Πώς διδάσκεις την Οδύσσεια σε ένα 12χρονο;


Φόρτωση Text-to-Speech…

Οταν το 2018 το BBC Culture ζήτησε από 108 συγγραφείς, ακαδημαϊκούς, κριτικούς, δημοσιογράφους και μεταφραστές από 35 χώρες να επιλέξουν τις ιστορίες που διαμόρφωσαν τον κόσμο, η Οδύσσεια του Ομήρου βρέθηκε στην πρώτη θέση. Ανάμεσα στους λόγους που επικαλέστηκαν οι συμμετέχοντες, ήταν η δύναμη μιας ιστορίας γεμάτης θεούς και τέρατα, η επιρροή της στις αφηγήσεις που ακολούθησαν, αλλά και τα ερωτήματα που εξακολουθεί να θέτει το έργο για τον ηρωισμό, τον πόλεμο και την επιστροφή. Σχεδόν τρεις χιλιετίες μετά τη δημιουργία της, άλλωστε, η Οδύσσεια συνεχίζει να διαβάζεται, να διασκευάζεται και να γεννά νέες αφηγήσεις. Τι συμβαίνει όμως όταν μία από τις πιο συναρπαστικές ιστορίες που ειπώθηκαν ποτέ, περνά το «κατώφλι» μιας σχολικής αίθουσας; Πόση από την αφηγηματική της δύναμη καταφέρνει να φτάσει σε ένα παιδί της Α’ Γυμνασίου και πόσο κινδυνεύει να χαθεί όταν μετατρέπεται σε απλή σχολική ύλη;

«Η δύναμη του έργου χάνεται στην τάξη»

«Οταν η Οδύσσεια περνά στην τάξη, συχνά χάνει την αφηγηματική της ορμή. Τεμαχίζεται σε μικρά αποσπάσματα, διακόπτεται από συνεχείς ερωτήσεις και φορτώνεται με όρους, σχήματα λόγου και “σωστές” ερμηνείες. Ετσι, το παιδί παύει να αναρωτιέται τι θα συμβεί και αρχίζει να αναρωτιέται τι πρέπει να απομνημονεύσει», απαντά στην «Κ» ο Χρήστος Τσαγγάλης, καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ, ο οποίος μελετά εδώ και πολλά χρόνια την ομηρική ποίηση. 

Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται και η Νικολέττα Καναβού. Η καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ, που επίσης εξειδικεύεται στον Ομηρο, σημειώνει ότι το πρόβλημα ξεκινά όταν ανάμεσα στους μαθητές και την ιστορία αρχίζει να παρεμβάλλεται όλο και περισσότερο το «μάθημα».

Πώς διδάσκεις την Οδύσσεια σε ένα 12χρονο;-1
Ο Χρήστος Τσαγγάλης, καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Πώς διδάσκεις την Οδύσσεια σε ένα 12χρονο;-2
Η καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ, Νικολέττα Καναβού.

«Νομίζω ότι η δύναμη του έργου χάνεται στην τάξη κυρίως όταν αυτό παύει να λειτουργεί ως αφήγηση που μπορεί κανείς να απολαύσει και μετατρέπεται σε “ύλη” προς εκμάθηση και εξέταση. Ενα παιδί που θα μπορούσε να έχει περιέργεια για την Οδύσσεια βρίσκεται συχνά αντιμέτωπο με πληροφορίες τις οποίες πρέπει να συγκρατήσει: επικά χαρακτηριστικά, αφηγηματικές τεχνικές, θεματικές ενότητες, χαρακτηρισμούς προσώπων και -ίσως το χειρότερο- γλωσσική ανάλυση», τονίζει στην «Κ» η κ. Καναβού, προσθέτοντας κι ένα επιπλέον πρόβλημα. «Συχνά, όταν ένα παιδί αρχίζει να διαβάζει την Οδύσσεια, έχει ήδη πληροφορηθεί τη βασική πλοκή και το τέλος της. Θα πρέπει να τού δείξουμε ότι ενδιαφέρον δεν έχει μόνο το τι συμβαίνει, αλλά και το πώς ο ποιητής μεταπλάθει την πλοκή σε ένα μοναδικό ποίημα».

