Τρωάδες με στόμφο για το αυτονόητο


«Τρωάδες» του Ευριπίδη
Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή – σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Aγγελος Μέντης 
Παίζουν: Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος). Στον ρόλο του μικρού Αστυάνακτος ο Μιχάλης Μήτσης 
Χορός: Μύριαμ Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου
 
Η παράσταση παρουσιάστηκε στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στις 1 και 2 Αυγούστου.

Είναι μάλλον η πιο «στατική» –η λιγότερο «θεατρική»– από τις ελληνικές τραγωδίες, υπό την έννοια ότι αποτελείται από μια παράθεση μονολόγων. Ως εκ τούτου, δικαιολογείται το άγχος ενός σκηνοθέτη να αναπτύξει «δράσεις», ως παραγέμισμα μεσοδιαστημάτων κι ενίσχυση της αλληλουχίας τους. Οπότε το έργο παίζεται συνήθως επί ενός «πάτσγουορκ» ευρημάτων, εντελώς τεχνητών, αυθαίρετων και συχνά κακοσυναρμολογημένων. Στόχος μιας τέτοιας κατασκευής είναι να εντυπωσιάσει τον θεατή, αλλά, τις περισσότερες φορές η τραγωδία μετατρέπεται σε τραγικό θέαμα και η παράσταση δείχνει σαν το δραματουργικό ανάλογο μιας πίτσας με απ’ όλα.

Αυτό σημαίνει ότι σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να είναι μεν «νόστιμη», αλλά, συνήθως, είναι μόνο «τουρλού». Το τουρλού θριαμβεύει λοιπόν και στο τωρινό ανέβασμα των «Τρωάδων», όπου ο θεατής έχει να αντιμετωπίσει και μια «κατήχηση» στον αφορισμό θεών και θεοτήτων, που δεν πρέπει να έχει διατυπωθεί με περισσότερη σαφήνεια –σχεδόν, με διδακτικό συλλαβισμό της– ρητή, κατηγορηματική, εμφατική και ξεψαχνισμένη για αρχαρίους.

Σίγουρα, στην εποχή του Ευριπίδη, οι αρχαίοι υποψιάζονταν ότι οι μύθοι τους για τους θεούς δεν στήριζαν πια αρκετά την πίστη τους στο θείο. Αλλά και πάλι, αυτό συνέβαινε σε πολύ πρώιμο στάδιο για να πέσουν είδωλα απ’ τα βάθρα τους. Εμείς, σήμερα, είμαστε πολύ πιο «προπονημένοι» στην αμφισβήτηση της έννοιας του θείου. Ωστόσο, μια εντατική παιδαγωγία επί των ιδεών αυτών, από σκηνής, κάνει και τον πιο μετριοπαθή θεατή να κουμπώνεται ενώπιον της υπεραπλούστευσης, που δείχνει να θέλει να τον παγιδεύσει στη λογική της. Σίγουρα δεν τίθεται θέμα προσβολής των θείων. Oμως, εκτοξεύεται προς το κοινό μια υπερβολική δόση πεζότητας. Η οποία όσο αποπλανητική μπορεί να είναι για κάποιους, άλλο τόσο βαρετή μπορεί να γίνει για άλλους.

Μετά, έρχονται και οι «επικαιροποιήσεις» σε πραγματολογικό επίπεδο – το αχανές πεδίο εξυπνακισμών, που συνήθως δεν σώζουν. Oπως π.χ. το σκηνικό, που παραπέμπει σε ανοικτό ορυχείο χρυσού στην Αφρική, επιτηρούμενο από κομάντο, α λα Βάγκνερ Γκρουπ (το διαβόητο τάγμα Ρώσων μισθοφόρων), ως αλληγορία της κατακτημένης από τους Eλληνες Τροίας. Μια λευκή κουρελιασμένη σημαία παράδοσης στον εχθρό κρέμεται από τσακισμένο ιστό, που είναι, ας πούμε, χαλύβδινος – τουτέστιν, στο στυλ επίδειξης κύρους που προτιμούν π.χ. πολυεθνικές της εθνικής Αθηνών-Λαμίας, στο ύψος της Κηφισιάς. Και τέλος, στο κέντρο, δύο μικροί νεφροειδείς νερόλακκοι διατίθενται για στείρα νοήματος πιτσιλίσματα.

Από πλευράς υποκριτικής, η Ευθυμίου τα είχε όλα· και αφέθηκε με ανεμελιά στο σκηνοθετικό παραγέμισμα, που, ως γνωστόν, δείχνει πάντα χειρότερο κι απ’ όσο προδικάζει η ανήμπορη φύση του.

