Φόρτωση Text-to-Speech…
ΜΑΡΙΑ ΞΥΛΟΥΡΗ
Υφάντρα
εκδ. Μεταίχμιο, 2026 σελ. 144
«Μια ιστορία για γυναίκες που ξέρουν να υφαίνουν κόσμους, αλλά δεν ξέρουν πώς να υπάρξουν στον κόσμο». Ετσι μας συστήνεται στο οπισθόφυλλο το τελευταίο βιβλίο της Μαρίας Ξυλούρη. Η ιστορία αρχίζει με την άφιξη της Επισκέπτριας στην έπαυλη του κ. Τέιλορ, η γυναίκα του οποίου υποφέρει από ανίατη ασθένεια. Η Επισκέπτρια κατάγεται από μια μυθική φυλή γυναικών, οι οποίες γεννούσαν μόνο κόρες. Οι μητέρες μεταλαμπάδευαν στις κόρες την τέχνη της υφαντικής, μια τέχνη που ξεπερνούσε τη χρηστικότητα ή την καλλιτεχνία για να αγγίξει τη μαγεία. Οι υφάντρες, μια παραφωνία στον κόσμο της πατριαρχίας, κατείχαν ένθεα μυστικά. Γι’ αυτό η Επισκέπτρια κλήθηκε στην έπαυλη για να θεραπεύσει την κ. Τέιλορ.
Πρωταγωνίστρια του φεμινιστικού παραμυθιού είναι η Μπιάνκα, επίσης υφάντρα, που επί χρόνια κακοποιείτο από τον Αλντο, έναν άνδρα τον οποίο ποτέ δεν αγάπησε. Τα χέρια του τη μελάνιαζαν, από τη μύτη της έσταζε αίμα. Η Μπιάνκα «μερικές φορές κοιταζόταν στον καθρέφτη της και σκεφτόταν το δέρμα της σαν κουρελού». Τα υφαντά που έφτιαχνε κλεισμένη σε ένα υπόγειο ήταν πάντοτε γκρίζα. Η όποια ομορφιά τους συγκεντρωνόταν στη λεπτότητα της ύφανσης, «γκρίζα που έσβηναν μέσα σε πιο σκούρα γκρίζα». Μόνο ένα ξεχώριζε για τα χρωματιστά του νήματα. Ηταν «μια επίκληση στην ομορφιά παρά όμορφο το ίδιο». Ακολουθώντας το παράξενο έθιμο της γενεαλογίας της, κάθε Σάββατο βράδυ μάτωνε το δάχτυλό της και άφηνε το αίμα να κυλήσει σε μια δακτυλήθρα, θυσία στην καρακάξα που παραμόνευε στο περβάζι.
Οταν κατάφερε να διαφύγει από τον Αλντο, η Μπιάνκα βρέθηκε παγωμένη σαν άγαλμα σε μια ερημιά, έχοντας σφιχτά τυλιγμένο στα δάχτυλά της ένα μαχαίρι. Λίγο καιρό αργότερα γίνεται η οικονόμος του κ. Τέιλορ (ράφτης). Την ημέρα που η Επισκέπτρια φτάνει στην έπαυλη έπειτα από πρόσκληση της Μπιάνκας, τα οστά του Αλντο έθρεφαν τις λεμονιές του κτήματος. Η γυναίκα ένιωθε τον νεκρό σύζυγό της να τανύζεται κάτω από το χώμα και να σαλεύει, σαν να προσπαθούσε να γυρίσει πλευρό, σαν να σκάλιζε με τα νύχια το χώμα για να βγει από τη γη· «ένα σκουλήκι σερνόταν στην περόνη του, ένα άλλο είχε φωλιάσει στην κοτύλη του». Πιστή στη γυναικεία αλληλεγγύη, η Επισκέπτρια πατάει με δύναμη το χώμα που σκεπάζει τον Αλντο. «Οι ανήμεροι άνδρες […] ποτέ δεν εξημερώνονται για πολύ».
Η Ξυλούρη αποδίδει στην Επισκέπτρια θεϊκές ιδιότητες, με κυριότερη την παγερή αδιαφορία για τα ανθρώπινα. Η Επισκέπτρια, σαν άλλη Κλωθώ, έγνεθε με τα νήματά της τα θνητά πεπρωμένα. Δεν είχε καρδιά και απεχθανόταν τη ματαιοπονία των ανθρώπων να παρεμποδίζουν «το σχέδιο του υφαντού της», που υπερέβαινε την επικράτεια των εγκοσμίων. Τα εύθρυπτα υφάσματα των ανθρώπων «μπλέκονταν με τα δικά της νήματα και τα ξεστράτιζαν». «Για την Επισκέπτρια, η ελπίδα ήταν ένα πλάσμα μυθικό, ακατανόητο· άκουγε διαρκώς θρύλους που το αφορούσαν· δεν ήξερε αν το είχε ποτέ η ίδια αισθανθεί, ούτε αν ήταν, στην πραγματικότητα, κάτι άλλο πέρα από το πείσμα των κοινών ανθρώπων».
Αν δυσπιστούσε στα πάθη των κοινών ανθρώπων, η Επισκέπτρια ξεπερνούσε τα όρια της δυσανεξίας της για την αχρειότητα των ανδρών. Η φιγούρα της, αρματωμένη με μαγική εξουσία, ορθώνει ένα απροσπέραστο ανάχωμα στην ανδρική βία. Αλλά και η Μπιάνκα ως θύμα της πατριαρχίας διαπνέεται από ακραιφνείς φεμινιστικές αρχές. Προτού διεκδικήσει την ταυτότητα της υφάντρας, φυτοζωούσε στον ρόλο της κτήσης. Ηταν κτήμα του άνδρα της. Στον κ. Τέιλορ, που την έσωσε από τον Αλντο, είχε πει: «Είμαι κάποιου η γυναίκα […]. Μαγειρεύω, πλένω, ράβω, κεντάω, υφαίνω». Με τον καιρό έφτασε να υποσκελίσει τη βούληση του αφέντη της, υπαγορεύοντάς του τη δική της. Οταν η Μπιάνκα υποδέχεται την Επισκέπτρια, την πηγαίνει στο γραφείο του κ. Τέιλορ, ενώ η ίδια κάθεται στην καρέκλα του. Η Ξυλούρη γράφει ένα παραμύθι μαγικού ρεαλισμού, ποικιλμένο με περίκομψη γλώσσα, που θαρρείς πως πάλλεται στους ανασασμούς ενός ονείρου, κατοικημένου από μαγικές γυναίκες. Οι συναρπαστικές εικόνες θυμίζουν σελίδες εικονογραφημένου βιβλίου. Ωστόσο, μολονότι η ατμόσφαιρα έχει την υπνωτιστική αχλύ του μύθου, ο διδακτισμός είναι εξόφθαλμος, σαν να σε εγκαλεί επιτακτικά στην πραγματικότητα. Το φεμινιστικό μανιφέστο καταπλακώνει τη μυθοπλασία. Αλλά και το δίπολο υποταγής και δυνάστευσης, οι γυναίκες θύματα και οι άνδρες θύτες, μυθολογείται με βάση έναν απλουστευτικό, παλιομοδίτικο μανιχαϊσμό.
Αν το ζητούμενο από τη λογοτεχνία είναι να πει μια όμορφη ιστορία, τότε η Ξυλούρη το έχει πετύχει στην εντέλεια. Εχω, όμως, τη γνώμη πως η καλή λογοτεχνία είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο επίτευγμα, στο οποίο καταλύτης, πέρα από τη γραφή, αποβαίνει η υποβολή στοχασμών. Στο σημείο αυτό η αφήγηση χωλαίνει, καθότι φορτωμένη με λάβαρα γυναικοκρατίας, που μπαλώνουν ακαλαίσθητα τη μυθοπλαστική ύφανση. Ως συγγραφέας και έμπειρη μεταφράστρια, η Ξυλούρη διαθέτει λογοτεχνικό πλούτο και λεπτουργημένη γραφή. Θεωρώ πως η παρούσα νουβέλα υπολείπεται σημαντικά των συγγραφικών δυνατοτήτων της.
