Φόρτωση Text-to-Speech…
Μεγάλωσα σε κεντρώα οικογένεια. Οι γονείς μου προδικτατορικά ψήφιζαν την Ενωση Κέντρου, ενώ, μετά το 1977, αδιαλείπτως ΠΑΣΟΚ. Ο πατέρας μου θεωρούσε ότι θα ήταν προδοσία αν ψήφιζε οτιδήποτε άλλο. Οταν τον ρωτούσα γιατί, μου απαντούσε: «Ο Ανδρέας μάς έδωσε φωνή».
Καταλάβαινα την απάντηση, όχι όμως πλήρως. Τα μετεμφυλιακά βιώματα από τα οποία αντλούσε μού ήταν άγνωστα. Αντιλαμβανόμουν, όμως, την αφετηρία της πατρικής αναφοράς και με προβλημάτιζε το νόημά της, έστω κι αν με ξένιζε ο δογματισμός της.
Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, αναλογίζομαι τη δική μου σχέση μαζί του. Στην πρώιμη νεότητά μου τον λάτρεψα, αργότερα τον μίσησα, σήμερα νομίζω ότι μπορώ να τον αποτιμήσω σύνθετα. Διέκρινα μια σύνθετη προσέγγιση στα απομνημονεύματα του Κώστα Σημίτη (2015). Αν και ήταν ο κυριότερος εσωκομματικός αντίπαλος του Παπανδρέου, εντυπωσιάζει η ισορροπημένη κρίση του. Ακόμη κι όταν έντονα διαφωνεί με τον αρχηγό του, μιλάει με σεβασμό γι’ αυτόν. Καταλαβαίνω γιατί.
Ανθρωπος με υψηλά διανοητικά χαρίσματα, πολιτική δημιουργικότητα και διάθεση ανάληψης ρίσκου, ο Ανδρέας Παπανδρέου έφερε στο προσκήνιο εκατομμύρια πολίτες που ένιωθαν πολιτικά-θεσμικά παραγκωνισμένοι από το μετεμφυλιακό κράτος. Ενα αυταρχικό πολιτικό σύστημα που ελέγχει τα πολιτικά φρονήματα, χειραγωγεί τους θεσμούς και αποκλείει τους μισούς πολίτες από το κράτος, είναι, μακροπρόθεσμα, επισφαλές. Υποθάλπει εντόνως αρνητικά συναισθήματα και ευνοεί την άμετρη σύγκρουση.
Οπως σε κάθε entrepreneur, το πρόταγμα του Ανδρέα ήταν καρπός βιωμάτων, πεποιθήσεων και διαίσθησης. Ασχολούμενος ενεργά με την ελληνική πολιτική, μετά το 1962, ο εξ Αμερικής ιδιοφυής οικονομολόγος βαθμιαία ριζοσπαστικοποιήθηκε. Συνειδητοποίησε βιωματικά ότι η δημοκρατία, εκτός από ανελεύθερη, ήταν χειραγωγούμενη. Το Παλάτι, το δεξιό κατεστημένο και το παρακράτος του, και, στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, η Αμερική, δεν θα επέτρεπαν πολιτικές εξελίξεις που δεν ήλεγχαν. Μετά το 1974, τίποτα δεν θα έπρεπε να μείνει το ίδιο. Το ΠΑΣΟΚ ήταν η έκφραση του ριζοσπαστικά νέου – η ίδρυσή του έδωσε μορφή στη μέχρι τότε ασύντακτη και ριζοσπαστικοποιημένη Κεντροαριστερά. Ο Σημίτης, δικαίως, θεωρεί την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ καταλυτική.
Ο Παπανδρέου, άνθρωπος με στιβαρή διανοητική ενδοχώρα αλλά και ενεργά ψυχικά ρήγματα, ήταν ποιητής εννοιών, όχι μόνο λέξεων. Το «κατεστημένο», οι «μη προνομιούχοι Ελληνες», «η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες» κ.ο.κ. ήταν δικές του επινοήσεις. Από την εποχή των «ανένδοτων» και, αργότερα, με την αντιδικτατορική δράση, το πολιτικό κεφάλαιό του ήταν υψηλό. Η μόρφωση και ο κοσμοπολιτισμός του τού προσέδιδαν αναλυτική δύναμη. Η προσωπικότητά του και η αφηγηματική του ικανότητα τον καθιστούσαν σαγηνευτικό. Εμπεριέχοντας ανάλυση και συναίσθημα, ο λόγος του εξέφραζε την ανάγκη για ατομική και συλλογική αξιοπρέπεια.
