Η Κοινή Συμφωνία Αμυνας της Μέκκας ορίζει ότι επίθεση εναντίον ενός μέλους είναι επίθεση εναντίον και των τριών. Απηχώντας το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, η ρήτρα δίνει στο σύμφωνο άμεση γεωπολιτική σημασία, ακόμη και όταν η κοινή δήλωση αφήνει ασαφείς αρκετές συγκεκριμένες στρατιωτικές δεσμεύσεις για το πώς θα εφαρμοστεί, ποιος έχει τον κεντρικό στρατιωτικό συντονισμό, την εκτίμηση επί των απειλών κ.λπ.
Για το Πακιστάν, το μοναδικό μουσουλμανικό κράτος με περίπου 160-170 πυρηνικά όπλα στον κόσμο, η συμφωνία σηματοδοτεί εντυπωσιακή απόκλιση από την παραδοσιακά επιφυλακτική στάση του ως περιφερειακού μεσολαβητή και λαμβάνοντας υπόψη τις δύσκολες σχέσεις του με την Ινδία και το Αφγανιστάν. Το σύμφωνο σηματοδοτεί μια δυνητικά σημαντική μετατόπιση. Καθώς η μακροχρόνια περιφερειακή τάξη που εδραιωνόταν από την Ουάσιγκτον δέχεται αυξανόμενη πίεση εν μέσω πολέμου και μεταβαλλόμενων συμμαχιών, οι δυνάμεις της Μέσης Ανατολής επιδιώκουν να αναλάβουν μεγαλύτερο έλεγχο της ασφάλειάς τους, με τις πυρηνικές και συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες του Πακιστάν να παρέχουν ενδεχομένως μια νέα διάσταση.
Πρωτοφανής πίεση
Η συμφωνία έρχεται επίσης καθώς η παραδοσιακή εντολή ασφαλείας της Μέσης Ανατολής αντιμετωπίζει πρωτοφανή πίεση. Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν έχει μεταμορφώσει το περιφερειακό στρατηγικό τοπίο, με τις άμεσες επιπτώσεις να φτάνουν στο έδαφος της Σαουδικής Αραβίας και στην εμπορική ναυτιλία, αφού διαταράσσονται σοβαρά τόσο τα Στενά του Ορμούζ όσο και τα στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ στην Ερυθρά Θάλασσα. Και οι τρεις χώρες έχουν κοινό οικονομικό ενδιαφέρον για την πρόληψη της περαιτέρω κλιμάκωσης, η οποία τελικά τις ανάγκασε να υπογράψουν το σύμφωνο.
Οι αναταραχές στη ναυτιλία έχουν επηρεάσει τις προμήθειες ενέργειας και λιπασμάτων της Σαουδικής Αραβίας, στέλνοντας κύματα σοκ μέσω της παγκόσμιας οικονομίας. Χώρες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές, όπως το Πακιστάν και η Τουρκία, ήταν ιδιαίτερα εκτεθειμένες στην αναστάτωση. Τόσο η Σαουδική Αραβία όσο και η Τουρκία έχουν βιώσει επιθέσεις που συνδέονται με την ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση, ενώ το Ισλαμαμπάντ και η Αγκυρα εξακολουθούν να ανησυχούν βαθιά για τη διασυνοριακή αστάθεια που διαχέεται από τα μακρά σύνορά τους με το Ιράν (π.χ. Βελουχιστάν). Η Αγκυρα αντιμετωπίζει ένα πρόσθετο δίλημμα ασφαλείας, την προοπτική ότι ο εξοπλισμός των ιρανικών κουρδικών πολιτοφυλακών από εξωτερικές δυνάμεις θα μπορούσε να επηρεάσει την εύθραυστη, σκληρά κερδισμένη ειρηνευτική διαδικασία με το μαχητικό Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν, το PKK.
Η ευρύτερη σύγκρουση έχει επίσης ενθαρρύνει το Ιράν και τους συμμάχους του Χούθι στην Υεμένη, οι οποίοι έχουν κλιμακώσει τις άμεσες επιθέσεις στο έδαφος της Σαουδικής Αραβίας. Για τους ηγέτες του Κόλπου, η αποτυχία των παραδοσιακών εγγυήσεων ασφαλείας των ΗΠΑ για την αποτροπή τέτοιων πληγμάτων έχει εγείρει ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία της Ουάσιγκτον ως εταίρου ασφαλείας. Το αποτέλεσμα είναι η αποφασιστική ώθηση για την προώθηση αμυντικών ρυθμίσεων που βασίζονται λιγότερο σε εξωτερικές εγγυήσεις. Εάν αυτή η δυναμική της τριμερούς συνεχιστεί, θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα για την αντιμετώπιση πολυετών συγκρούσεων, συμπεριλαμβανομένου του παλαιστινιακού ζητήματος, μέσω μιας πιο περιφερειακής προσέγγισης.