Διδασκαλία από την αρχή

Αν λοιπόν μπορούσαμε να αφήσουμε για λίγο στην άκρη τον τρόπο με τον οποίο διδάσκεται σήμερα το έπος και να σχεδιάσουμε από την αρχή την πρώτη επαφή ενός 12χρονου με την «Οδύσσεια», τι θα κρατούσαμε και τι θα αλλάζαμε;

«Θα έβαζα στο κέντρο την αφήγηση, όχι την εξέταση», απαντά ο κ. Τσαγγάλης. «Οι μαθητές θα γνώριζαν πρώτα ολόκληρη την πορεία του νόστου μέσα από ένα σύντομο, καλοδουλεμένο αφηγηματικό χάρτη και ύστερα θα εμβάθυναν σε επιλεγμένα επεισόδια. Θα συνδύαζα μεγαλόφωνη ανάγνωση, δραματοποίηση, χαρτογράφηση ταξιδιών, δημιουργική γραφή και συζήτηση για τη φιλοξενία, την απώλεια, την επιθυμία επιστροφής και την ευθύνη των επιλογών».

Μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς, όπως λέει ο κ. Τσαγγάλης, «κάθε παιδί θα πρέπει να έχει διαβάσει το προοίμιο, βασικά μέρη της Τηλεμάχειας, την Καλυψώ και τη Ναυσικά, τον Κύκλωπα, την Κίρκη, τη Νέκυια, τις Σειρήνες, την αναγνώριση από την Πηνελόπη, τη μνηστηροφονία και την τελική συμφιλίωση». Περισσότερο από την απομνημόνευση των επιμέρους επεισοδίων, σημασία έχει για τον ίδιο η συνολική εικόνα. «Κυρίως, να είναι σε θέση να κατανοεί τη συνοχή του έργου και να μπορεί να αφηγηθεί πώς ο νόστος μεταμορφώνει τους ανθρώπους».

Μιλάμε για 12.110 στίχους οργανωμένους σε 24 ραψωδίες και περαιτέρω σε σκηνές και επεισόδια που μπορούν σε μεγάλο βαθμό να αυτονομηθούν.

Η Νικολέττα Καναβού, εξηγεί ότι δεν χρειάζεται ούτε εξαντλητική διδασκαλία ολόκληρου του έπους ούτε μια απλή «περίληψη της υπόθεσης». «Μιλάμε για 12.110 στίχους οργανωμένους σε 24 ραψωδίες και περαιτέρω σε σκηνές και επεισόδια που μπορούν σε μεγάλο βαθμό να αυτονομηθούν. Θα επέλεγα ολόκληρες, αντιπροσωπευτικές σκηνές, ώστε το παιδί να γνωρίσει πραγματικά τον ομηρικό λόγο, και θα συνέδεα αυτές τις σκηνές με σύντομες αφηγήσεις των τμημάτων που παραλείπονται».

Η ίδια θεωρεί ότι επεισόδια όπως η Τηλεμάχεια, το δίλημμα του Οδυσσέα στο νησί της Καλυψούς ανάμεσα στην αθανασία και στον νόστο, η συνάντηση με τη Ναυσικά, οι Κύκλωπες, οι Σειρήνες και η Νέκυια αξίζει να διαβαστούν ολόκληρα, καθώς επιτρέπουν στα παιδιά να καταλάβουν τι είναι η Οδύσσεια ως λογοτεχνικό έργο. Το ίδιο και οι σκηνές της αναγνώρισης του Οδυσσέα μετά την επιστροφή του την Ιθάκη. «Τους φοιτητές μου, τούς συγκινεί πολύ η σκηνή με τον Αργο, τον σκύλο του Οδυσσέα που αναγνωρίζει τον άνθρωπό του μετά από 20 χρόνια απουσίας», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Kάθε παιδί θα πρέπει να έχει διαβάσει το προοίμιο, βασικά μέρη της Τηλεμάχειας, την Καλυψώ και τη Ναυσικά, τον Κύκλωπα, την Κίρκη, τη Νέκυια, τις Σειρήνες, την αναγνώριση από την Πηνελόπη, τη μνηστηροφονία και την τελική συμφιλίωση.

Ορισμένες από αυτές τις ιστορίες προσφέρονται, μάλιστα, για ερωτήματα πολύ πιο σύνθετα από το «τι συνέβη». Είναι ενδεικτική η σκηνή στη σπηλιά του Κύκλωπα, όπου «το μονόφθαλμο άγριο τέρας παραβιάζει την αρχή της φιλοξενίας, ο Οδυσσέας φέρεται αλαζονικά και οι δύο το πληρώνουν», λέει η ίδια. Για τη μνηστηροφονία, σημειώνει ότι οι λεπτομέρειες της περιγραφής είναι αρκετά τρομακτικές για τα παιδιά, ωστόσο η ιστορία θα μπορούσε να ενταχθεί «σε μια ευρύτερη συζήτηση για τη βία και την αντίληψη περί δικαιοσύνης στον ομηρικό κόσμο. Το τέλος της Οδύσσειας, όμως, επιβάλλει την ειρήνη και τη συμφιλίωση».

«Να ξανακούσουμε τον Ομηρο»

Οι δύο καθηγητές προτείνουν να δοθεί ξανά χώρος στην ακρόαση. Για το πρώτο της κοινό, άλλωστε, η Οδύσσεια δεν ήταν ένα κείμενο που διαβαζόταν σιωπηλά, αλλά μια ιστορία που ακουγόταν. «Η πρώτη αλλαγή που θα επέφερα θα ήταν απλή. Πριν από κάθε ανάλυση, οι μαθητές θα άκουγαν ή θα διάβαζαν ένα μεγάλο, αδιάκοπο αφηγηματικό τμήμα, ώστε να λειτουργήσουν η αγωνία, η έκπληξη και η συγκίνηση», λέει ο κ. Τσαγγάλης. «Η μεγαλόφωνη ανάγνωση, η απαγγελία σε ομάδες, η ακρόαση διαφορετικών μεταφράσεων μπορούν να μετατρέψουν το κείμενο από αντικείμενο σε γεγονός», σημειώνει.

Για την κ. Καναβού, η προφορικότητα φέρνει τα παιδιά πιο κοντά στην ίδια τη φύση του έργου. «Η μεγαλόφωνη ανάγνωση θα μπορούσε να έχει σπουδαία θέση στο σχολείο», λέει. «Η φωνή, ο ρυθμός και η παύση μπορούν να μεταφέρουν κάτι που χάνεται όταν αναλύουμε απλώς το απόσπασμα».

Μπορούμε να αμφισβητήσουμε τον Οδυσσέα;

Στο επίκεντρο της συζήτησης περί διδασκαλίας, βρίσκεται και ο ίδιος ο Οδυσσέας. Πρέπει ένα παιδί να τον αντιμετωπίζει ως τον αδιαμφισβήτητο «ήρωα» του έπους ή μπορεί να τον κρίνει; «Η αμφισβήτηση πρέπει να έχει κεντρική θέση», απαντά ο κ. Τσαγγάλης, «γιατί η ίδια η Οδύσσεια αμφισβητεί τον ιλιαδικό επικό κώδικα προτείνοντας στη θέση του ένα νέο ορισμό του ηρωικού κλέους. Ο Οδυσσέας είναι ευφυής, ανθεκτικός και αφοσιωμένος στον νόστο, όμως ταυτόχρονα υπερήφανος, παραπλανητικός και συχνά βίαιος. Οι αντιφάσεις του επιτρέπουν να συζητήσουμε τι σημαίνει ηρωισμός και ποιος πληρώνει το κόστος του».

Ακριβώς αυτές οι αντιφάσεις μπορούν, σύμφωνα με την κ. Καναβού, να φέρουν τον σημερινό μαθητή πιο κοντά στον ομηρικό ήρωα. «Το παιδί δεν χρειάζεται να συμφωνήσει με τον Ομηρο ούτε να αποδεχθεί τον Οδυσσέα ως “ήρωα” επειδή έτσι τον παρουσιάζει η παράδοση. Αντίθετα, η δυνατότητα να του ασκήσει κριτική μπορεί να το οδηγήσει σε πολύ βαθύτερη ανάγνωση», εξηγεί. «Το ερώτημα “είναι καλός ή κακός;” ίσως ακούγεται ενδιαφέρον αλλά δεν μπορεί και δεν χρειάζεται να λάβει απόλυτη απάντηση», λέει η ίδια. «Πολύ περισσότερο αξίζει να ζητήσουμε από τους μαθητές να αποφασίσουν σε ποια σημεία τον θαυμάζουν και σε ποια αισθάνονται άβολα μαζί του. Ετσι ο ήρωας με τις περιπέτειές του παύει να είναι ένα αντικείμενο αποστήθισης και γίνεται ένα πρόσωπο που πρέπει να ερμηνευθεί, όπως και όλοι οι αληθινοί άνθρωποι που θα συναντήσουν τα παιδιά στη ζωή τους».

Το παιδί δεν χρειάζεται να συμφωνήσει με τον Ομηρο ούτε να αποδεχθεί τον Οδυσσέα ως “ήρωα” επειδή έτσι τον παρουσιάζει η παράδοση.

Ακόμη και η πρώτη εικόνα του Οδυσσέα που κάθεται στην ακτή και δακρύζει κοιτάζοντας το πέλαγος που τον χωρίζει από την Ιθάκη, μπορεί, σύμφωνα με την κ. Καναβού, να δώσει αφορμή για μια σημερινή συζήτηση. «Είναι μια εικόνα που έρχεται σε αντίθεση με το στερεότυπο ότι “οι άνδρες δεν κλαίνε”».

Η αμφισβήτηση, πάντως, ξεκαθαρίζουν και οι δύο πανεπιστημιακοί, δεν σημαίνει ότι ο ομηρικός κόσμος μπορεί να κριθεί αποκλειστικά με τα μέτρα του σήμερα. «Ο εκπαιδευτικός δεν πρέπει να επιβάλει τελική ετυμηγορία, αλλά να απαιτεί ακρίβεια, επιχειρήματα και διάκριση ανάμεσα στην κατανόηση μιας εποχής και στη δικαιολόγηση κάθε πρακτικής της», τονίζει ο κ. Τσαγγάλης. Για την Νικολέττα Καναβού, τα παιδιά θα πρέπει να μπορούν να μαθαίνουν και να κατανοούν έναν διαφορετικό κόσμο, αλλά και να τού ασκούν κριτική. «Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Και ούτε λέω ότι είναι κάτι εύκολο. Οι κλασικές σπουδές έχουν επανειλημμένα δεχθεί επίθεση ανά τον κόσμο, ακριβώς επειδή μελετούν κόσμους που δεν εμπίπτουν πάντοτε στις αξίες του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού».

Από τον Νόλαν πίσω στον Ομηρο

Μια τέτοια συζήτηση μπορεί σήμερα να ξεκινήσει ακόμη και έξω από τη σχολική αίθουσα. Η κινηματογραφική «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν έχει φέρει ξανά το ομηρικό έπος στο προσκήνιο και, σύμφωνα με την κ. Καναβού, μπορεί να αποτελέσει μία καλή αφορμή επιστροφής στο αρχαίο έργο. «Δεν πρέπει, βέβαια, να πούμε στα παιδιά, όπως ούτε και στους εαυτούς μας: “Αυτή είναι η Οδύσσεια”. Θα προτιμούσα να τους πούμε: “Αυτή είναι μία Οδύσσεια. Τώρα ας δούμε τι κάνει ο Ομηρος”».

Η σύγκριση, εξηγεί, μπορεί να αποτελέσει μέρος της ανάγνωσης. «Τι επέλεξε να δείξει ο Νόλαν, τι παρέλειψε, πώς παρουσιάζει τον Οδυσσέα, την Πηνελόπη, τα τέρατα, τη βία, την επιστροφή; Και κυρίως, τι αλλάζει όταν μια ιστορία που προοριζόταν να ακουστεί, και αργότερα να διαβαστεί, γίνεται κινηματογραφική εικόνα;»

Το πραγματικό στοίχημα τελικά, λέει η ίδια, δεν είναι πόσα θα θυμάται ένας μαθητής από την «Οδύσσεια» όταν κλείσει το βιβλίο της Α΄ Γυμνασίου, αλλά αν κάποτε θα θελήσει να το ανοίξει ξανά. «Αν με ρωτούσατε τι θα ήθελα να έχει μείνει στο παιδί πολλά χρόνια αργότερα, δεν θα έλεγα “να μπορεί να ονομάζει γλωσσικά και λογοτεχνικά φαινόμενα” ή “να ξέρει τα επεισόδια με τη σωστή σειρά”. Θα ήθελα να θυμάται ένα συναίσθημα: ότι κάποτε, στα δώδεκά του, συνάντησε μια ιστορία που ήταν απίστευτα παλιά και παρ’ όλα αυτά του “μιλούσε” ακόμη».



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις