Αρθρο του Γιώργου Καλπαδάκη στην «Κ»: Ανάκτηση πλούτου, η ουγγρική εκδοχή



Το πρώτο νομοσχέδιο που καταθέτει μια κυβέρνηση μετά την εκλογή της λέει συνήθως περισσότερα από όλο το προεκλογικό πρόγραμμά της. Ο νέος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Πέτερ Μάγιαρ, αφού τερμάτισε τη 16χρονη κυριαρχία του Ορμπαν στις 12 Απριλίου –με ρεκόρ συμμετοχής γύρω στο 80%–, διάλεξε την Εθνική Αρχή Ανάκτησης και Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων (NVVH).

Ο θεσμός σχεδιάζεται να κατοχυρωθεί συνταγματικά – όχι ως ελεγκτικό ή διοικητικό σώμα, αλλά ως αυτοτελής δημόσιος κατήγορος, ανεξάρτητος από τον γενικό εισαγγελέα και με δικαίωμα να τον αντικαθιστά στις υποθέσεις που επιλέγει να αναλάβει. Η αρχιτεκτονική προβλέπει δύο σκέλη: μια Αρχή κατά της Διαφθοράς με προληπτικό ρόλο, και την NVVH – υβρίδιο χρηματοοικονομικής υπηρεσίας πληροφοριών και ελεγκτικού σώματος, με αναδρομική εμβέλεια που δεν οριοθετείται νομοτεχνικά. Η ηγεσία της –ένας πρόεδρος και τέσσερις αντιπρόεδροι, αρμόδιοι αντίστοιχα για ανάκριση, άσκηση δίωξης και ελέγχους– θα εκλέγεται από τη Βουλή με πλειοψηφία δύο τρίτων για έξι χρόνια μη ανανεώσιμα. Στο στόχαστρό της θα βρεθούν παραχωρήσεις με πολιτικό αποτύπωμα, αμφιλεγόμενες πωλήσεις ακινήτων, κάθε δημόσια σύμβαση πάνω από 28 εκατ. ευρώ. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η δυνατότητα πρόσβασης σε τραπεζικούς λογαριασμούς και έγγραφα πριν ακόμη ανοίξει υπόθεση – και να τραβάει αρμοδιότητες από άλλες Αρχές όταν το κρίνει αναγκαίο.

Μερικοί δεν περίμεναν. Ο γιος ενός πρώην διοικητή της κεντρικής τράπεζας μετέφερε περιουσιακά στοιχεία σε κοντέινερ προς το Ντουμπάι ήδη από τον Μάρτιο, και τον Μάιο ο γενικός εισαγγελέας δήλωσε πως θα τα φέρουν πίσω, «ακόμη και τις Ferrari». Παράλληλα, ο πλουσιότερος Ούγγρος μετέφερε 9,5 εκατ. ευρώ από εταιρεία διαχείρισης περιουσίας στον προσωπικό λογαριασμό του στα τέλη Μαρτίου, λίγο πριν από τις εκλογές – εννέα ημέρες αφότου είχε μεταβιβάσει το μερίδιό του σε άλλη δική του επιχείρηση, και άρα δεν ήταν πλέον επίσημα μέτοχος της εταιρείας που του έστειλε τα χρήματα. Αυτή η φυγή κεφαλαίων αποτελεί, παραδόξως, την πιο πειστική μαρτυρία εμπιστοσύνης στον θεσμό: κανείς δεν φυγαδεύει περιουσία επειδή φοβάται μια Αρχή χωρίς δόντια.

Το εγχείρημα δεν αντλεί νομιμοποίηση μόνο από τη νωπή εκλογική εντολή – έχει και ευρωπαϊκή αγκύρωση. Στα τέλη Μαΐου, η Ουγγαρία κατέθεσε αίτηση ένταξης στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, θεσμό από τον οποίο είχε μείνει επιδεικτικά απούσα· η συνεργασία αναμένεται να αρχίσει από τις αρχές του 2027. Την ίδια ημέρα «ξεπάγωσαν» 16,4 δισ. ευρώ – με αντάλλαγμα, ανάμεσα σε άλλα, την επιστροφή στο κράτος των ιδρυμάτων που είχε χτίσει ο Ορμπαν για να θωρακίσει περιουσιακά στοιχεία από κάθε μελλοντική κυβέρνηση, η ολοκλήρωση της οποίας έως τις 31 Αυγούστου αποτελεί προϋπόθεση για την αποδέσμευσή τους.