Οι αναλυτές τονίζουν ότι το σύμφωνο δεν είναι μια απομονωμένη εξέλιξη, αλλά μάλλον η αποκορύφωση της εμβάθυνσης της τριμερούς συνεργασίας. Είναι η λογική ανάπτυξη της εμβάθυνσης των δεσμών ασφαλείας μεταξύ των τριών χωρών τους τελευταίους μήνες. Βασίζεται σε υπάρχοντα θεμέλια. Το Ριάντ και το Ισλαμαμπάντ υπέγραψαν διμερή συμφωνία αμοιβαίας άμυνας στα τέλη του 2025, βάσει της οποίας 9.000 Πακιστανοί στρατιώτες, μαχητικά αεροσκάφη και συστήματα αεράμυνας αναπτύχθηκαν στο βασίλειο, ενώ η Τουρκία παραμένει σημαντικός αμυντικός προμηθευτής και για τα δύο κράτη, με πολλές διμερείς στρατιωτικές συνεργασίες.
Τρωτά σημεία
Για την Ουάσιγκτον «το σύμφωνο εκλαμβάνεται ως ευπρόσδεκτο». Η Ουάσιγκτον θέλει να δει περισσότερη κατανομή των βαρών από τους κορυφαίους συμμάχους. Για το Πακιστάν, ωστόσο, το σύμφωνο είναι κάτι περισσότερο από γεωπολιτικό. Είναι επίσης βαθιά συνδεδεμένο με τα οικονομικά τρωτά σημεία της χώρας, ανέφεραν αναλυτές με τους οποίους επικοινώνησε ο υπογράφων. Το σύμφωνο σηματοδοτεί μια αξιοσημείωτη στροφή για το Ισλαμαμπάντ, το οποίο πέρασε τους τελευταίους μήνες τοποθετώντας τον εαυτό του ως διπλωματική γέφυρα μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης για τα Στενά του Ορμούζ. Ενώ το Πακιστάν βοήθησε στη μεσολάβηση για να σταματήσουν προσωρινά οι εχθροπραξίες, οι επακόλουθες κλιμακώσεις περιόρισαν την ουδέτερη στάση του. Για μια κυβέρνηση που μάχεται τον επίμονο πληθωρισμό και τη δημοσιονομική δυσχέρεια, η στρατηγική αμυντική πολιτική είναι πλέον όλο και πιο ασυμβίβαστη από τη χρηματοπιστωτική αναγκαιότητα.
Ιστορικά, το Πακιστάν έχει αξιοποιήσει τη στρατιωτική του δύναμη για να εξασφαλίσει οικονομική υποστήριξη, ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία. Αυτό το συλλογικό αμυντικό πλαίσιο θεσμοθετεί αυτό το μοντέλο, επιτρέποντας στο Ισλαμαμπάντ να ρευστοποιήσει τις επιχειρησιακές του δυνατότητες, που κυμαίνονται από την κοινή εκπαίδευση και την ανάπτυξη στρατευμάτων έως τις εξαγωγές όπλων, με αντάλλαγμα ζωτικές επενδύσεις στον Κόλπο, ενεργειακές παραχωρήσεις και διπλωματική υποστήριξη.
Για το Ριάντ, το Πακιστάν προσφέρει πρόσβαση σε έναν μεγάλο, έμπειρο στρατό με δεκαετίες μαχητικής εμπειρίας στο ανατολικό Αφγανιστάν, στο Κασμίρ και στο Ουαζιριστάν. Η στενότερη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας με τη Σαουδική Αραβία προσφέρει την προοπτική επενδύσεων, οικονομικής βοήθειας και ισχυρότερης οικονομικής σχέσης με ένα από τα πιο ισχυρά κράτη της περιοχής. Υπό αυτή την έννοια, η στρατιωτική ισχύς του Πακιστάν γίνεται οικονομικό πλεονέκτημα καθώς και στρατηγικό.
Τρεις διακριτές μορφές στρατηγικής ισχύος
Η αναδυόμενη εταιρική σχέση συγκεντρώνει επίσης τρεις διακριτές μορφές στρατηγικής ισχύος. Είναι εμφανής ένας αναδυόμενος συνδυασμός στον οποίο η Σαουδική Αραβία παρέχει την οικονομική δύναμη, η Τουρκία συνεισφέρει την τεχνολογική στρατιωτική καινοτομία και το Πακιστάν παρέχει βασική στρατιωτική ικανότητα, ισχυρό στρατό ως και την αποτελεσματική μυστική υπηρεσία ISI.
