ΚΩΣΤΑΣ ΛΥΤΡΑΣ
Οι μνήμες μου είναι γεμάτες μυρωδιές από τον τόπο μου. Η μυρωδιά της ξερής φτερίνας στα υπαίθρια ξύλινα κρεβάτια που στρώνονταν κάτω από τη μεγάλη καρυδιά. Η μυρωδιά του πεύκου της συκιάς και της ζαμπελας κυριαρχεί στον αέρα .
Ήταν οι μέρες που ο θείος μου ξεχνούσε τη σοβαρότητα της στολής που τον ακολουθούσε καθημερινά (ιερέας) και ξαναγινόταν το κατοχικό παιδί με τα κοντά παντελόνια . Γυρνούσε όλη μέρα ζωσμένος με τη φυσιγγιοθήκη και το δίκανο στο χέρι, σε τόπους απροσπελαστους για μας τα παιδιά, εξαπτοντας τη φαντασία για το που πήγε και τι έκανε !
Από τότε πέρασαν μερικές δεκαετίες και είχα την τύχη να ταξιδέψω σε όλη την Ήπειρο . Τα μάτια μου έμαθαν να βλέπουν καθαρότερα .
Πέρασα ξανά μερικές φορές από πολλά μέρη της Ηπείρου , αλλά ο τόπος με απόδιωχνε. Δεν ήταν πια αυτό που ήξερα. Η ανθρώπινη παρουσία που τον ημέρευε αποτραβιόταν σιγά-σιγά, οι ξωμάχοι που ζούσαν ολοχρονίς εκεί γερνούσαν και πέθαιναν, η οικονομική ζωή άλλαζε εικόνα, η καλλιέργεια άλλαζε και αυτή …
Τα αλώνια που απλωνόταν ο μελαψός καρπός πνίγηκαν στα αγκάθια. Τα πετρόχτιστα σπίτια των ξωμάχων εγκαταλείφθηκαν, γέρασαν, έλιωσαν από τα χρόνια και γκρεμίστηκαν.
Εκεί που κάποτε υπήρχε ζωή, άνθρωποι, σπίτια, κότες, σκυλιά, κατσίκια, άλογα και γαϊδούρια, σιγά-σιγά ο τόπος ρήμαξε. Και η βλάστηση επιτέθηκε χωρίς κανείς πια να την εμποδίζει. Τα πουρνάρια «κάστρωσαν» και γιγαντώθηκαν. Πάνω τους απλώθηκαν και κρεμάστηκαν κουρτίνες από άγριους κισσούς και αγριοκλήματα. Τα ανοίγματα που διατηρούσαν σε ζωή αυτό τον τόπο πνίγηκαν ένα -ένα. Τα μονοπάτια στραγγαλίστηκαν από τα σχίνα και τα ασπάλαθρα. Ακόμα και οι παλιοί μπεκατσότοποι ήταν πια απροσπέλαστοι , οι λαγότοποι έκλεισαν από τα κλαριά και μόνο τα αγριογούρουνα εξαπλωνόταν χρόνο με το χρόνο, για να θυμίζουν το φούντωμα του δάσους .
Η προηγούμενη γενιά κυκλοφορούσε νύχτα και μέρα με ένα κλαδευτήρι στο χέρι . Άνοιγαν το μονοπάτι , κλάδευαν την Κλάρα που έγερνε στον δρόμο, έκοβαν τα καλάμια που φούντωναν στους οχτους, έκοβαν τα πουρνάρια που φύτρωναν στα καλλιεργημένα, έκοβαν τα βάτα που έτρωγαν τον τόπο, έκοβαν τσιποκάλαμα για σανό των αλόγων και χόρτο για τις γίδες, έκοβαν αφάνες και ξύλο για την κουζίνα και τον ξυλόφουρνο.
Τα κυπαρίσσια τα φύτευαν οι ίδιοι, ώστε να βρουν ξύλα για τις στέγες όταν θα τα χρειάζονταν. Φύτευαν κουκουναριές για τον καρπό τους. Καθάριζαν τα μεγάλα πευκα και τα χάραζαν για το ρετσίνι που ήταν πολύτιμο για τη συντήρηση του κρασιού. Καύσιμη ύλη δεν έμενε πουθενά για να καεί.
Δεν ήταν μια εύκολη ζωή γι’ αυτό και άλλαξε. Τα ζώα έγιναν τρακτέρ, οι φούρνοι ηλεκτρικοί , η ξυλόσομπα καλοριφέρ, ενώ μαζί τους ήρθε και η … νιρβάνα του φραπέ .