Το σχέδιο νόμου που κατατέθηκε σε διαβούλευση στις 22 Ιουνίου –με στόχο η Αρχή να λειτουργεί από τον Σεπτέμβριο– αποκαλύπτει έναν θεσμό ριζοσπαστικότερο από ό,τι αφήνει να εννοηθεί η τετριμμένη αντιδιαφθορική ρητορική. Η NVVH δεν θα λειτουργεί πλάι στη γενική εισαγγελία, αλλά θα την αντικαθιστά πλήρως στις υποθέσεις που επιλέγει να αναλάβει – και εκείνη δεν θα έχει δικαίωμα ανάκτησής τους. Στις περιπτώσεις που εταιρεία τεθεί υπό κρατική εποπτεία, η Αρχή αποκτά δικαίωμα να αντικαταστήσει τη διοίκησή της, να ασκεί τις αρμοδιότητες του ανώτατου οργάνου της και να λύει συμβάσεις άμεσα – ουσιαστικά προσωρινή κρατικοποίηση χωρίς δικαστική απόφαση.

Η Εθνική Αρχή Ανάκτησης και Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων (NVVH) δεν θα λειτουργεί πλάι στη γενική εισαγγελία, αλλά θα την αντικαθιστά πλήρως στις υποθέσεις που επιλέγει να αναλάβει.

Παράλληλα, η Αρχή θα μπορεί να επιβάλλει υποχρεωτικό φορολογικό έλεγχο χωρίς τη συναίνεση της φορολογικής αρχής – εξουσία που μέχρι σήμερα είχε μόνο το Ελεγκτικό Συνέδριο. Δεν είναι τυχαίο ότι βουλευτής του Φίντες αποκάλεσε την NVVH «νέα ΑΒΗ» – την κομμουνιστική μυστική αστυνομία. Η σύγκριση είναι παραπλανητική, αλλά η αντίδραση παραδόξως επιβεβαιώνει το ίδιο πράγμα που επιβεβαιώνει και η φυγή κεφαλαίων: ότι κανείς δεν πανικοβάλλεται μπροστά σε έναν θεσμό ακίνδυνο. Αυτά τα δύο στοιχεία –η πλήρης εισαγγελική αντικατάσταση και η φορολογική δικαιοδοσία– απουσιάζουν από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά υποδείγματα και καθιστούν την NVVH κάτι ποιοτικά διαφορετικό: όχι απλώς έναν κόμβο διασύνδεσης υφιστάμενων αρχών, αλλά έναν αυτοτελή ποινικό και δημοσιονομικό παίκτη.

Πολλές ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν ένα αξιοσέβαστο αντιδιαφθορικό οπλοστάσιο – αρχές διαφάνειας, φορολογικές υπηρεσίες, εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος, ελεγκτικά συνέδρια. Το έλλειμμα δεν εντοπίζεται στην απουσία θεσμών, αλλά στον κατακερματισμό της αρμοδιότητας: κάθε φορέας λειτουργεί αυτοτελώς, χωρίς ενιαίο μηχανισμό που να συσχετίζει μια παραχώρηση με μια σύμβαση και μια εταιρεία-βιτρίνα. Η γαλλική AGRASC, που ιδρύθηκε τον Ιούλιο του 2010 με προσωπικό από τρία υπουργεία –Δικαιοσύνης, Εσωτερικών και Οικονομικών–, και η ρουμανική ANABI, που ακολούθησε το 2015, δημιουργήθηκαν ακριβώς για να λύσουν αυτό το πρόβλημα: να σταματήσουν τη διασπορά αρμοδιοτήτων που παρέλυε τις κατασχέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις, ο νέος θεσμός δεν αντικατέστησε τίποτα – αρκέστηκε να λειτουργήσει ως κόμβος διασύνδεσης των υπαρχόντων.

Ο πραγματικός δείκτης επιτυχίας δεν είναι πόσες υποθέσεις θα ανοίξει ο θεσμός, αλλά αν θα διατηρήσει την ίδια αμεροληψία όταν η έρευνα αγγίξει τον πολιτικό του περίγυρο. Η δίωξη του παρελθόντος είναι εύκολη πολιτική πράξη: οι αντιστάσεις έχουν ήδη σβήσει μαζί με την εξουσία που τις τροφοδοτούσε. Η ανεξαρτησία ενός θεσμού κρίνεται αλλού – στη στιγμή που το κόστος της αμεροληψίας θα το φέρουν όσοι τον συγκρότησαν.

*Ο κ. Γιώργος Καλπαδάκης είναι ανώτερος ερευνητής, Κέντρο Ερεύνης Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού (ΚΕΙΝΕ), Ακαδημία Αθηνών.



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις