσημου chart του Ηνωμένου Βασιλείου και άλλων εννέα χωρών, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, παρότι το 1985 είχε περάσει στο «ντούκου». Ο θάνατός του, βέβαια, τότε ήταν σχετικά «φρέσκος» και η συγκίνηση για κάθε τι σχετικό με εκείνον ήταν κάπως «παβλοφική». Σε αυτή θα μπορούσε να αποδοθεί και η τεράστια εμπορική επιτυχία του άλμπουμ Made in heaven που κυκλοφόρησαν οι Queen το 1995, με παλαιότερα, ξαναδουλεμένα και νέα κομμάτια που είχε ηχογραφήσει ο Μέρκιουρι όσο ζούσε.
Τα κάθε είδους «μυστικά» του Μέρκιουρι, η «έξτρα» περσόνα και το ατυχές του τέλος συνεισέφεραν στο να μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο ο θρύλος του μετά τον θάνατό του.
Περίπου τριάντα ένα χρόνια μετά από αυτή την κυκλοφορία, φέτος τον Αύγουστο στο Spotify, μια πλατφόρμα της οποίας το πιο δυναμικό κοινό ανήκει στο ηλικιακό γκρουπ 18-34 –δηλαδή αποτελείται από ανθρώπους που δεν είχαν γεννηθεί όσο ζούσε ο Μέρκιουρι–, οι Queen είχαν 49,2 εκατομμύρια ακροατές, με πιο επιτυχημένα κομμάτια το Bohemian rhapsody, που έχει ξεπεράσει τα 3,2 δισεκατομμύρια αναπαραγωγές, το Don’t stop me now (2,7 δισ.) και το Another one bites the dust (2,5 δισ.). Παρότι ο Μέρκιουρι και οι Queen δεν έπαψαν ποτέ να μας απασχολούν, κομβικό σημείο στη γνωριμία των νεότερων γενεών με το μουσικό και οπτικό τους σύμπαν –που είχε σαρώσει τη ροκ, αλλά και την ποπ κουλτούρα στις δεκαετίες του 1970 και του 1980– αποτέλεσε η βιογραφική ταινία Bohemian rhapsody του 2018.

Ο πρωταγωνιστής της Ράμι Μάλεκ, μάλιστα, για την ερμηνεία του κέρδισε Όσκαρ – ένα από τα τέσσερα που δόθηκαν συνολικά στην ταινία. Σήμερα, το συγκεκριμένο φιλμ αποτελεί την τρίτη πιο κερδοφόρα βιογραφική ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου – μετά το επικό Οπενχάιμερ του 2023 και το φετινό Michael για τον Μάικλ Τζάκσον. Ο δε πολιτισμικός της αντίκτυπος πολλαπλασιάστηκε με τη διανομή της σε μεγάλες πλατφόρμες στρίμινγκ – στην Ελλάδα ήταν διαθέσιμη για ένα διάστημα στο Netflix. Ενδεικτικό της επιρροής της αποτελεί και το γεγονός ότι το κομμάτι Bohemian rhapsody, μετά την κυκλοφορία του φιλμ, ξαναμπήκε στα αμερικανικά charts, φτάνοντας στην 33η θέση του US Billboard Hot 100.
Ανεξίτηλη επιρροή
Πριν σαρώσει τα πάντα ο Ράμι Μάλεκ στο πέρασμά του, τον Δεκέμβριο του 1996 έκανε πρεμιέρα στη Λωζάννη η παράσταση χορού Ballet for life του Μορίς Μπεζάρ (1927-2007), που είναι διπλά αφιερωμένη στον Φρέντι Μέρκιουρι και τον χορευτή Χόρχε Ντον – αμφότεροι θύματα του AIDS. Το 1997, γυρίστηκε το συνοδευτικό της ντοκιμαντέρ Queen + Béjart: Ballet for life, που μέχρι πρόσφατα ήταν διαθέσιμο στο Ertflix. Το συγκεκριμένο μπαλέτο παραμένει μέχρι σήμερα στο ρεπερτόριο του Μπαλέτου Μπεζάρ της Λωζάννης, με προγραμματισμένες παραστάσεις έως το 2027 – στην Αθήνα είχε μετακληθεί το 2023, στο Μέγαρο Μουσικής. Από τις θεατρικές παραστάσεις που κράτησαν ζωντανό μέσα στα χρόνια τον θρύλο του Μέρκιουρι, πάντως, ξεχωρίζει το μιούζικαλ We will rock you που παιζόταν στο Dominion Theatre, στο Γουέστ Εντ του Λονδίνου, από το 2002 έως το 2014, ενώ μαζί με τις περιοδείες και τις διεθνείς παραγωγές του το παρακολούθησαν περίπου 20 εκατομμύρια θεατές, σε 28 χώρες.

Ένα άλλο κεφάλαιο διατήρησης της μνήμης και της πολιτισμικής κληρονομιάς του Μέρκιουρι το γράφουν τα tribute bands των Queen, που γυρίζουν τον κόσμο παίζοντας τα τραγούδια που συνέθεσε και σημάδεψε με τη φωνή του, συχνά με τραγουδιστές-σωσίες του. Από όλα αυτά, οι Queen Extravaganza είναι εκείνοι που έχουν τη στήριξη των Ρότζερ Τέιλορ και Μπράιαν Μέι, δύο εκ των τριών εναπομεινάντων μελών της «στάνταρ σύνθεσης» των Queen – ο τρίτος, ο Τζον Ντίκον, εδώ και δεκαετίες απέχει από τη δημόσια ζωή. Φυσικά, υπάρχουν και οι Queen +, τους οποίους δημιούργησαν οι δυο τους ως «συνέχεια» των Queen μετά τον θάνατο του Μέρκιουρι. Με αυτό το σχήμα και καλεσμένους από τον Γουάικλεφ Ζαν έως τον Έλτον Τζον –αλλά και σταθερή συνεργασία σε συναυλίες, περιοδείες και δίσκους με τον Πολ Ρότζερς και τον Άνταμ Λαμπέρ– ο Τέιλορ και ο Μέι «φρέσκαραν» πολλάκις το ενδιαφέρον για την μπάντα τους.
Μικρές «βασιλικές» αναζωπυρώσεις γίνονται και κάθε φορά που προβάλλεται στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ που τους αφορά, όταν τα τραγούδια τους διασκευάζονται ή μπαίνουν σε σάουντρακ, όποτε οι δίσκοι τους επανακυκλοφορούν σε συλλεκτικές εκδόσεις ή οργανώνεται κάποια έκθεση προς τιμήν τους. Όπως και όποτε κάποιος δηλώνει θαυμαστής του Μέρκιουρι – το έχουν κάνει από τον Ρομπ Χάλφορντ των Judas Priest έως τον Μπένσον Μπουν. Σε φυσικά αντίτυπα, οι Queen εκτιμάται ότι έχουν πουλήσει από 250 έως 300 εκατομμύρια δίσκους. Τον Ιούνιο του 2024, δε, έγραψαν για μία ακόμα φορά ιστορία, όταν ανακοινώθηκε η πώληση των δικαιωμάτων του καταλόγου και του brand τους στη Sony Music για το αστρονομικό ποσό του 1 δισεκατομμυρίου στερλινών.

Στιλ, σεξαπίλ, γάτες
Σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που, αν τους ρωτήσεις ποια είναι τα αγαπημένα τους τραγούδια των Queen, αρχίζουν και κομπιάζουν – κι όχι επειδή δεν μπορούν να διαλέξουν. Η παράδοξη μουσική τους άγνοια δεν τους εμποδίζει να λατρεύουν τον Φρέντι Μέρκιουρι για το ίματζ του, καθώς διέθετε μια εξτραβαγκάντ και πολύ προσωπική αίσθηση του στιλ, η οποία τον κατέστησε, μαζί με τον Ντέιβιντ Μπόουι, ένα από τα πιο επιδραστικά fashion icons που ξεπήδησαν από τη ροκ. Οι ολόσωμες εφαρμοστές φόρμες με τους ρόμβους, τα χρωματιστά κολάν, τα στρατιωτικά σακάκια με τις επωμίδες, τις βάτες και τα κρόσσια που φορούσε, όπως και τα δερμάτινα looks του, αποτέλεσαν σημεία αναφοράς για το πώς μπορεί να ντύνεται ένας σταρ και εμπνέουν μέχρι σήμερα τους ανθρώπους της μόδας.
