Φόρτωση Text-to-Speech…
«Πρώτη φορά φεύγω για πανηγύρι που θα είναι σαν κηδεία». Ο Πέτρος Μεϊντάνης, κάτοικος Βιλίων, που μας βοηθάει να βρούμε παλιές φωτογραφίες της περιοχής, ετοιμάζεται να φύγει για τον πανηγυρικό εσπερινό. Παραμονές της μεγάλης γιορτής της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, το κεφαλοχώρι της Δυτικής Αττικής γιορτάζει. Παραδοσιακά μετά τη λιτανεία της εικόνας, στη σκιά του μεγαλοπρεπούς ναού που σχεδίασε το 1893 ο Ερνέστος Τσίλλερ, στήνεται ξακουστό πανηγύρι με ζωντανή δημοτική μουσική, παραδοσιακούς χορούς και κρεοφαγία μέχρι πρωίας.
Οχι φέτος. Τα κλαρίνα σίγησαν, οι σούβλες έμειναν στη θέση τους. Μόνιμοι κάτοικοι, παραθεριστές, παλιννοστούντες εξ Αθηνών, φυσιολάτρες που υιοθέτησαν σε μεγαλύτερη ηλικία αυτά τα κρυμμένα από τους πολλούς μέρη, τα δάση, τους ελαιώνες και τα ακρογιάλια, τα ξωκκλήσια και τα αρχαία φρούρια, σήμερα πενθούν σαν να έχασαν δικό τους άνθρωπο.
Συγκυρίες, συμπτώσεις, προκαταλήψεις είχαν «συνωμοτήσει» για να μείνει η πίσω αυλή της Δυτικής Αττικής –η πιο προνομιούχα– αθέατη και υποτιμημένη. Για τους ανθρώπους, όμως, που μεγάλωσαν εδώ κοντά (και με το «εδώ κοντά» φανταστείτε μια μεγάλη γεωγραφική ακτίνα από την Ελευσίνα και τα Μέγαρα μέχρι τη Μάνδρα, το Λουτράκι και τις Ερυθρές) αυτή η πευκόφυτη επικράτεια που απλωνόταν από την ελατοσκεπή κορυφή του μυθικού Κιθαιρώνα μέχρι τις ακτές του Κορινθιακού ήταν για δεκαετίες ένας φυσικός φανοστάτης που φώτιζε τις ζωές τους, τις αναμνήσεις τους, τα καλοκαίρια τους. Και τώρα θα πρέπει να αναμετρηθούν με τη σκληρή βεβαιότητα της απουσίας του.

«Λυπάμαι τον γιο μου…»
Η Μαρία Αντωνίου κατάγεται από τη Μάνδρα. «Το Πόρτο Γερμενό είναι το σπίτι μου, η ψυχή μου. Η φωνή του μπαμπά μου, που έχασα πριν από λίγους μήνες. Οι πέτρες που μου πετούσε για να με αναγκάσει να βγω από τη θάλασσα. Οι πρώτες μου βουτιές, οι μόνες οικογενειακές διακοπές που θυμάμαι, αφού η μαμά και ο μπαμπάς δεν θα έκλειναν ποτέ το μαγαζί στην Ελευσίνα. Η πρώτη ομπρέλα που έστησα και κάθισε από κάτω ο γιος μου, μωρό. Η δική μου πλέον οικογένεια, καθισμένη στο ταβερνάκι να αγναντεύει το ηλιοβασίλεμα και να τραγουδάει. Το απίστευτο πράσινο του παρθένου δάσους του, το κάστρο και οι αρχαιολογικές πέτρες μέχρι το νερό».
Κάποια στιγμή η φωνή της σπάει. «Ξέρετε, νεότερη, όταν γνώριζα κάποιον άνθρωπο και ήθελα να του δείξω ποια είμαι τον πήγαινα στο Πόρτο Γερμενό· νομίζω αυτό τα λέει όλα». Τη ρωτάω τι αισθάνεται ότι χάθηκε με την πρόσφατη καταστροφή. «Χάθηκε αυτό το αίσθημα ασφάλειας που νιώθει κάθε άνθρωπος στο σπίτι του. Και μέσα μου σταλάζει μια απέραντη λύπη για τον γιο μου και όλα τα παιδιά της ηλικίας του που δεν θα μεγαλώσουν περιτριγυρισμένοι από το φυσικό μεγαλείο αυτού του τόπου. Και αυτή η απώλεια δεν καταπίνεται εύκολα».
