
Φόρτωση Text-to-Speech…
Αν κάτι ήταν ιδιαίτερα αισθητό το φετινό φεστιβαλικό καλοκαίρι, ήταν ότι η συναυλιακή εμπειρία μεταβάλλεται. Δεν είναι απλώς ότι τα ακριβά εισιτήρια έχουν αλλάξει τη σύνθεση του κοινού ή ότι τα μεγάλα ονόματα που βλέπουμε προέρχονται κυρίως από παλαιότερες γενιές καλλιτεχνών. Εχει αλλάξει η συμπεριφορά του κοινού. Ή, ακριβέστερα, ο τρόπος με τον οποίο πολλοί επιλέγουν να παρακολουθούν μια συναυλία: ως παθητικοί παρατηρητές. Δεν είναι μεμπτό να πάει κάποιος σε μια συναυλία γνωρίζοντας μόνο μία ή δύο μεγάλες επιτυχίες μιας μπάντας, ίσα ίσα είναι αξιοθαύμαστο, εφόσον πηγαίνει με το ενδιαφέρον της ανακάλυψης και σεβασμό προς τους θαυμαστές που θέλουν να απολαύσουν το live. Μια καλή συναυλία, άλλωστε, θα ανταμείψει όσους αφήνονται να τους παρασύρει η μουσική και όχι όσους αναμένουν την επιβεβαίωση της εμπειρίας τους από τις αντιδράσεις στα κοινωνικά δίκτυα.
Οι θεατές δεν συμμετέχουν, βρίσκονται εκεί περισσότερο ως παθητικοί παρατηρητές.
Πώς γίνεται, όμως, να μη χορεύει όλο το ΟΑΚΑ στο «Why can’t I be you» των Cure, αναρωτηθήκαμε όσοι βρεθήκαμε εκεί τον Ιούλιο, περιτριγυρισμένοι από ανθρώπους που κουνούσαν απλώς λίγο το κεφάλι στον ρυθμό; Στους Garbage, οι οποίοι άνοιξαν το live του Moby κάποιες ημέρες νωρίτερα, το κοινό ήταν εντυπωσιακά αδιάφορο, παρά την πολύ δυναμική εμφάνιση της Σίρλεϊ Μάνσον και τις γνωστές ’90s επιτυχίες της μπάντας, αν και με την εμφάνιση του κεντρικού ονόματος της βραδιάς τα πράγματα κάπως βελτιώθηκαν. Την αίσθηση ενός πολύ πιο άτονου κοινού σε σύγκριση με παλιότερα μας μεταφέρουν και όσοι παρακολουθούν φανατικά τις –πολλές– συναυλίες μέταλ συγκροτημάτων στη χώρα μας, σε μια σκηνή η οποία φημίζεται για την ένταση και το πάθος του κοινού της.
Ο τρόπος με τον οποίο η μουσική επιδρά στον καθένα είναι εντελώς προσωπικός. Η συναυλιακή εμπειρία, ωστόσο, είναι κατά βάσιν συλλογική εμπειρία, η μουσική συμβαίνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μπροστά μας, και οι καλλιτέχνες αντλούν και εκείνοι ενέργεια από εμάς. Αυτή όμως ακριβώς η συνδιαλλαγή μοιάζει να εξασθενεί. Για κάποιους η παρουσία τους σε μια συναυλία μοιάζει να λειτουργεί ως τρόπος διαχείρισης του FOMO (Fear Of Missing Out) – παρόμοιες συμπεριφορές παρατηρούμε εξάλλου και στο θεατρικό κοινό τα τελευταία χρόνια. Ορισμένοι δεν θέλουν να λείπουν από το γεγονός για το οποίο θα συζητούν «όλοι» την επόμενη ημέρα. Αλλοι μιλούν ασταμάτητα και δυνατά όσο μια μπάντα παίζει μπροστά τους, σαν η ζωντανή μουσική να αποτελεί απλώς το ηχητικό υπόβαθρο της βραδιάς.
Τα κινητά τηλέφωνα
Αναπόφευκτα, η αναζήτηση των αιτιών φτάνει και στα κινητά τηλέφωνα. Το διαρκές σκρολάρισμα, πέρα από τη διάσπαση προσοχής, φαίνεται πως μας ωθεί σε μια γενικευμένη παθητικότητα όπου απολαμβάνουμε επιφανειακά, χωρίς ενεργητική εμπλοκή. Δίχως να το αντιλαμβανόμαστε, έχουμε εκπαιδευθεί να παρακολουθούμε ό,τι συμβαίνει μπροστά μας σαν να μεσολαβεί διαρκώς μια οθόνη.
Δεν είναι λίγοι οι καλλιτέχνες που προσπαθούν με κόπο κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας να «ξυπνήσουν» το κοινό ή να το κάνουν να ξεχάσει για λίγο την ανάγκη καταγραφής κάθε στιγμιοτύπου με φωτογραφίες ή βίντεο, ώστε να απολαύσουν μερικές στιγμές απόλυτης προσήλωσης σε ένα πράγμα: τη μουσική και τη σύνδεση με τη στιγμή και τον κόσμο γύρω. «Ζήστε την εμπειρία. Ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά αξίζει να το προσπαθήσετε», ζητάει εδώ και χρόνια σε κάθε της συναυλία η Φλόρενς Γουέλς, των Florence and The Machine που μας επισκέφθηκαν και φέτος, κερδίζοντας έτσι κάποια λεπτά χωρίς υψωμένα κινητά κατά τη διάρκεια του κομματιού «The Dog Days Are Over». Το γεγονός ότι αυτή είναι μία από τις πιο δυνατές στιγμές στις εμφανίσεις της δεν είναι τυχαίο.
Οσοι καταγράφουν διαρκώς μια συναυλία με το κινητό, αντιμετωπίζουν το συναυλιακό βίωμα με νοσταλγικό βλέμμα πριν ακόμη ξεκινήσει το live. Τα κινητά υψώνονται θυσιάζοντας την εμπειρία εκείνης της μοναδικής στιγμής και την πιθανότητα να χαθεί κανείς στη μαγεία της μουσικής, στον βωμό της δημιουργίας ενός αφηγήματος. Το γνωστό «ήμουν κι εγώ εκεί» επιτελεί και αυτή τη λειτουργία. Το κοινό γνωρίζει ότι θα κληθεί να αναφερθεί στην εμπειρία του, να τη σχολιάσει, να τη μεταδώσει εκ των υστέρων σε όσους δεν ήταν εκεί. Το δυστυχές είναι πως ούτε εκείνο ήταν.