Μαζί, οι τρεις χώρες θα μπορούσαν να σχηματίσουν εταιρική σχέση ασφάλειας, της οποίας οι δυνατότητες εκτείνονται πολύ πέρα από την παραδοσιακή ανάπτυξη στρατευμάτων. Κάθε κράτος φέρνει ένα συμπληρωματικό περιουσιακό στοιχείο. Η Σαουδική Αραβία, που φιλοξενεί τις ιερότερες τοποθεσίες του Ισλάμ σε Μέκκα και Μεδίνα, παρέχει τεράστια κεφάλαια, κυριαρχία στην αγορά ενέργειας και περιφερειακό διπλωματικό βάρος. Επιπλέον είναι κράτος-μέλος της G20. Η Τουρκία, η οποία διατηρεί τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ (μετά τους Αμερικανούς), έχει μια προηγμένη και όλο και πιο αυτοδύναμη αμυντική βιομηχανία, συμπεριλαμβανομένης της εμπειρογνωμοσύνης σε μη επανδρωμένα εναέρια συστήματα, ηλεκτρονικό πόλεμο και κατευθυνόμενα πυρομαχικά ακριβείας, μειώνοντας την εξάρτηση από ξένους προμηθευτές. Το Πακιστάν συνεισφέρει έναν τεράστιο στρατό και τον μοναδικό πυρηνικό αποτρεπτικό παράγοντα του μουσουλμανικού κόσμου με μερικές δεκάδες πυρηνικές βόμβες.
Ο κρίσιμος παράγοντας Τεχεράνη
Ωστόσο, η συμφωνία ενέχει επίσης σημαντικούς κινδύνους για το Πακιστάν. Η απάντηση του Ιράν στο σύμφωνο ήταν γρήγορη και κρίσιμη. Οι Σαουδάραβες θα πρέπει να γνωρίζουν ότι μια συμφωνία με την Τουρκία και το Πακιστάν δεν τους φέρνει ασφάλεια, όπως ακριβώς τα χρόνια μονομερούς αρμέγματος των Αμερικανών δεν έφεραν ασφάλεια στο βασίλειο των Σαούντ. Η απάντηση υπογραμμίζει το θεμελιώδες δίλημμα του Ισλαμαμπάντ: Η εμβάθυνση της συμμετοχής στην αμυντική αρχιτεκτονική του Κόλπου κινδυνεύει να καταρρίψει τη λεπτή, παραδοσιακά προσεκτική σχέση με την Τεχεράνη. Οι αναλυτές προειδοποιούν για τον κίνδυνο το Πακιστάν να συρθεί σε ξένες αντιπαραθέσεις που δεν εξυπηρετούν τα δικά του εθνικά συμφέροντα. Ιστορικά, το Πακιστάν έχει αποφύγει τις άμεσες διαπλοκές στις μάχες για την εξουσία στη Μέση Ανατολή. Το κοινοβούλιό του αρνήθηκε να συμμετάσχει στον συνασπισμό της Υεμένης υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας το 2015 λόγω των εσωτερικών πολιτικών και σεχταριστικών ανησυχιών. Φιλοξενώντας μία μεγάλη σιιτική μειονότητα, που βλέπει τους Ιρανούς κληρικούς ως πολιτικούς και θρησκευτικούς οδηγούς, το Πακιστάν πρέπει επίσης να διασφαλίσει ότι η στενότερη ευθυγράμμιση με τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία δεν θα εκληφθεί στο εσωτερικό ως αντι-ιρανική στάση που θα μπορούσε να πυροδοτήσει εσωτερικά θρησκευτικά ρήγματα.
Η συμφωνία έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση για το αν θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε ένα ευρύτερο μπλοκ ασφάλειας πολλών εθνών σε όλο τον μουσουλμανικό κόσμο (Αίγυπτος, Ιορδανία, Αζερμπαϊτζάν κ.ά.). Αλλά η στρατιωτική ισχύς από μόνη της δεν θα καθορίσει την επιτυχία μιας τέτοιας ρύθμισης. Για τα μουσουλμανικά κράτη, η πραγματική και συλλογική δύναμη δεν θα έρθει μόνο μέσω στρατιωτικών δυνατοτήτων, αλλά κυρίως μέσω μακροπρόθεσμων επενδύσεων και συνεργασίας στη γνώση, την καινοτομία, την πειθαρχία, τον χαρακτήρα και την ανεκτική ερμηνεία του σεχταριστικού συναισθήματος.
Η προοπτική μιας πιο συνεκτικής ομάδας ασφαλείας έχει ήδη προσελκύσει την προσοχή του Τελ Αβίβ. Τον Φεβρουάριο, ο πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ Ναφτάλι Μπένετ έβαλε κατά της Τουρκίας που «επιδιώκει ένας εχθρικός άξονας με τις πυρηνικές δυνατότητες του Πακιστάν να περιβάλλει το Ισραήλ». Οι αναλυτές, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι το πυρηνικό καθεστώς του Πακιστάν αναπόφευκτα αλλάζει τους στρατηγικούς υπολογισμούς που περιβάλλουν το σύμφωνο.
Για τη Σαουδική Αραβία, οι στενοί αμυντικοί δεσμοί με το Ισλαμαμπάντ θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα πρόσθετο στρώμα αποτροπής σε μια εποχή που το βασίλειο αντιμετωπίζει απειλές από το Ιράν. Ενώ οι περισσότεροι προφανώς το βλέπουν αυτό από έναν φακό της Μέσης Ανατολής, επηρεάζει και άλλα θέατρα. Η σχέση του Πακιστάν με την Ινδία βρίσκεται στην κορυφή αυτής της λίστας.
