Τα τελευταία άλογα της Πίνδου…

ΚΩΣΤΑΣ ΛΥΤΡΑΣ

Αν το αραβανωτό ήταν το άλογο των μερακλήδων και η πολυτέλεια του Βαλκάνιου ταξιδευτή, το αλογάκι της Πινδου ήταν ο καθημερινός εργάτης, η κινητήρια δύναμη ενός ολοκλήρου ορεινού πολιτισμού.
Πριν κάμποσα χρόνια βρέθηκα στα βλαχοχωρια της Πίνδου και παρατήρησα ότι υπήρχε ένας τύπος ορεινού αλόγου μικροσωμου, γερού, ιδιαίτερα ανθεκτικού και προσαρμοσμένου στις ακραίες συνθήκες αυτών των βουνών.
Τότε στα βλαχοχώρια διέμενε πληθυσμός όλο το χειμώνα, που επιβίωνε με τα κτηνοτροφικά προϊόντα. Έφευγαν μόνο οι έμποροι και οι νομάδες κτηνοτρόφοι. Μια κοινωνική δομή αναπτύχθηκε για αιώνες μέσα στα βουνά, μακριά από τους φόρους και τους κατακτητές.
Υπήρχε, λοιπόν, ανάγκη για ένα υποζύγιο που θα άντεχε τους «σκληρούς» χειμώνες, την πείνα και την κακουχία, ενώ παράλληλα θα ήταν πειθήνιο αλλά και με σίγουρο πάτημα στα γλιστερά μονοπάτια.
Αυτό ήταν για αυτούς το άλογο της Πινδου, ένα υποζύγιο το οποίο χρειάζονταν οι ορεσίβιοι στα βουνά, εκεί όπου ακόμα και το πετάλωμα ήταν πολυτέλεια. Ο μπάρμπα Γιωργος μας εξηγεί γιατί αυτό το αλογάκι. «Το άλογο αυτό αντέχει στις βροχές, στα χιόνια στον πάγο, στη ζέστη, στον καύσωνα και το πιο σπουδαίο αρκούνταν σε ελάχιστη και φτωχή διατροφή…Ένα σαμάρι βουνίσιο, με φαρδιές ίγκλες εμπρός και πίσω ώστε να μη γλιστρά από το φορτίο, ήταν όλη η σαγή του. Ένα καπίστρι απλό χρειαζόταν μόνο για να το οδηγήσεις. Αρκετοί βλάχοι μας λέει ο μπάρμπα Γιωργος , ακόμα και σήμερα τα σημαδεύουν με τα χαρακτηριστικά κοψίματα στην άκρη των αφτιών όταν είναι νεογέννητα, συνήθεια που απαντάται ως τα βάθη της Ασίας και της Ινδιας.
Στη δουλεια και στον αγώνα …
Το έπαιρνε η κοπέλια να πάει στη βρύση για νερό με τις βαρέλες. Το έπαιρνε η κυρά για να ανεβει μέχρι τα μαντριά, προκειμένου να πάει ψωμί στον άντρα της. Το έπαιρνε ο γιος να πάει για ξύλα. Το έπαιρνε ο βοσκός για να κουβαλήσει τα πρώιμα γεννημένα αρνάκια στις πορείες. Κουβαλούσε τα τυριά από τις ορεινές βοσκές που τυροκομούσαν το καλοκαίρι, ώστε να πουληθούν στα χωριά. Μετέφερε τον αγρότη στο χωράφι και τον έφερνε ξανά πίσω το βράδυ, φορτωμένο με κλαρί για τα γίδια. Το ταίριαζαν δυο-δυο, «ζευγάρι», για να οργώνουν τη γη πιο δυνατά, τα μικρά ορεινά χωραφάκια μόνο έτσι καλλιεργούνταν , προκειμένου να δώσουν τον καρπό που θα έφερνε το ψωμί της χρονιάς. Ο μπάρμπα Γιωργος συνεχίζει με παράπονο να μου λέει. Δύσκολη επιβίωση, δύσκολα χρόνια, φτώχεια, ανέχεια, σκληρή δουλεια για άλογα και αγωγιάτη . Αυτή η φτώχεια, άλλωστε, είναι που συντήρησε και ώθησε στη μετανάστευση προς την Κεντρική Ευρώπη παλιότερα, αλλά και στην αστυφιλία που εξάλειψε τις ορεινές κοινότητες σήμερα.
Λίγα τέτοια δυστυχώς αλογάκια της Πινδου επιβιώνουν σήμερα. Αν κάποιος θελήσει να τα μετρήσει, τότε σίγουρα θα τα βρει στα όρια του απειλούμενου είδους (ίσως λιγότερα από τις αρκούδες…).
Στο εξωτερικό υπάρχουν προγράμματα διάσωσης των φυλών από την εξαφάνιση, σε μια προσπάθεια να ρυθμιστούν και να επιδοτηθούν οικονομικές δραστηριότητες που χρειάζονται άλογα σε αειφόρο βάση.
Είναι παρατηρημένο ότι οι άνθρωποι που αλλάζουν ζωή ξεχνούν και διαγραφούν από τη μνήμη τους καθετί που έχει σχέση με τα σκληρά και τα δύσκολα χρόνια της φτώχειας και της επιβίωσης. Έτσι λησμονημένο είναι και το αλογάκι της Πινδου.
Το ιδιο δεν μας πρόδωσε ποτέ, η ζωή όμως στα βουνά έχει αλλάξει πλέον. Δεν ζει πια μια οικογένεια με δυο στρέμματα χωράφι, λίγα ζώα και μερικά φορτώματα ξύλα. Σήμερα βέβαια δεν αντέχει και ο τόπος την υπερεκμετάλλευση που του επιβάλλουμε, «ξεκοιλιάζοντας» τα βουνά και τα δάση με άχρηστους ή προσωρινούς χωματόδρομους, αλλοιώνοντας το τοπίο και τους βιότοπους.
Το μέλλον των βουνών, των κατοίκων αλλά και των λιγοστών αλόγων είναι στην ήπια ανάπτυξη. Και η Πίνδος δεν θα είναι πια ίδια όταν θα λείψουν από τη ραχοκοκαλιά και τα μονοπάτια της τα τελευταία αλογάκια με το όνομα της.

Σχετικές δημοσιεύσεις