
Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Μεγαλομάρτυς Ανδρέας ο Στρατηλάτης και οι συν αυτώ τελειωθέντες δισχίλιοι πεντακόσιοι ενενήντα τρεις, Αγιοι Τιμόθεος, Αγάπιος και Θέκλα και Οσιος Θεοφάνης ο νέος και θαυματουργός, ο εν Ναούση ασκηθείς
Μεγαλομάρτυς Ανδρέας ο Στρατηλάτης και οι συν αυτώ τελειωθέντες δισχίλιοι πεντακόσιοι ενενήντα τρεις
Στην εποχή του αυτοκράτορος Γαλερίου Μαξιμιανού (285-311), ο μάρτυς Ανδρέας υπηρετούσε στον στρατό ως αξιωματικός με τον βαθμό του χιλίαρχου και βρισκόταν στα σύνορα με την Περσία, για να αποτραπεί η εισβολή των εχθρών. Οταν ο επικεφαλής στρατηγός Αντίοχος πληροφορήθηκε την έναρξη της εισβολής των Περσών, κάλεσε τον Ανδρέα να τεθεί επικεφαλής της μονάδας που θα τους απωθούσε. Η παράδοση της Εκκλησίας αναφέρει ότι εκείνος τότε προέτρεψε τους στρατιώτες να γονατίσουν πρώτα, όλοι μαζί να προσευχηθούν στον Χριστό και μετά να ξεκινήσουν την αντεπίθεση, η οποία τελικά κατέληξε σε νίκη. Πληροφορούμενος ο Αντίοχος τα της προσευχής και της σχέσης που δημιουργήθηκε μεταξύ του Ανδρέα και των στρατιωτών του, διέταξε τη σύλληψή τους και τον βασανισμό όλων, αλλά, φοβούμενος μήπως προκληθεί εξέγερση στους κόλπους του στρατεύματος, αποφάσισε να τους απελευθερώσει προσωρινά, σχεδιάζοντας κρυφά τη θανάτωσή τους. Κατόπιν θείας αποκάλυψης, ο Ανδρέας αντιλήφθηκε το σχέδιο των διωκτών. Πήρε τους 2.593 πιστούς στρατιώτες του και κατέφυγε στην Ταρσό της Κιλικίας, όπου ολόκληρο το στράτευμα βαπτίστηκε από τον επίσκοπο Πέτρο. Καταδιωκόμενοι από τις αυτοκρατορικές αρχές, κατέφυγαν στα στενά του όρους Ταύρου στην Αρμενία, αλλά εκεί, ενώ όλοι οι στρατιώτες προσευχόντουσαν μέσα σε χαράδρα, τους περικύκλωσε ο ρωμαϊκός στρατός. Και τότε, ακολουθώντας το παράδειγμα του Χριστού, κανένας στρατιώτης δεν σήκωσε όπλο για να αμυνθεί, αλλά όλοι τους, μαζί με τον Ανδρέα, αποκεφαλίστηκαν προσευχόμενοι, λαμβάνοντας τον στέφανο του μαρτυρίου περί το 300.
Οι Αγιοι Τιμόθεος, Αγάπιος και Θέκλα
Στην πόλη της Γάζας στην Παλαιστίνη από τα πρώτα χρόνια μετά την Ανάσταση του Ιησού συγκροτήθηκε χριστιανική κοινότητα, η οποία χρόνο με τον χρόνο μεγάλωνε, καθώς πολλοί μεταστρέφονταν στον Χριστό απορρίπτοντας τα είδωλα. Ωστόσο, στα χρόνια του μεγάλου διωγμού του Διοκλητιανού (305), ο έπαρχος Ουρβανός διέταξε τη σύλληψη του Τιμόθεου, ανθρώπου γνωστού για την ευσέβεια, τη ρητορική του δεινότητα και τις αρετές του. Στη σαφή ερώτηση του διοικητή ομολόγησε θαρρετά ότι είναι χριστιανός και αμέσως άρχισαν τα βασανιστήρια με μαστίγωση και φωτιά, που κατέληξαν στη θανάτωσή του. Μετά τον Τιμόθεο, οι διώκτες των χριστιανών συνέλαβαν τον Αγάπιο και τη Θέκλα, οι οποίοι επίσης έγιναν ομολογητές της χριστιανικής τους πίστης και οδηγήθηκαν και αυτοί στο μαρτύριο, βορά στα θηρία του αμφιθεάτρου.
Οι συγκεκριμένοι μάρτυρες δεν πρέπει να συγχέονται με άλλα συνώνυμα πρόσωπα της χριστιανικής παράδοσης. Η Θέκλα αυτής της ομάδας είναι διαφορετική από την γνωστή πρωτομάρτυρα Θέκλα, τη μαθήτρια από το Ικόνιο του απ. Παύλου, και ο Τιμόθεος δεν είναι ο απ. Τιμόθεος ο μαθητής του Παύλου και επίσκοπος Εφέσου, ούτε ο Τιμόθεος Επίσκοπος Ευρίπου.
Οσιος Θεοφάνης ο νέος και θαυματουργός, ο εν Ναούση ασκηθείς
Γεννημένος στα Ιωάννινα στις αρχές του 16ου αι., έζησε και λάμπρυνε με την παρουσία και τη δραστηριότητά του τις πόλεις της Δυτικής Μακεδονίας Βέροια και Νάουσα. Νέος ακόμη προσήλθε στη Μονή Δοχειαρίου του Αγίου Ορους όπου, διακρινόμενος για τις αρετές του, εξελέγη από την εκεί αδελφότητα ηγούμενός της. Οταν όμως πληροφορήθηκε από τη αδελφή του ότι ο γιος της και ανιψιός του απήχθη από τους Οθωμανούς και μεταφέρθηκε στην Πόλη για να γίνει γενίτσαρος, έφυγε από το Αγιον Ορος, κατάφερε να βρει τον ανιψιό του, τον έφερε στη μονή του στο Αγιον Ορος και τον έκειρε μοναχό. Ωστόσο, επειδή οι μοναχοί φοβόντουσαν αντίποινα από τους Οθωμανούς για την «αρπαγή» του νέου, εγκατέλειψαν και οι δύο τη Μονή Δοχειαρίου και πήγαν στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, έξω από τη Βέροια. Εκεί έγινε πόλος έλξης πιστών που αναζητούσαν πνευματική στήριξη, αλλά και νέων που ήθελαν να ακολουθήσουν τον μοναχισμό. Αφού μεγάλωσε τη Σκήτη και έκτισε ναό αφιερωμένον στη Θεοτόκο, άφησε ως ηγούμενο τον ανιψιό του και αυτός πήγε κοντά στη Νάουσα όπου έκτισε μονή και ναό προς τιμήν των Ασωμάτων Δυνάμεων. Αργότερα επέστρεψε στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου και εκεί εκοιμήθη σε μεγάλη ηλικία.
Τιμάται επίσης η μνήμη: Ευτυχιανού του Στρατιώτου, Στρατηγίου και οσίου Γενναδίου του Κοστρομά.
Σύνταξη και Επιμέλεια:
Νίκος Πατρίκης, Ιωάννης Ε. Χρυσάφης