Ο Γιάννης Γκιόκας έχει ένα από τα παλαιότερα –ίσως και το παλαιότερο, υποστηρίζουν πολλοί συγχωριανοί του– σπίτι στον οικισμό του Πόρτο Γερμενού. Χτισμένο πριν από τον πόλεμο, το πατρικό του παππού του. «Η φωτιά σταμάτησε στην περίφραξη», λέει στην «Κ» και η φωνή του προδίδει έναν άνθρωπο που έχει περάσει πολλά τις τελευταίες ημέρες. «Οταν αντίκρισα το μέγεθος της καταστροφής έβαλα τα κλάματα. Μόνο αν ήξερες τι υπήρχε εδώ, αντιλαμβάνεσαι τι έχει συμβεί». Μου μιλάει για τις ελιές του –δυστυχώς οι περισσότερες σαρώθηκαν από τη μανία της φωτιάς– αλλά και την ομοιότητα με την πυρκαγιά του 2009 που ξεκίνησε, όπως σημειώνει, πάλι από τον Αγιο Βασίλειο και μπήκε ξανά στο Πόρτο Γερμενό. «Τώρα, δυστυχώς, φυσούσε ακόμη χειρότερα και δεν άφησε τίποτε όρθιο». Και τώρα; «Προέχει δουλειά μήπως τουλάχιστον ξαναδούν τον τόπο μας όπως τον γνωρίσαμε εμείς τα παιδιά και τα εγγόνια μας».
«Το βουνό του πατέρα μου»
Η Θάλεια Καλλιαντά, δασκάλα και διευθύντρια σήμερα στο 7ο Δημοτικό Σχολείο Ελευσίνας, ανακαλεί μια προσωπική στιγμή. «Ο Κιθαιρώνας για εμένα ήταν τόπος αποκάλυψης, όταν πριν από πολλά χρόνια ο πατέρας μου, με πήγε βόλτα στην κορυφή του. Εκεί, αγναντεύοντας τα έλατα, τα πεύκα και στο βάθος τη θάλασσα, μου είπε πόσο σημαντικά ήμασταν γι’ αυτόν, εμείς, τα παιδιά του. Και από τότε, κάθε φορά που περνάω τη στροφή από Βίλια για Πόρτο Γερμενό και βλέπω στο πλάι την πινακίδα για τον Κιθαιρώνα, θυμάμαι αυτή την εξομολόγηση». Για να προχωρήσει η κουβέντα μας, προσπαθεί να αστειευθεί.
«Ο Κιθαιρώνας για τον περισσότερο κόσμο είναι τοπωνύμιο που του θυμίζει μια αρχαία τραγωδία· δυστυχώς θα μας θυμίζει πλέον και μια σύγχρονη». Μου λέει ότι για όλον αυτόν τον κόσμο που μεγάλωνε στην Ελευσίνα ή στη Μάνδρα το Πόρτο Γερμενό ήταν κι ένα είδος αποκατάστασης της Δυτικής Αττικής στη συνείδηση όσων την ήξεραν μόνο για τα εργοστάσια και το καυσαέριο. «Το Προσήλι θα είναι πάντα το πρώτο μπάνιο της κόρης μου, η μεσαία παραλία τα γενέθλιά της τον Σεπτέμβριο “επί κορωνοϊού”.

Με το καλό μου τραπεζομάντιλο, τα κεράσματα σε ταπεράκια και την τούρτα δύο μέρες στην κατάψυξη από το σπίτι για ν’ αντέξει τη διαδρομή από την Ελευσίνα, και όλη η παραλία, γνωστοί και άγνωστοι, να τραγουδάει. Τι θα κάνω την επόμενη μέρα; Δεν ξέρω, δεν έχω συνειδητοποιήσει ακόμη τίποτα… Μάλλον θα πρέπει να σταθώ να δω τα καμένα, να κρατήσω μέσα μου ό,τι έζησα και ύστερα να κάνω ό,τι μπορώ ως άνθρωπος, μάνα, δασκάλα, διευθύντρια: να μάθω στα παιδιά να αγαπούν τη φύση…».