Για χρόνια οι λόγγοι φούντωναν, οι δρομοι έκλειναν από τη βλάστηση, ο παλιός σκληρός – αλλά δοκιμασμένος- τρόπος ζωής χάθηκε, χωρίς να αφήσει πουθενά τη συσσωρευμένη γνώση του.
Όχι, δεν είμαι από τους γραφικούς που θέλουν τον αγρότη να πλένεται μια φορά τον χρόνο. Αλλά για να διαχειριστείς έναν τόπο με οργιώδη μεσογειακή βλάστηση, πρέπει να αντλήσεις στοιχεία από την πολύτιμη εμπειρία του παρελθόντος .
Οι παλιοί γεωργοί λέγανε… «εχθρός σου είναι το πεύκο , κόψτο πριν σε κάψει»… Όσο το δάσος φούντωνε πάνω σε καλλιεργημένα και εγκαταλειμμένα, τόσο η δασική υπηρεσία καμάρωνε για το « έργο» της, την ύπουλη κλοπή της ιδιωτικής γης με το κόλπο της δασικής έκτασης . Οι πρωτευουσιάνοι επισκέπτες που…δεν ήξεραν, στις διακοπές τους καμάρωναν για το « παρθένο» δάσος που αντίκριζαν. Ποτέ δεν έμαθαν ότι το πευκοδάσος έχει μόνο μια μοίρα: να καεί!
Οι τελευταίοι βιοποριστές των δασικών συστάδων χάθηκαν σταδιακά. Χάθηκαν οι υλοτόμοι οι ρετσινάδες, οι βοσκοί, οι καλλιεργητές, οι καρβουνιάρηδες , όλοι όσοι ασκούσαν μια παραδοσιακή και αειφόρο δραστηριότητα στο δάσος.
Μαζί ήρθαν και τα σκουπίδια. Κάθε ρέμα, πριν και μετα από κάθε Χωριο της ελληνικής υπαίθρου, γέμισε σκουπιδια που δεν ξέραμε και δεν θέλαμε να διαχειριστούμε…

Τον Ιούνιο έκανα ένα πέρασμα από τα μέρη μου . Τρόμαξα! Τρόμαξα από την εγκατάλειψη, το φούντωμα των δέντρων , το απόλυτο λόγγωμα κάθε ανοίγματος , την απόλυτη έλλειψη κάθε δραστηριότητας που θα μείωνε το καύσιμο φορτίο, αλλά και από την απανταχού παρουσία των σκουπιδιών. Δρομοι χωμένοι μέσα στα κλαριά και στην αγριάδα, ένας τόπος ξερός.
Τα χωριά χωμένα στα αγκάθια και τα αγριόχορτα, οι λόγγοι θεριεμενοι μέσα στα κτήματα και στα εγκαταλειμμένα σπίτια. Πουθενά ούτε ένα γαϊδούρι για να βοσκήσει τον οχτο.
Πήγα να δω το «δέντρο». Μια χιλιόχρονη βελανίδια που δεσπόζει αιώνες και χλευάζει την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Ανέβηκα τρεις φορές το δρομάκι που έβγαζε εκεί βρίζοντας τα θεριεμενα βάτα,ώσπου βρήκα το μέρος που ήξερα αλλαγμένο από την εγκατάλειψη!
Στη φυση δεν υπάρχουν οι έννοιες του καλού και του κακού. Αν δεν αραιώσεις τον λόγγο , θα καεί και μαζί θα κάψει και το σπιτι σου. Είναι το δικό μας συμφέρον που ταυτίζεται με την αειφορία, με την ήμερη και άγρια ζωή, με τον καλλιεργημένο ή ακαλλιέργητο τόπο, που οφείλει σε αυτούς τους δύσκολους τόπους να παίξει τον ρόλο του ρυθμιστή. Και αυτόν τον ρόλο τον ξεχάσαμε. Γιατί μας βόλευε , γιατί δεν θα ιδρωναμε πια, γιατί τα κανάλια λένε ότι είναι «οικολογικό» να παρατάς τη φυση στη μοίρα της !
Η προηγούμενη γενιά δεν είχε αεροπλάνα, δεν είχε μοντέρνα πυροσβεστικά , δεν είχε ελικόπτερα, αλλά …τα κατάφερνε καλύτερα ! Είχε όμως τα χέρια χοντρά από το κλαδευτήρι, τον ιδρώτα και τη δουλεια! Κράτησα ένα κλαράκι από τη βελανιδιά και το έχω στο γραφείο μου τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές.