Το πιο εμβληματικό στοιχείο της εμφάνισής του, βέβαια, δεν ήταν άλλο από το μουστάκι του, που το υιοθέτησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, την ίδια εποχή που έκοψε τα μαλλιά του κοντά. Το νέο του look τότε δημιούργησε προβλήματα στο συγκρότημα, καθώς θεωρήθηκε «πολύ γκέι». Σε συναυλίες των Queen στην Αμερική, οι «φαν» τού πέταγαν ξυραφάκια μιας χρήσης και η δημοτικότητα της μπάντας υποχώρησε. Τη στιγμή που στην Ευρώπη συνέχιζαν να γνωρίζουν τεράστια επιτυχία, το 1984, στις «συντηρητικές ΗΠΑ», το MTV αρνήθηκε να παίξει το βιντεοκλίπ του τραγουδιού I want to break free, επειδή σε αυτό τα μέλη των Queen, παρωδώντας μια σαπουνόπερα, φορούσαν γυναικεία ρούχα.

Ο Φρέντι Μέρκιουρι, κόντρα σε ό,τι πιστεύεται ευρέως σήμερα, δεν ήταν ποτέ «ανοιχτά γκέι». Η ομοσεξουαλικότητά του ήταν πιο ορατή στη σκηνή απ’ ό,τι στη δημόσια ζωή του, καθώς είχε μιλήσει μόνο διφορούμενα γι’ αυτήν. Μπορεί να κυκλοφορούσε σε γκέι στέκια, στις δημόσιες εμφανίσεις του, όμως, φρόντιζε να κρατάει απόσταση ακόμα και από τον Χάτον. Κάτι μερικώς άσχετο με αυτό, αλλά ενδιαφέρον, είναι το ότι υπήρξε πολύ ντροπαλός μπροστά στους ξένους και, όπως πολλοί εσωστρεφείς, αγαπούσε τις γάτες. Τόσο πολύ, που είχε αναθέσει σε έναν ζωγράφο να του φιλοτεχνήσει τα πορτρέτα εκείνων που ζούσαν μαζί του. Η αγαπημένη του γάτα ήταν η Ντιλάιλα, για την οποία έγραψε το Delilah που μπήκε στο άλμπουμ Innuendo του 1991. Σε κάποιο σημείο του τον ακούμε να νιαουρίζει.
Η επινόηση ενός σταρ
Γεννημένος στις 5 Σεπτεμβρίου του 1946 στο βρετανικό προτεκτοράτο της Ζανζιβάρης, από Ινδούς γονείς που ανήκαν στην περσική εθνοτική κοινότητα των Πάρσων, το πραγματικό του όνομα ήταν Φαρόκ Μπουλσάρα. Σχολείο πήγε κυρίως στην Ινδία, μένοντας σε συγγενείς του. Όταν έγινε δεκαοκτώ ετών, έχοντας ήδη υιοθετήσει ως μικρό όνομα το «Φρέντι», διέφυγε με την οικογένειά του από την έκρυθμη πολιτικά Ζανζιβάρη, για να καταλήξει στο Μίντλσεξ, είκοσι ένα χιλιόμετρα από το κέντρο του Λονδίνου. Παρά την αγάπη του για τη μουσική, άρχισε να σπουδάζει σχέδιο και γραφιστική, αποκρύπτοντας την εθνοπαράξενη καταγωγή του και το ότι είχε ανατραφεί ως ζωροάστρης.
Αγαπούσε τις γάτες τόσο πολύ, που είχε αναθέσει σε έναν ζωγράφο να του φιλοτεχνήσει τα πορτρέτα εκείνων που ζούσαν μαζί του.
Έξι χρόνια μετά την άφιξή του στη Γηραιά Αλβιώνα, θα γίνει μέλος των Queen, προτείνοντας εκείνος –ουσιαστικά, επιβάλλοντας– το μεγαλοπρεπές όνομα της μπάντας, με τις ομοφυλοφιλικές συνδηλώσεις. Λίγο πριν οι Queen κυκλοφορήσουν τον πρώτο τους δίσκο που έφερε ως τίτλο το όνομά τους, το 1973, στο πλαίσιο της αυτοεπινόησής του ως Βρετανού σταρ, άλλαξε νομικά το επώνυμό του σε «Μέρκιουρι». Επιτυχία στην πατρίδα τους οι Queen γνώρισαν με το Queen II του 1974, ενώ η δημοτικότητά τους ξεπέρασε τα σύνορα του «Νησιού» με το τρίτο τους άλμπουμ, Sheer heart attack, που έβγαλε το χιτ Killer queen, γραμμένο για μια σεξεργάτρια πολυτελείας που μιλούσε σαν βαρώνη και φορούσε ένα άρωμα «από το Παρίσι».

Το 1975 κυκλοφόρησαν τον δίσκο A night at the opera, αδιαμφισβήτητο magnum opus τους, παρά το ότι το News of the world του 1977 περιλαμβάνει τα «φτιαγμένα για να τραγουδιούνται σε στάδια, συνοδεία κοινού», We will rock you και We are the champions. Την επόμενη δεκαετία θα έδιναν συναυλίες ανά τον κόσμο, συχνά σε στάδια με δεκάδες, ακόμα και εκατοντάδες χιλιάδες κόσμο. Μία από τις τελευταίες τους –την τελευταία που κινηματογραφήθηκε επαγγελματικά– την έδωσαν πέρα από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, στο Λαϊκό Στάδιο της Βουδαπέστης, στις 27 Ιουλίου του 1986. Φέτος, στις 30 Οκτωβρίου, με αφορμή τη συμπλήρωση σαράντα χρόνων από το λάιβ τους στη Βουδαπέστη, θα την κάνουν διαθέσιμη σε αποκατεστημένη μορφή σε διάφορες συλλεκτικές εκδόσεις, αλλά και για streaming, στο Spotify.
The show must go on…
Το τελευταίο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν οι Queen όσο ο Μέρκιουρι ήταν ζωντανός, το Innuendo του 1991, περιλάμβανε το κομμάτι The show must go on, που λόγω των στίχων του φούντωσε τις φήμες περί επικείμενου θανάτου του. Εκείνος είχε μάθει ότι είναι οροθετικός το 1987 και οι κοντινοί του άνθρωποι «γνώριζαν». Η επίσημη ανακοίνωση στον Τύπο, όμως, ήρθε μόλις μία ημέρα πριν από τον θάνατό του. Συχνά σήμερα, όταν σκέφτομαι τον Φρέντι Μέρκιουρι, το μυαλό μου επιστρέφει στην πρώτη μου επαφή με το σύμπαν του, όταν ήμουν έφηβος και τον άκουγα να τραγουδάει το Radio ga ga στην τηλεόραση. Περιέργως ή και όχι, όταν μεγάλωσα, κάποια στιγμή άφησα μουστάκι και οι άλλοι άρχισαν να μου λένε «μοιάζεις με τον Φρέντι Μέρκιουρι». Αυτό κάποτε το είχα ευχηθεί. Μέχρι που αποφάσισα να τροχίσω τα δύο μπροστινά μου δόντια και να κλείσω το μεταξύ τους κενό βάζοντας σιδεράκια. «Τα δόντια!» σκέφτηκα. «Κανείς δεν μιλάει για τα δόντια του Φρέντι Μέρκιουρι…»