Το κόμμα της Αλλαγής αναπαρήγαγε όσα καταδίκαζε (π.χ. το κομματικό κράτος), οι δε θεσμοί τους οποίους καθίδρυσε έφεραν το στίγμα του νικηφόρου, ηγεμονικού λαϊκισμού του. Οι θεσμοί χτίζονται με τη διαθέσιμη πρώτη ύλη.
Η πολιτική του πρόταση πρόσφερε νέο ερμηνευτικό σχήμα για να εξηγήσει την ελληνική υστέρηση (η εθνική εξάρτηση μειώνει τη λαϊκή κυριαρχία, ο παλαιοκομματισμός καθηλώνει τη χώρα, το συντηρητικό κατεστημένο αποκρούει τις αναγκαίες αλλαγές) και να σημασιοδοτήσει εκ νέου τη νεότερη Ιστορία, συνδέοντας κορυφαία βιώματα του έθνους – το 1821, ο Βενιζέλος, το ΕΑΜ, οι «ανένδοτοι», ο αντιδικτατορικός αγώνας. Το αφήγημα παράγει νόημα και συγ-κινεί.
Ο λαϊκισμός του ήταν επιζήμιος, αλλά μάλλον αναπόφευκτος. Ο σοσιαλιστικός λόγος, μετά το 1974, ή θα ήταν, με κάποιον τρόπο, λαϊκιστικός ή δεν θα υπήρχε. Αν ο Ανδρέας Παπανδρέου μιλούσε σαν τον σπουδαίο Γιάγκο Πεσμαζόγλου, θα ήταν εκτός πολιτικού χρόνου. Το λαϊκό αίσθημα, έχοντας διαμορφωθεί χονδροειδώς σε συνθήκες καταπίεσης, ελκόταν από τη μανιχαϊστική προσέγγιση, όχι τη σύνθετη σκέψη. Οι μεγάλες πινελιές είχαν πέραση, οι αποχρώσεις χάνονταν. Ο Ανδρέας το γνώριζε και το εκμεταλλεύτηκε.
Η πρώιμη Μεταπολίτευση ήταν περίοδος πρωτόγονης απελευθέρωσης – η λυτρωτική διάθεση, η άκρατη κομματικοποίηση, τα διχοτομικά σχήματα σκέψης και η απλοϊκή βουλησιαρχία ήταν οι συνέπειες της χρόνιας πολιτικής καχεξίας δεκαετιών. Στους θεσμούς του «κατεστημένου» αντιπαρατάχθηκε ο νεοαναγεννηθείς «λαός». Μετά το 1981, η εγγενής τάση της αντίστροφης κίνησης του πολιτικού εκκρεμούς ήταν αναμενόμενη: τώρα είναι η σειρά μας. Ακαθοδήγητος, σε συνθήκες πόλωσης, ο άλλοτε κυριαρχούμενος τείνει να εκδικείται τον χθεσινό κυρίαρχο, αναπαράγοντας εκδοχές των μεθόδων του, ενώ προσποιείται ότι δεν το κάνει. Η πολιτική τομή, προκειμένου να εδραιωθεί, αποκτά οιονεί καθεστωτικά χαρακτηριστικά. Το κόμμα της Αλλαγής αναπαρήγαγε όσα καταδίκαζε (π.χ. το κομματικό κράτος), οι δε θεσμοί τους οποίους καθίδρυσε έφεραν το στίγμα του νικηφόρου, ηγεμονικού λαϊκισμού του (π.χ. ΕΣΥ, μεταρρύθμιση στα ΑΕΙ). Οι θεσμοί χτίζονται με τη διαθέσιμη πρώτη ύλη.
Ο Ανδρέας τα γνώριζε αυτά, αλλά τα παρέβλεψε, μολονότι είχε σημαντικά περιθώρια δράσης. Σε ομιλία του, μετά τις εκλογές του 1974, ομολόγησε το παράδοξο της Αλλαγής: «Ο παλαιοκομματισμός δεν έχει θέση στο Κίνημά μας. Επειδή όμως η πολιτική εμπειρία στην Ελλάδα είναι “παλαιοκομματική”, θα πρέπει να κάνουμε υπομονή. Γιατί μια τέτοια αλλαγή δεν νομοθετείται. Απαιτεί αλλαγή πολιτικής νοοτροπίας». Οπως αναφέρει ο Μόντι Στερνς, πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα και φίλος των Παπανδρέου, ο Ανδρέας χρησιμοποίησε το σύστημα για να το αλλάξει. Ακριβέστερα, και το άλλαξε και το αναπαρήγαγε. Η αντίφαση αυτή παραμένει: και αλλάζουμε και δεν αλλάζουμε. Ή, πιο ακραία, αλλάζουμε για να μην αλλάξουμε. Είμαστε παιδιά του Ανδρέα.
*Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.