Η κίνηση του χορού δείχνει εμπνευσμένη από τους αναστενάρηδες και φαντάζει παράταιρη, ως αξεσουάρ θρήνου. Εν τω μεταξύ, από τα μεγάφωνα ηχούν ανακοινώσεις αναχωρήσεων –παράδειγμα: «Ο στόλος του Ιδομενέα ολοκλήρωσε τη φόρτωση και είναι έτοιμος προς απόπλου για Κρήτη»– σε επιδεικτικά ξερό τόνο. Ξερά πάντως ήταν και κάποια λόγια που προέκυψαν από τη διασκευή – π.χ. «πάμε να μαζέψουμε πτώματα πριν πλακώσουν οι γύπες» ή «τα παιδιά του Απόλλωνα ποιος θα τα πάρει;» μια ατάκα που ηχούσε σαν να αφορούσε βαλίτσες που θα χωρούσαν δύσκολα σε πορτ-μπαγκάζ. Ενώ αναφερόταν σε ηθοποιούς με αναπηρία, μέλη της ομάδας «Εν Δυνάμει». Μεταξύ αυτών και η καταπληκτική Λωξάνδρα Λούκας, της οποίας η αδυναμία στον λόγο απαλείφεται χάρη στη ζωντάνια της στη σκηνή, στον ρυθμό της, στην αδιάλειπτη συμμετοχή της σε κάθε στιγμή του χρόνου της παράστασης και στην εκφραστικότητα των κινήσεών της, σε μια παράσταση που πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες πλήρους προσβασιμότητας για άτομα με αναπηρία.

Εξαιρετικές ερμηνείες

Μιλώντας βέβαια για υποκριτική, αν υπάρχει κάτι που σώζει κάπως αυτήν την παράσταση είναι οι ερμηνείες. Η Λυδία Φωτοπούλου, ως Εκάβη, αποδίδει τέλεια τον θρήνο μιας τρομερής βασίλισσας και τις μεταπτώσεις της, καθότι ο ρόλος αυτός έχει την ιδιομορφία να μην εκλιπαρεί ποτέ, παρά την παντελή απουσία διαπραγματευτικού περιθωρίου. Η βασιλική στόφα της ταλαιπωρείται από ολοφυρμούς χωρίς να φθείρεται. Η Εκάβη «οικονομοποιεί» και προβάλλει πάντα, σ’ όποιον απευθύνεται, κάποιο φανερό ή κρυφό όφελός του. Είναι χειριστική, αλλά με αυτοσυγκράτηση βαρυπενθούσας. Και σε αυτό το ζύγισμα δοσολογιών η Λυδία Φωτοπούλου είναι αξιοθαύμαστη.

Εκπληκτική είναι και η Εύη Σαουλίδου ως Ανδρομάχη. Είναι μια ηθοποιός που προσθέτει πάντα κάτι περισσότερο από αυτό που το κοινό περιμένει ότι θα δει. Πλειοδοτεί υποκριτικά, διευρύνοντας έτσι το φάσμα συναισθημάτων που διακινεί τον θεατή. Και κρυπτογραφεί την αλήθεια της, όποτε διαφωνεί σε κάτι, ώστε να είναι πάντα αληθινή επί σκηνής. Oπως συνέβη, ας πούμε, στη στιγμή που μαζί με τον ανήλικο γιο της βουτάει στο κενό από τα τείχη της Τροίας για να γλιτώσουν από τα χέρια των εκτελεστών τους (μια σκηνή «τρωικού Ζαλόγγου» – ένα λαϊκίστικο εύρημα της διασκευής του έργου).

Η Νάνσυ Σιδέρη, ως Κασσάνδρα, βρίσκει το σωστό μέτρο υπερβολής στο παίξιμό της. Και το διατηρεί, παρότι οφείλει να αφομοιώσει και το πιο τραβηγμένο από τα μαλλιά απ’ όλα τα άχρηστα στοιχεία με τα οποία είναι παραγεμισμένη η παράσταση – και σίγουρα το πιο κακόγουστο, επειδή είναι τόσο αιματοβαμμένο και εκβιαστικό της ανατριχίλας του κοινού. Η στιγμή αυτή επιβεβαίωσε οριστικά τη σκηνοθετική προτίμηση του μπουγιουκλίδικου μελό.

Η Βασιλική Τρουφάκου, ως Ελένη, φανέρωσε ότι διαθέτει το ίδιο εσωτερικό ιμπέριουμ με τις άλλες πρωταγωνίστριες του έργου. Ο Αργύρης Ξάφης υπήρξε τέλειος Ταλθύβιος κι επιπλέον, ιδιαίτερα συγκινητικός ενώπιον της σκληρότητας που περιέχει η απόφαση θανάτωσης του Αστυάνακτος. Παίζει πολύ κομψά και μετρημένα ακόμη και την έκπληξή του από το ότι ο ίδιος συγκινείται.

Ο Γιώργος Χριστοδούλου, ως Μενέλαος, γίνεται ένας εντυπωσιακός, πληγωμένος σαδιστής, που αναβλύζει γνήσια ιδιοσυγκρασιακή βία, επαυξημένη από την παρατεταμένη κόπωση, λόγω αναμονής κάποιας δικαίωσής του και γενικής φθοράς του ηθικού του.

Από πλευράς υποκριτικής, λοιπόν, η σκηνοθέτις «τα είχε όλα μια φορά / μα ήθελε παραπάνω». Και αφέθηκε μ’ ανεμελιά στο σκηνοθετικό παραγέμισμα, που, ως γνωστόν, δείχνει πάντα χειρότερο κι απ’ όσο προδικάζει η ανήμπορη φύση του. Το αποτέλεσμα ήταν η παράσταση να κατατάσσεται στην υποκατηγορία «θέατρο για όλη την οικογένεια». Oχι μόνο επειδή είναι πρόσφορη για οικογενειακή έξοδο, αλλά και γιατί παίρνει πολύ στα σοβαρά τον παιδαγωγικό (για όλες τις ηλικίες) ρόλο της, παρουσιάζοντας με στόμφο το αυτονόητο, σαν να ήταν κάτι το δυσνόητο.



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις