Φόρτωση Text-to-Speech…
Στο σπίτι της Ειρήνης Μαυρουδή, λίγο πιο πάνω από την κεντρική πλατεία των Φούρνων, η ζωή εδώ και χρόνια μοιράζεται ανάμεσα σε αναχωρήσεις και επιστροφές. Σε αυτό το σπίτι, που από το μπαλκόνι έχει θέα το λιμάνι του νησιού, η ίδια μεγάλωνε τους δύο γιους της όσο ο σύζυγός της –ναυτικός στο επάγγελμα- ταξίδευε επί μήνες στη θάλασσα. «Ακόμη κι αν όλα πηγαίνουν καλά, τίποτα δεν είναι εύκολο», λέει στην «Κ» περιγράφοντας με αυτή τη φράση την καθημερινότητά της, τα τελευταία 20 και πλέον χρόνια που εκείνος δουλεύει στα καράβια.
Τις μεγαλύτερες δυσκολίες τις έζησε αμέσως μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού της που διαγνώστηκε με ψυχοκινητικό πρόβλημα. «Από εκείνη τη στιγμή», αφηγείται, «άρχισε ένας μακρύς κύκλος εξετάσεων, νοσηλειών και θεραπειών», αφηγείται. Μέχρι το παιδί να φτάσει στην Α’ Δημοτικού και να καταφέρει να περπατήσει, μητέρα και γιος μπαινόβγαιναν σε νοσοκομεία. «Πότε στη Σάμο, πότε στην Ικαρία, πότε στο Παίδων. Κι εγώ πάντα μόνη μου», θυμάται.
Σε ένα μικρό νησί με περιορισμένη υγειονομική κάλυψη, η ευθύνη ενός γονιού με διπλό ρόλο μεγεθύνεται.
Κάθε φορά που έπρεπε να ταξιδέψουν για νοσηλεία, στο νησί στηνόταν μια ολόκληρη επιχείρηση. «Κάποιος χρειαζόταν να μας συνοδεύσει, κάποιος άλλος να κρατήσει τον μεγάλο μου γιο. Επιστρατεύονταν αδέλφια, γαμπροί και συγγενείς για να μας βοηθήσουν». Και όταν επέστρεφαν στους Φούρνους, οι θεραπείες συνεχίζονταν στο σπίτι. «Κάναμε μαθήματα στην Αθήνα και τη Σάμο, και ύστερα ερχόμασταν εδώ. Εκανα κι εγώ ασκήσεις στο παιδί και τρεις φορές την εβδομάδα κανόνιζα να έρχεται ένας γυμναστής στο σπίτι».

Η Ειρήνη, 51 ετών σήμερα, νοσηλεύτρια στο επάγγελμα, θυμάται ότι πολλές φορές λειτουργούσε «με το ένστικτο». Η εμπειρία της τη βοηθούσε να καταλάβει εγκαίρως πότε κάτι δεν πήγαινε καλά και να ενεργεί γρήγορα. Κι όταν ο πατέρας βρισκόταν χιλιάδες μίλια μακριά, η τελική απόφαση βάραινε εκείνη που βρισκόταν στο σπίτι. «Σχεδόν καθημερινά έπρεπε να πάρω αποφάσεις μέσα σε λίγα λεπτά. Και κάθε φορά στο πίσω μέρος του μυαλού μου έκανα τη σκέψη: θα είχε κι εκείνος τώρα την ίδια γνώμη;».
Σε ένα μικρό νησί με περιορισμένη υγειονομική κάλυψη, η ευθύνη ενός γονιού με διπλό ρόλο μεγεθύνεται. Φέτος, δύο αγροτικοί γιατροί καλύπτουν τις ανάγκες των Φούρνων, ενώ όπως θυμάται η Ειρήνη, υπήρχαν περίοδοι με έναν αγροτικό γιατρό για όλο το νησί ή και κανέναν. Ολο αυτό το διάστημα ο σύζυγός της, Βαγγέλης, προσπαθούσε να πιάνει λιμάνι όσο μπορούσε πιο συχνά για να βρίσκεται κοντά στην οικογένεια. Επρεπε όμως και να εργάζεται αφού τα έξοδα για τις νοσηλείες και τις θεραπείες ήταν πολλά. Η Ειρήνη έπρεπε να αντέξει. «Σφίγγεις τα δόντια και λες, “τώρα, αφού μου έτυχε αυτό, πρέπει να σταθώ στα πόδια μου”», εξομολογείται με έναν κόμπο στον λαιμό, όσο συζητάμε στην τραπεζαρία του σπιτιού της.
Η θάλασσα είναι τρόπος ζωής
Οι Φούρνοι, με λίγο περισσότερους από χίλιους κατοίκους, είναι ένας τόπος που έχει συνδεθεί σε μεγάλο βαθμό με τη δουλειά του ναυτικού. Για πολλές από τις οικογένειες του νησιού -μία από τις τρεις σύμφωνα με τους ντόπιους- η θάλασσα είναι εισόδημα αλλά και τρόπος ζωής. Για τις γυναίκες που μένουν πίσω είναι ταυτόχρονα μία διαρκής άσκηση αντοχής. «Υπήρχαν μέρες που περίμενα τον μεγάλο μου γιο, τον Νεκτάριο, να επιστρέψει στο σπίτι μόνο και μόνο για να κατεβάσει τα σκουπίδια. Μου στάθηκε εκείνη την περίοδο, βοηθώντας με όπου και όσο μπορούσε», λέει η Ειρήνη.
Σε κάθε επιστροφή, δεν σταματά να αστειεύεται στα παιδιά: «Τους λέω “έρχεται ο πατέρας σας. Πάλι θα με στολίσετε νύφη, πάλι θα ξαναπαντρευτώ”».
Το ίδιο δύσκολη με τις έκτακτες συνθήκες μπορεί να γίνει και η ίδια η σχέση του ζευγαριού. «Κάθε επιστροφή χρειάζεται μια μικρή επανεκκίνηση», αναφέρει, καθώς εξακολουθεί να υποδέχεται με τον ίδιο ενθουσιασμό τον σύζυγό της από τα ταξίδια. «Ερχεται για έναν μήνα. Μέχρι να βρούμε τους ρυθμούς, είναι σαν να ξεκινάμε τη σχέση από την αρχή. Και πάνω που πάμε να το συνειδητοποιήσουμε, εκείνος φεύγει». Σε κάθε επιστροφή, πάντως, δεν σταματά να αστειεύεται στα παιδιά: «Τους λέω “έρχεται ο πατέρας σας. Πάλι θα με στολίσετε νύφη, πάλι θα ξαναπαντρευτώ”».
«Φωτεινή, έλα στο τηλέφωνο»
Λίγα χιλιόμετρα μακριά και μισό αιώνα πίσω, η ίδια απουσία σε ακόμη πιο δύσκολες συνθήκες. Στο λιμάνι των Φούρνων συναντάμε τη Φωτεινή Φλυτζάνη, που σήμερα είναι 75 χρονών. Παντρεύτηκε στα 18 της έναν ναυτικό και μαζί απέκτησαν πέντε παιδιά. Εκείνος ταξίδευε από το 1969 έως το 1996, πρώτα σε πετρελαιοφόρα κι έπειτα σε επιβατηγά, λείποντας συχνά οκτώ ή 10 μήνες. Οσο βρισκόταν στη θάλασσα, η Φωτεινή είχε αναλάβει να φροντίζει για όλα. Στη Χρυσομηλιά, 16 χιλιόμετρα από το λιμάνι των Φούρνων, η καθημερινότητα εκείνων των χρόνων ήταν πολύ διαφορετική από τη σημερινή.
«Χωματόδρομος, ούτε φως ούτε νερό στη βρύση», θυμάται. «Κουβαλούσαμε από το πηγάδι το νερό, πλέναμε τα ρούχα στα ρέματα, ζυμώναμε ψωμί και μαγειρεύαμε στα ξύλα. Τα παιδιά τα μεγάλωσα μόνη μου». Αλλά και η απόσταση στη θάλασσα μετριόταν τότε διαφορετικά. Δεν υπήρχαν κινητά, μηνύματα και βιντεοκλήσεις. Μόνο ένα τηλέφωνο, σε ένα από τα σπίτια του χωριού. «Συνήθως μια φορά τον μήνα με έπαιρνε από τον ασύρματο του πλοίου και από το χωριό φώναζαν: “Φωτεινή, έλα στο τηλέφωνο!”. Το σπίτι μου ήταν ψηλά, κι εγώ έτρεχα, σάλτερνα στα σκαλοπάτια, για να πάω πιο γρήγορα να του μιλήσω», θυμάται. Αλλοτε, μπορούσε να περάσει κι ένας μήνας χωρίς νέα. Εμεναν τα γράμματα που αντάλλασσαν, περιμένοντας υπομονετικά να φτάσουν στον προορισμό τους.

Από εκείνα τα χρόνια, κρατά στο μυαλό της μια εικόνα με τα παιδιά της, τις κρύες νύχτες του χειμώνα. «Τα έπαιρνα δίπλα μου στο κρεβάτι για να μην ξεπαγιάσουν, να ζεσταινόμαστε όλοι μαζί. Γιατροί δεν υπήρχαν. Στο σπίτι χρησιμοποιούσαμε όσα γιατροσόφια γνωρίζαμε, βεντούζες και εντριβές. Αν ένα παιδί αρρώσταινε σοβαρά, έπρεπε να φύγουμε με καΐκι για την Ικαρία».
Παρά τις δυσκολίες, η Φωτεινή δεν πιστεύει ότι η δική της ζωή μπήκε ποτέ σε δεύτερη μοίρα. «Δεν με ένοιαζε, γιατί είχαμε καλή επικοινωνία με τον άντρα μου. Ολα καλύπτονται άμα υπάρχει επικοινωνία στο ζευγάρι. Απλά, κάνεις υπομονή και λες: θα περάσει ο καιρός, θα έρθει». Η ιστορία τους τελείωσε πολύ νωρίτερα… Οταν εκείνος σταμάτησε τα μεγάλα ταξίδια, απέκτησε ένα καΐκι και ψάρευαν μαζί. Ενα πρωινό, που είχε βγει στα ανοιχτά, δεν γύρισε. Είχε σταματήσει η καρδιά του. Η Φωτεινή ήταν 53 ετών.
Μια δύσκολη απόφαση
Δυο γενιές μετά, η Ελβίρα Σουράκη, 43 χρονών, έχει δυνατότητες που η Φωτεινή δεν μπορούσε να φανταστεί. Κινητό τηλέφωνο, βιντεοκλήσεις, καθημερινή επικοινωνία με τον σύζυγό της που ταξιδεύει μακριά. Κι όμως, αν τη ρωτήσεις τι φοβάται περισσότερο τους μήνες που εκείνος λείπει, η απάντησή της έρχεται χωρίς δεύτερη σκέψη: «Ξεκάθαρα τα θέματα υγείας των παιδιών».
Οι δύο γιοι της είναι σήμερα 5 και 6,5 ετών. Περιγράφει τη νύχτα που ο ένας, μόλις ενός έτους τότε, έπαθε πυρετικούς σπασμούς. «Χρειάστηκε διακομιδή και φύγαμε τα μεσάνυχτα με οκτώ μποφόρ. Το άλλο παιδί έμεινε πίσω με τη μητέρα μου», μας λέει. «Είναι άλλο να ξέρεις ότι θα καλέσεις ένα ασθενοφόρο ή θα βάλεις το παιδί σε ένα ταξί και θα πας στο νοσοκομείο, και άλλο να πρέπει να πάρεις το καραβάκι για να πας στη Σάμο».

Η Ελβίρα γνωρίζει αυτή τη ζωή και από την άλλη πλευρά: είναι και η ίδια κόρη ναυτικού. Θυμάται τον πατέρα της να τηλεφωνεί περίπου μία φορά την εβδομάδα μέσω δορυφορικού τηλεφώνου, σε μια εποχή που άλλοι ναυτικοί μπορούσαν να επικοινωνήσουν με την οικογένειά τους μόλις μία φορά τον μήνα. Σήμερα, όπως λέει, μιλά με τον σύζυγό της πολλές φορές μέσα στην ημέρα. Ακόμη κι έτσι όμως, η επικοινωνία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την παρουσία του στο σπίτι.
Οπως εκείνοι «πουλάνε» τη ζωή τους, έτσι κι εμείς «πουλάμε» τη δική μας.
«Οταν λείπει ο πατέρας είναι διπλή ευθύνη. Κι εκείνος έχει την αγωνία, γιατί δεν είναι κοντά να δει τι συμβαίνει. Στηρίζεται κάθε φορά στα δικά μου λεγόμενα. Κρέμεται από το στόμα μου». Για την Ελβίρα, ο γάμος με έναν ναυτικό βάζει αναπόφευκτα για μεγάλα διαστήματα τη ζωή της γυναίκας σε «δεύτερη μοίρα». «Οπως εκείνοι “πουλάνε” τη ζωή τους, έτσι κι εμείς “πουλάμε” τη δική μας», λέει. Η ίδια σταμάτησε να εργάζεται, επιλέγοντας τους μήνες που ο σύζυγος της επιστρέφει να μπορούν να περνούν περισσότερες ώρες ως οικογένεια. Ομως, το διάστημα που εκείνος λείπει, η καθημερινότητά της περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τα παιδιά και το σπίτι. «Υπάρχουν εβδομάδες που πέρα από τα παιδιά μου μπορεί να μη δω κανέναν άλλον», εξηγεί.
Τον τελευταίο χρόνο η οικογένεια πήρε μια απόφαση που δεν ήταν εύκολη. Ο μεγαλύτερος γιος τους χρειάζεται σταθερή πρόσβαση σε λογοθεραπεία και εργοθεραπεία κι έτσι αποφάσισαν να μετακομίσουν στον Πειραιά, επιστρέφοντας στους Φούρνους μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες. «Ξέρουμε ότι εδώ το παιδί θα είχε άλλη ποιότητα ζωής. Θα ήταν πιο ελεύθερο», λέει για τον γιο της. «Δεν θα είχε όμως τη βοήθεια που χρειάζεται».
Αντάλλαγμα ο χρόνος
Η Καλλιόπη Μαυρουδή, 39 ετών, βρίσκεται μόλις στην αρχή αυτής της διαδρομής. Ο σύζυγός της άρχισε να εργάζεται ως ναυτικός πριν από ενάμιση χρόνο και η απόφαση στο σπίτι ήρθε όταν υπήρξε η ανάγκη για σταθερό εισόδημα. «Εχουμε τρία παιδιά που σήμερα είναι 8, 11 και 14 ετών και θέλουμε να τους δώσουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε», λέει η ίδια στην «Κ».

Η Καλλιόπη προσαρμόστηκε γρήγορα στα νέα δεδομένα. Εβγαλε δίπλωμα οδήγησης, κάτι που για πολλά χρόνια ανέβαλε, ώστε να μπορεί να μετακινείται ανεξάρτητα. Να κατεβαίνει στο κέντρο για τις αγορές, να πηγαινοέρχεται στη δουλειά της και να μεταφέρει τα παιδιά σε σχολεία και δραστηριότητες. Στη δική της περίπτωση, ο σύζυγός της δεν λείπει -τουλάχιστον ακόμη- σε μακρινά ταξίδια, αλλά εργάζεται σε τοπικά δρομολόγια που του επιτρέπουν να βρίσκεται συχνότερα στο σπίτι.
«Παρ’ όλ’ αυτά, η ζωή μας άλλαξε», λέει η Καλλιόπη και αναρωτιέται ποια θα είναι η συνέχεια εάν τελικά εκείνος κάνει το βήμα προς τα εμπορικά πλοία, με πιθανώς καλύτερες απολαβές αλλά πολύμηνες απουσίες. Η θάλασσα, λένε στους Φούρνους, κρατά οικονομικά όρθιες πολλές οικογένειες, αλλά παίρνει ως «αντάλλαγμα» πολύτιμο χρόνο. Και πίσω, πάντα κάποιος μένει για να συνεχίζει τη ζωή. Να μεγαλώνει τα παιδιά, να παίρνει τις αποφάσεις, να αντιμετωπίζει μια αρρώστια, να οργανώνει μια διακομιδή, να κρατά το σπίτι.
Για την Ειρήνη, η ώρα που η απουσία γίνεται πιο αισθητή είναι «όταν βραδιάζει». Οπως λέει, «όλη τη μέρα κάτι κάνεις. Το βράδυ το περνάς μόνη σου, με τις σκέψεις σου, με τα προβλήματά σου».