«Ο ελάχιστός μου τόπος»
Το Πόρτο Γερμενό δεν στάθηκε το θέρετρο των παιδικών του χρόνων. Ο Γιώργος Φλωράκης, ραδιοφωνικός παραγωγός στο Γ΄ Πρόγραμμα και στο Kosmos, το «υιοθέτησε» πριν από έξι μόλις χρόνια. «Εγινε όμως το θέρετρο των παιδικών χρόνων της κόρης μου –είναι σήμερα 12 ετών– και την ίδια στιγμή, ο δικός της τόπος, αυτός που ονόμασα “ο ελάχιστός μου τόπος”. Εκείνος με την ανεξίτηλη μυρωδιά του θερινού σπιτιού –96 σκαλοπάτια πάνω από τη θάλασσα–, τη ζέστη του μεσημεριού στην κουζίνα, τις πλάγιες ακτίνες του ήλιου στο πρόσωπο τα απογεύματα, τα ήρεμα πρωινά με τον καφέ και μερικά βιβλία, τη γαλήνη του ολόλευκου υπνοδωματίου, τα τζιτζίκια και την επιμονή τους, τον μαΐστρο που ανακατεύει τα νερά, τον ήλιο που όταν δύει χρωματίζει τον ορίζοντα, τις φωνές των παιδιών στην παραλία, το μικρό παντοπωλείο, το στραφτάλισμα της θάλασσας τα μεσημέρια, τα γλυκά του φούρνου της Αντιγόνης, τις ξαφνικές απογευματινές μπόρες, το δειλό φεγγάρι 10 παρά τέταρτο Κυριακή, τα πεύκα παντού γύρω, τις νύχτες με τον Βέγα στο ζενίθ, τα γαλαζοπράσινα νερά, τη θάλασσα, τη θάλασσα, τη θάλασσα».
Η επόμενη μέρα αβάσταχτη. «Ο ελάχιστός μου τόπος δεν είναι ίδιος πια. Εχει θαφτεί κάτω από τις στάχτες. Νιώθω τώρα μιαν απέραντη ερημιά, την πιο σκοτεινή και βαθιά λύπη κι έναν πόνο αφόρητο. Ισως κάποτε μπορέσω να μιλήσω γι’ αυτό. Ισως κάποτε…».
Δεν είναι μόνο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ο Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, αλλά και αφοσιωμένος φυσιολάτρης. «Γνώρισα και αγάπησα τον Κιθαιρώνα από μια ορειβατική εξόρμηση της Φυσιολατρικής Ενωσης Νομικών τον χειμώνα του 1995, μια μέρα με πολύ χιόνι», θυμάται. «Εκτοτε τον έχω χαρεί, όπως και την ευρύτερη περιοχή, μέχρι το Πόρτο Γερμενό με τα υπέροχα γαλαζοπράσινα νερά και το γραφικό Προσήλι, κυρίως με τις ποδηλατικές εξορμήσεις μου. Ενα βουνό που μοιάζει αρκετά με την Πάρνηθα στη μορφολογία, στη χλωρίδα και στο ύψος: 1.413 μέτρα η Πάρνηθα, 1.409 ο Κιθαιρώνας, χαλέπιος πεύκη στα χαμηλά, κεφαλληνιακή ελάτη στα ψηλότερα σημεία. Η κορυφογραμμή του σε μεγάλο μέρος προς τα βόρεια καλύπτεται εδώ και αρκετά χρόνια από ανεμογεννήτριες. Το βουνό πρωταγωνιστεί στην ελληνική μυθολογία με πλήθος αναφορών. Δυστυχώς ο Κιθαιρώνας μπήκε στη ζωή μας για τον λάθος λόγο».
Μεγαλωμένος στην Πλάκα αλλά με εξοχικό στο Μεγάλο Πεύκο, ο Ηλίας Πανταζής ζει σήμερα στο Γκέτεμποργκ, στη Σουηδία. Είχε έρθει με την οικογένειά του για διακοπές στη Ελλάδα. «Ολα κυλούσαν μαγικά μέχρι που ήρθε η φωτιά. Ολες αυτές τις περιοχές της Δυτικής Αττικής τις γνωρίζω από παιδί: τα δάση, τις παραλίες, τους λόφους, τους ελαιώνες της. Είναι ο χάρτης των προσωπικών μου αναμνήσεων από παιδί. Στην Ψάθα έκανα τις πρώτες μου βουτιές ως παιδί. Στο φρούριο των Αιγοσθένων περιπλανήθηκα ως έφηβος και λάτρεψα την αρχαία ελληνική ιστορία. Στο Κανδήλι και στον Κιθαιρώνα πεζοπορώ ως ενήλικος. Ειλικρινά δεν πιστεύω σε θεωρίες συνωμοσίας· όμως είναι απίστευτο με τι ένταση, αφοσίωση και σχέδιο καίγονται το όρος Πατέρας, τα Γεράνια, ο Κιθαιρώνας από το 2018 και μετά. Ο,τι είναι το ελληνικό καλοκαίρι για εμένα έχει σχεδόν καταστραφεί ανεπιστρεπτί. Και όχι, αυτά δεν ξαναχτίζονται. Δεν είναι σπίτια αυτά που λέω. Είναι δάση. Είναι ζώα. Είναι ελαιώνες. Είναι τα μέρη που με διαμόρφωσαν και τα βλέπω να μαυρίζουν χρόνο με τον χρόνο».
