Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα 3 Σεπτεμβρίου



Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 3 Σεπτεμβρίου. Διαβάστε το συναξάρι των
τιμώμενων αγίων
της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.

Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:

  • Άνθιμος
  • Αριστέα
  • Αρχοντία
  • Πολύδωρος
  • Φοίβη, Φοίβος

Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Ιερομάρτυς Ανθιμος Νικομηδείας, Οσιος Θεόκτιστος και Ιωαννίκιος Β΄ Πατριάρχης Σερβίας

Ιερομάρτυς Ανθιμος Νικομηδείας

Κατά τα τέλη του 3ου και στις αρχές του 4ου αι., υπήρξε εξέχων εκκλησιαστικός ηγέτης της Μικράς Ασίας που βρήκε μαρτυρικό θάνατο κατά τον μεγάλο διωγμό του Διοκλητιανού. Γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Βιθυνίας, το σημερινό Ιζμίτ της Τουρκίας, και από τη νεανική του ηλικία διακρίθηκε για την ευσέβεια, την ταπεινοφροσύνη και την αγάπη του για τη μελέτη των Θείων Γραφών. Λόγω των πνευματικών του χαρισμάτων, χειροτονήθηκε αρχικά διάκονος, στη συνέχεια πρεσβύτερος και τελικά, μετά τον θάνατο του προκατόχου του εξελέγη επίσκοπος Νικομηδείας. Από αυτή τη θέση, εργάστηκε ακούραστα για τη στερέωση της πίστης των χριστιανών και τη στήριξη των απόρων, αλλά, καθώς η Νικομήδεια ήταν τότε μία από τις επίσημες έδρες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το έργο είχε εξαιρετική σημασία για τη διάδοση του Χριστιανισμού. 

Το 303, οι αυτοκράτορες Διοκλητιανός και Μαξιμιανός εξαπέλυσαν τον πιο σκληρό και συστηματικό διωγμό κατά της Εκκλησίας και η Νικομήδεια βρέθηκε στο επίκεντρο της μανίας των ειδωλολατρών. Για να προστατεύσει το ποίμνιό του και να συνεχίσει να το καθοδηγεί, ο Ανθιμος αποσύρθηκε σε κοντινό χωριό που ονομαζόταν Σένανα και από εκεί έστελνε κρυφά επιστολές στους φυλακισμένους χριστιανούς, ενθαρρύνοντάς τους να υπομείνουν τα βασανιστήρια και να μην απαρνηθούν τον Χριστό. Μία από αυτές τις επιστολές, που απευθυνόταν στον διάκονο Θεόφιλο, έπεσε στα χέρια των ειδωλολατρών, αποκαλύπτοντας έτσι τη θέση του επισκόπου, και εστάλησαν αμέσως είκοσι ιππείς για να τον συλλάβουν. Οταν οι στρατιώτες έφτασαν στο χωριό, συνάντησαν τον Ανθιμο, αλλά δεν τον αναγνώρισαν, εκείνος, όμως, τους υποδέχθηκε με εξαιρετική καλοσύνη, τους φιλοξένησε στο σπίτι του και τους προσέφερε φαγητό. Αφού έφαγαν, ο μάρτυρας τους αποκάλυψε την ταυτότητά του λέγοντας: «Εγώ είμαι αυτός που ζητάτε». Οι στρατιώτες, εντυπωσιασμένοι από την ευγένεια και την αγάπη του, συγκινήθηκαν και προσφέρθηκαν να πουν στον αυτοκράτορα ότι δεν τον βρήκαν, ο Ανθιμος όμως αρνήθηκε, λέγοντας ότι δεν πρέπει να πουν ψέματα και ότι ο ίδιος επιθυμούσε να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Η στάση αυτή συγκλόνισε τους στρατιώτες και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού προς τη Νικομήδεια κατηχήθηκαν και βαπτίστηκαν από τον Ανθιμο, όταν δε παρουσιάστηκε στον Μαξιμιανό αρνήθηκε με θάρρος να θυσιάσει στα είδωλα, διακηρύσσοντας ότι ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός. Τότε άρχισαν τα φρικτά βασανιστήρια. Τον χτύπησαν με πέτρες στο πρόσωπο και στο στήθος, του τρύπησαν τις φτέρνες με πυρακτωμένα σίδερα, τον ξάπλωσαν πάνω σε κομμάτια σπασμένων αγγείων και τον μαστίγωσαν και τον έδεσαν σε τροχό βασανιστηρίων, αλλά βλέποντας ότι καμία τιμωρία δεν μπορούσε να κάμψει το φρόνημά του, ο αυτοκράτορας διέταξε τον θάνατό του και αποκεφαλίστηκε το 303, σφραγίζοντας την πίστη του με το αίμα του.

Οσιος Θεόκτιστος

Φημισμένος ασκητής της ερήμου της Ιουδαίας κατά τον 5ο αι., είναι ευρύτερα γνωστός ως ο πνευματικός αδελφός, συνοδοιπόρος και συνασκητής του Μ. Ευθυμίου. Γεννήθηκε στα τέλη του 4ου αι. στην Καππαδοκία της Μ. Ασίας και από νεαρή ηλικία ένιωσε την κλίση για τον μοναχισμό. Αφού εκάρη μοναχός, αποφάσισε να ταξιδέψει στους Αγίους Τόπους για να προσκυνήσει και να ζήσει στην έρημο και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Λαύρα της Φαράν, κοντά στο κελί που ζούσε ο Μ. Ευθύμιος. Οι δύο άνδρες συνδέθηκαν αμέσως με βαθιά και ισόβια πνευματική φιλία, καθώς είχαν την ίδια ηλικία, τον ίδιο ζήλο για την άσκηση και κοινές πνευματικές επιδιώξεις.

Μετά από πέντε χρόνια κοινής ζωής στη Φαράν, οι δύο όσιοι αναζήτησαν περισσότερη ησυχία και απομόνωση, κι έτσι, το 411 κατέφυγαν σε απόκρημνο και άνυδρο φαράγγι της ερήμου της Ιουδαίας, το σημερινό Wadi Mukelik, όπου ζούσαν σε ένα μεγάλο αλλά δυσπρόσιτο σπήλαιο στην πλευρά του γκρεμού και τρέφονταν αποκλειστικά με άγρια χόρτα και ρίζες της ερήμου, αφιερώνοντας όλο τον χρόνο τους στην αδιάλειπτη προσευχή. Παρά την επιθυμία τους να μείνουν κρυμμένοι, η παρουσία τους αποκαλύφθηκε από βοσκούς της περιοχής, με αποτέλεσμα, σύντομα, πολλοί άνδρες που επιζητούσαν τη μοναχική ζωή κατέφθαναν για να μαθητεύσουν κοντά τους. Οταν ο αριθμός των μοναχών αυξήθηκε, το σπήλαιο μετατράπηκε σε εκκλησία και γύρω από αυτό χτίστηκε κοινόβιο, το πρώτο μοναστήρι αυτού του τύπου στην έρημο της Ιουδαίας.

Καθώς, όμως, ο Ευθύμιος αγαπούσε την απόλυτη ησυχία, προτίμησε να αποσυρθεί ξανά σε πιο βαθιά ερημικά μέρη, γι’ αυτό ανέθεσε την ηγουμενία και την πλήρη πνευματική και διοικητική ευθύνη του νέου μοναστηριού στον όσιο. Ο Θεόκτιστος αποδείχθηκε εξαιρετικός πνευματικός πατέρας και οδηγός, οργάνωσε υποδειγματικά τη ζωή των μοναχών, διδάσκοντάς τους την υπακοή, την ταπεινοφροσύνη, την εργασία και την αγάπη, μεταξύ δε των μοναχών που καθοδήγησε ήταν και ο μετέπειτα σπουδαίος Σάββας ο Ηγιασμένος. Αφού διοίκησε το κοινόβιο για πολλές δεκαετίες με σοφία, εκοιμήθη ειρηνικά σε βαθύ γήρας στις 3 Σεπτεμβρίου 467. Στη δε κηδεία του παρευρέθη ο ίδιος ο Ευθύμιος και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Αναστάσιος, ο οποίος ενταφίασε το λείψανό του στο καθολικό της μονής που εκείνος ίδρυσε.

Τα ερείπια της Μονής του οσίου Θεοκτίστου αποτελούν έναν από τους πιο απόκοσμους και εντυπωσιακούς αρχαιολογικούς χώρους στην έρημο της Ιουδαίας. Το μοναστηριακό συγκρότημα, σφηνωμένο μέσα στα κάθετα βράχια του άγριου φαραγγιού, αποτυπώνει με ακρίβεια την ανάγκη των πρώτων ασκητών για απόλυτη απομόνωση. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν αποκαλύψει ότι το μοναστήρι αναπτύχθηκε σε δύο φάσεις, τη βυζαντινή και τη μέση μουσουλμανική περίοδο, και ήταν οργανωμένο σε επίπεδα. Το Σπήλαιο-Καθολικό είναι το αρχικό σπήλαιο όπου απομονώθηκαν ο Ευθύμιος και ο Θεόκτιστος, και σώζονται ακόμη τμήματα από το πέτρινο τέμπλο, το ιερό, ίχνη από τοιχογραφίες και ψηφιδωτά στους τοίχους και το δάπεδο, τα οποία μαρτυρούν την παλιά του αίγλη. Σώζονται επίσης, το Εξαώροφο Κτίσμα, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του χώρου, απομεινάρι πλέον της εξαώροφης πέτρινης κατασκευής που στέγαζε τα κελιά των μοναχών, την τράπεζα και τους βοηθητικούς χώρους, το Υπόγειο Κοιμητήριο, όπου φυλάσσονταν τα οστά των μοναχών που ασκήτεψαν εκεί στο πέρασμα των αιώνων, και οι Δεξαμενές Νερού, μεγάλες και σοβατισμένες λαξευμένες στον βράχο, καθώς και κανάλια που μετέφεραν το νερό από το φαράγγι. Σήμερα, η πρόσβαση στα ερείπια του Wadi Mukelik είναι δύσκολη και γίνεται κυρίως από έμπειρους πεζοπόρους που διασχίζουν το φαράγγι, αλλά η εικόνα των γκρεμισμένων πέτρινων τοίχων που κρέμονται πάνω από το βάραθρο, σε συνδυασμό με την απόλυτη σιωπή της ερήμου, προκαλεί δέος και «αποζημιώνει» τους τολμηρούς προσκυνητές.

Ιωαννίκιος Β΄ Πατριάρχης Σερβίας

Από τις εμβληματικές μορφές της σερβικής ιστορίας, καθώς διατέλεσε πρώτος Πατριάρχης της Σερβικής Εκκλησίας (1346-1354), γεννήθηκε στα τέλη του 13ου ή στις αρχές του 14ου αι. στην περιοχή του Πρίζρεν, στο σημερινό Κόσοβο, από ευσεβή χριστιανική οικογένεια. Ελαβε μεγάλη μόρφωση και κατά τη νεότητά του πέρασε ένα διάστημα μελέτης και πνευματικής άσκησης στην Ιερά Μονή Χιλανδαρίου στο Αγιον Ορος, αλλά λόγω των ικανοτήτων και της παιδείας του εισήλθε στην υπηρεσία του βασιλιά της Σερβίας, Στεφάνου Δουσάν, όπου διορίστηκε Λογοθέτης (αρχιγραμματέας), θέση από την οποία χειριζόταν σημαντικές κρατικές και εκκλησιαστικές υποθέσεις. 

Μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Δανιήλ Β΄, ο Ιωαννίκιος εξελέγη πανηγυρικά στις 3 Ιανουαρίου 1338 ως ο νέος Αρχιεπίσκοπος όλων των Σερβικών και Παραθαλάσσιων Χωρών, θέση από την οποία εργάστηκε για την πνευματική αναγέννηση του λαού, τη δίκαιη διοίκηση και την ανέγερση νέων ναών. Το 1345, ο Στέφανος Δουσάν κατέκτησε μεγάλο μέρος των βαλκανικών εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και αποφάσισε να ανακηρυχθεί «Αυτοκράτορας Σέρβων και Ρωμαίων». Για να γίνει η στέψη του, σύμφωνα με το τυπικό, έπρεπε η Σερβική Εκκλησία να ανυψωθεί σε Πατριαρχείο, γι’ αυτό, την Κυριακή των Βαΐων, 6 Απριλίου 1346, ο Ιωαννίκιος ανακηρύχθηκε επίσημα ο πρώτος Πατριάρχης των Σέρβων με έδρα το Ιπέκιο (Peć). Η κίνηση αυτή οδήγησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως να επιβάλει αφορισμό στη Σερβική Εκκλησία που διήρκεσε αρκετά χρόνια. Παρά την ανταγωνιστική στάση έναντι της Κωνσταντινούπολης, όταν ο Πάπας πρότεινε στον Σέρβο αυτοκράτορα και στον Πατριάρχη εκκλησιαστική ένωση με αντάλλαγμα στρατιωτική βοήθεια, ο Ιωαννίκιος αρνήθηκε κατηγορηματικά, υπερασπιζόμενος σταθερά τα ορθόδοξα δόγματα. Εκοιμήθη ειρηνικά στις 3 Σεπτεμβρίου 1354 και ετάφη στο Μοναστήρι του Πατριαρχείου του Ιπεκίου, όπου το λείψανό του διατηρείται μέχρι σήμερα και θεωρείται θαυματουργό, το δε μοναστήρι είναι ένα από τα πιο ιερά και ιστορικά μνημεία της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, βρίσκεται στην είσοδο του φαραγγιού Ρούγκοβα στο Κοσσυφοπέδιο και από το 2006 προστατεύεται από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

Τιμάται επίσης η μνήμη: μάρτυρος Βασιλίσσης, ιερομάρτυρος Αριστίωνος επισκόπου Αλεξανδρείας, διακονίσσης Φοίβης, μαρτύρων Χαρίτωνος και Αρχοντίωνος, βασιλέως Κωνσταντίνου του νέου, νεομάρτυρος Πολυδώρου, οσίου Ιωάννου του δασύτριχου του διά Χριστόν σαλού και ιερομάρτυρος Ραφαήλ ηγουμένου μονής Σισάτοβατς.

Σύνταξη και Επιμέλεια:
Νίκος Πατρίκης, Ιωάννης Ε. Χρυσάφης



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις