Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Ανδρέας επίσκοπος Κρήτης ο μελωδός, Μιχαήλ Χωνιάτης επίσκοπος Αθηνών και Οσιος Αντρέι Ρουμπλιώφ
Ανδρέας επίσκοπος Κρήτης ο μελωδός
Μια από τις πολυσχιδείς μορφές της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς ως υμνογράφος συνέγραψε τον Μεγάλο Κανόνα, ένα από τα πιο εμβληματικά ποιήματα μετανοίας, ως ποιμένας υπηρέτησε με αφοσίωση σε πολλές εκκλησιαστικές θέσεις με κοινωνική ευαισθησία και ως άνθρωπος, με την προσωρινή του «πτώση» και τη βαθιά του μετάνοια απέδειξε ότι η αγιότητα δεν είναι η απουσία αδυναμίας αλλά η πράξη της μετανοίας.
Γεννήθηκε περί το 660 στη Δαμασκό της Συρίας, την ίδια πόλη που λίγο αργότερα γέννησε τον Ιωάννη Δαμασκηνό, την εποχή που βρισκόταν υπό αραβική κυριαρχία, αλλά διατηρούσε ακόμη ζωντανή χριστιανική κοινότητα με πλούσια πνευματικότητα. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ανδρέας ήταν άλαλος μέχρι την ηλικία των επτά ετών, όταν οι γονείς του τον οδήγησαν στον ναό για να κοινωνήσει, με τη θαυματουργική «λύση» της γλώσσας του να είναι το προοίμιο της μελλοντικής του δωρεάς ως υμνογράφου, και ο σιωπηλός να γίνεται η φωνή των ταραγμένων και μετανοημένων ψυχών. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών ενεγράφη σε πατριαρχικό ίδρυμα στα Ιεροσόλυμα που στέγαζε ορφανά, φτωχούς και ασθενείς και παράλληλα λειτουργούσε ως κέντρο εκπαίδευσης νέων κληρικών. Στα δεκαοκτώ του εκάρη μοναχός στη Μονή του Αγίου Σάββα, τη μεγάλη λαύρα της ιουδαϊκής ερήμου και σπουδαιότερο μοναστικό και πνευματικό κέντρο της Ανατολής, και αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος από τον Πατριάρχη Θεόδωρο, αναλαμβάνοντας την εκκλησιαστική γραμματεία του Πατριαρχείου (νοτάριος).
Περί το 685 ο Ανδρέας ήταν μέλος της αντιπροσωπείας που έστειλε το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων στην ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο (680 – 681) στην Κωνσταντινούπολη που καταδίκασε τον Μονοθελητισμό και μετά τη Σύνοδο παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ενετάχθη στην υπηρεσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση του ορφανοτροφείου, κοινωνικό έργο που άσκησε με αφοσίωση και ζήλο. Περί το 692 ή λίγο αργότερα χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Γορτύνης Κρήτης, θέση που κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του και στην οποία διακρίθηκε για την ποιμαντική του φροντίδα, καθώς ταξίδευε στις κοινότητες της περιοχής του ενισχύοντας την εκκλησιαστική ζωή και φροντίζοντας ιδιαίτερα τους φτωχούς και τους ασθενείς, διακρινόμενος για τη φιλανθρωπική του δράση, ιδρύοντας νοσοκομεία και γηροκομεία, και την υμνογραφική δημιουργία, μια και στην Κρήτη συνέθεσε το μεγαλύτερο μέρος του υμνογραφικού του έργου.
Ενα από τα πιο οδυνηρά, αλλά και ανθρώπινα επεισόδια της ζωής του είναι η παροδική αδυναμία του κατά τη διάρκεια της Μονοθελητικής κρίσης, επί αυτοκράτορος Φιλιππικού Βαρδάνη (711 – 713), ο οποίος επέβαλε αυτή την αίρεση και ο Ανδρέας, υπό την πίεση των περιστάσεων, συνήργησε στη Σύνοδο του 712 στην Κωνσταντινούπολη που αποκατέστησε τον Μονοθελητισμό. Αυτή η πράξη ήταν θλιβερή πτώση για έναν επίσκοπο του μεγέθους του, όταν όμως ο Φιλιππικός απομακρύνθηκε από την εξουσία το 713 και η Ορθοδοξία αποκαταστάθηκε, ο Ανδρέας μετανόησε ειλικρινά και επέστρεψε στην ορθόδοξη ομολογία.
Ο Ανδρέας Κρήτης είναι ο μεγαλύτερος υμνογράφος της Ορθόδοξης Εκκλησίας μετά τον Ρωμανό τον Μελωδό. Η συνεισφορά του στην υμνογραφία είναι μεγάλη, διότι δημιούργησε τον εκτεταμένο, θεολογικό και ποιητικό Κανόνα, που επέτρεπε έτσι βαθύτερη θεολογική ανάπτυξη και πλουσιότερη βιβλική αναφορά, με τη μορφή αυτή να κυριαρχεί στη βυζαντινή υμνογραφία και να χρησιμοποιείται αναλλοίωτη μέχρι σήμερα. Το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του Ανδρέα και ένα από τα πιο πνευματικά κείμενα ολόκληρης της χριστιανικής γραμματείας είναι ο Μεγάλος Κανόνας, το μεγαλύτερο σε έκταση ποίημα της εκκλησιαστικής υμνογραφίας, αποτελούμενο από 250 τροπάρια, που ψάλλεται δύο φορές κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τμηματικά τις τέσσερις πρώτες ημέρες της Α΄ εβδομάδας και ολόκληρος το βράδυ της Πέμπτης της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών. Ο κανόνας διατρέχει ολόκληρη την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, από τον Αδάμ και την Εύα μέχρι την Αποκάλυψη, χρησιμοποιώντας κάθε βιβλικό πρόσωπο ως κάτοπτρο στο οποίο ο ψάλλων βλέπει τον εαυτό του και κάθε αμαρτωλός της Αγ. Γραφής γίνεται εικόνα της αμαρτίας του χριστιανού που βοά «Πόθεν άρξομαι θρηνείν τας του αθλίου μου βίου πράξεις; ποίαν απαρχήν επιθήσω, Χριστέ, τη νυν θρηνῳδία;». Ο Μεγάλος Κανόνας είναι πρωτίστως θεολογία της μετανοίας, βαθύτερη και πληρέστερη από οποιαδήποτε συστηματική πραγματεία, και δείχνει ότι η μετάνοια δεν είναι απλώς ψυχολογική κατάσταση ή ηθική βελτίωση αλλά οντολογική στροφή, επιστροφή στον Θεό, που είναι ο Μόνος που μπορεί να αποκαταστήσει την ανθρώπινη φύση.
Πέρα από τον Μεγάλο Κανόνα, ο Ανδρέας συνέθεσε Κανόνες για πολλές εορτές του εκκλησιαστικού έτους, Χριστούγεννα, Υπαπαντή, Μεταμόρφωση, Κοίμηση Θεοτόκου κ.λπ., ιδιόμελα τροπάρια, αυτοτελείς υμνογραφικές συνθέσεις εξαιρετικής ποιότητας και ομιλίες που χαρακτηρίζονται από ρητορική δεξιοτεχνία, βιβλικό βάθος και θεολογική σαφήνεια. Σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές, εκοιμήθη στις 4 Ιουλίου 740 στη Μυτιλήνη της Λέσβου, όπου είχε ταξιδέψει για εκκλησιαστικές υποθέσεις, ετάφη εκεί, αν και η παράδοση αναφέρει ότι αργότερα τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην Κρήτη.
Μιχαήλ Χωνιάτης επίσκοπος Αθηνών
Με καταγωγή από τη Χώνη της Φρυγίας (Μικρά Ασία), εξ ου και το επώνυμό του, γεννήθηκε περί το 1138 από εξέχουσα οικογένεια, με αδελφό τον Νικήτα Χωνιάτη, συγγραφέα της «Χρονικής Διηγήσεως», μίας από τις σημαντικότερες πηγές για τη βυζαντινή ιστορία του 12ου αι., και ήταν ένας από τους πιο πολυμαθείς ανθρώπους της εποχής του, που συνδύαζε τον βαθύ σεβασμό για την αρχαία ελληνική παιδεία με την ακλόνητη χριστιανική πίστη. Η αγάπη του για την αρχαία Αθήνα, για τον Πλάτωνα, τον Θουκυδίδη, τον Πίνδαρο, τον Σοφοκλή, ήταν βαθιά και γνήσια, και ακριβώς αυτή η αγάπη κάνει τα γραπτά του τόσο σπαρακτικά, διότι βρέθηκε να ποιμαίνει μια Αθήνα που είχε εκπέσει από τα ύψη της αρχαίας δόξας σε κατάσταση βαθύτατης παρακμής.

Ηρθε νέος στην Κωνσταντινούπολη, στο αποκορύφωμα της ακμής της δυναστείας των Κομνηνών, όπου σπούδασε κοντά στον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης και απέκτησε βαθιά γνώση της κλασικής γραμματείας, της ρητορικής, της θεολογίας και της φιλοσοφίας. Περί το 1182, σε ηλικία περίπου σαράντα ετών, εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, θέση που φαινομενικά ήταν τιμητική, αλλά στην πράξη αποδείχθηκε εφιαλτική. Η Αθήνα του 12ου αι. δεν είχε καμία σχέση με την Αθήνα που φαντάστηκε ο Μιχαήλ διαβάζοντας τους αρχαίους, ο ίδιος δε περιέγραψε την κατάσταση που βρήκε με λόγια που προκαλούν δέος. Η πόλη ήταν ερειπωμένη, το μεγαλύτερο μέρος της κατεστραμμένο, ο πληθυσμός είχε μειωθεί δραματικά και οι κάτοικοι ήταν αγράμματοι σε τέτοιο βαθμό, ώστε να παραπονείται ότι δεν τον καταλάβαιναν όταν μιλούσε, καθώς η γλώσσα του ήταν πολύ λόγια για τη λαϊκή διάλεκτο που είχε επικρατήσει. Εγραψε σε επιστολή του, «Ήλθον εις πόλιν την Αθηναίων, εις ερείπια βλέπων… η Ακαδημία έρημος, το Λύκειον άγνωστον, η Στοά κατεσπασμένη…».
Παρά την απογοήτευση, ο Μιχαήλ δεν έφυγε, αλλά παρέμεινε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών για περίπου είκοσι χρόνια, μέχρι την άλωση από τους Σταυροφόρους το 1204. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, κήρυττε, δίδασκε και φρόντιζε το ποίμνιό του, έγραψε επιστολές, ομιλίες και ποιήματα εξαιρετικής ποιότητας και αγωνίστηκε εναντίον της αδικίας, ιδίως εναντίον των βαρύτατων φορολογικών επιβαρύνσεων που εξαντλούσαν τους φτωχούς κατοίκους. Οι επιστολές του είναι πολύτιμες πηγές της βυζαντινής ιστορίας, καθώς επικοινωνούσε με αυτοκράτορες, αξιωματούχους και λόγιους φίλους του, στις οποίες καταγράφει την οικονομική εξαθλίωση της Αθήνας, τη φυσική κατάσταση της πόλης με ερειπωμένα κτίρια, εγκαταλελειμμένα σπίτια και αγρούς, την απουσία παιδείας, την αμάθεια των κληρικών, τη δυσκολία εύρεσης ικανών ανθρώπων για τις εκκλησιαστικές θέσεις και, συγχρόνως, με νοσταλγία και πόνο, την ανάμνηση της αρχαίας δόξας που ήταν ορατή στα ερείπια αλλά απούσα από τη ζωή.
Το 1204, η Αθήνα πέρασε υπό φράγκικη κυριαρχία, αρχικά υπό τον Βονιφάτιο Μομφερρατικό και στη συνέχεια έγινε μέρος του Δουκάτου των Αθηνών υπό τον Οθωνα ντε λα Ρος, με τον Χωνιάτη να αρνείται την υποταγή στη λατινική εκκλησιαστική εξουσία, στάση που τον οδήγησε σε εξορία, και συγκεκριμένα στη Μονή της Αγίας Τριάδος στην Κέα, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε ταπεινή ησυχία. Από εκεί συνέχισε να γράφει γεμάτες θλίψη επιστολές για την κατάρρευση του Βυζαντίου, επικοινωνούσε με παλιούς φίλους, ζητούσε βοήθεια για τους Αθηναίους και προσπαθούσε να διατηρήσει ζωντανές τις σχέσεις με την Ορθόδοξη παράδοση. Εκοιμήθη περί το 1222 σε ηλικία περίπου ογδόντα ετών, αφού έζησε αρκετά για να δει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία να κατακερματίζεται, αλλά και την ελπιδοφόρα ίδρυση της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας.
Ο Χωνιάτης άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο, περίπου 170 επιστολές που αποτελούν ανεκτίμητη πηγή για την ιστορία της εποχής, εκκλησιαστικές ομιλίες υψηλής ρητορικής ποιότητας, ποιήματα σε αρχαϊκό ύφος με βαθιά επίδραση από την κλασική ελληνική ποίηση, εγκώμια αφιερωμένα σε αγίους και θεολογικά κείμενα, αν και λιγότερα σε σχέση με τα φιλολογικά. Ακολούθησε την παράδοση των Καππαδοκών Πατέρων, που είχαν ήδη καθορίσει τη χριστιανική στάση έναντι της κλασικής παιδείας, γενόμενος έτσι «φιλόσοφος επίσκοπος», για τον οποίο η ευρύτητα της παιδείας ήταν υπηρεσία στην Εκκλησία και όχι ανταγωνισμός με αυτήν. Η φράση που τον χαρακτηρίζει καλύτερα είναι από τον θρήνο του για την Αθήνα: «Ω Αθήναι, πρώτη των πόλεων κατά ποτε, νυν δε τελευταία…».
Οσιος Αντρέι Ρουμπλιώφ
Με την αγιοκατάταξή του από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία το 1988, κατά τον εορτασμό της χιλιετηρίδας του εκχριστιανισμού των Ρώσων, και τη ζωή του να γίνεται παγκοσμίως γνωστή μέσα από την ομώνυμη αριστουργηματική ταινία του Αντρέι Ταρκόφσκι, θεωρείται ο κορυφαίος αγιογράφος της Ρωσίας και ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της παγκόσμιας χριστιανικής τέχνης. Λίγα είναι γνωστά για την πρώιμη ζωή του. Γεννήθηκε περί το 1360, εκάρη μοναχός στη Μονή της Αγίας Τριάδας του Αγ. Σεργίου του Ραντονέζ και αργότερα έζησε στη Μονή Ανδρόνικοφ στη Μόσχα. Υπήρξε μαθητής του Θεοφάνη του Ελληνα, από τον οποίο διδάχθηκε τη βυζαντινή τεχνική, την οποία όμως εξέλιξε σε ένα πιο «ποιητικό» και γαλήνιο στυλ, χαρακτηριστικό της ρωσικής σχολής, με το στυλ του να ξεχωρίζει για την πνευματικότητα, τη χρήση φωτεινών χρωμάτων και την αίσθηση της ειρήνης.

Το διασημότερο έργο του (περ. 1411), που απεικονίζει τη «Φιλοξενία του Αβραάμ», το επεισόδιο της Γενέσεως (18, 1-15) όπου τρεις άγγελοι επισκέπτονται τον Αβραάμ στη δρυ Μαμβρή και εκείνος τους φιλοξενεί, θεωρείται πλέον το πρότυπο για την απεικόνιση του τριαδικού δόγματος στην ορθόδοξη αγιογραφία. Ο Ρουμπλιώφ, όμως, κάνει κάτι επαναστατικό, αφαιρεί τον Αβραάμ, τη Σάρρα και σχεδόν ολόκληρο το αφηγηματικό πλαίσιο και κρατά μόνο τους τρεις αγγέλους γύρω από την τράπεζα. Ετσι, η αφηγηματική εικόνα γίνεται δογματική, δεν αφηγείται ένα ιστορικό γεγονός αλλά αποκαλύπτει μια αιώνια αλήθεια, τη ζωή της Αγίας Τριάδας.
Οι τρεις μορφές εντάσσονται σε ένα αόρατο κύκλο, το κλασικό σύμβολο της χωρίς αρχή και τέλος αιωνιότητας, της τελειότητας και της ισότητας, αφού κάθε μορφή είναι ισάξια με τις άλλες, κανένα πρόσωπο δεν κυριαρχεί, κανένα δεν υποτάσσεται. Η πρόσθια πλευρά του τραπεζιού είναι ανοιχτή, δεν υπάρχει κάθισμα ή μορφή απέναντι, αλλά το κενό αυτό λειτουργεί ως πρόσκληση του θεατή της εικόνας, και διά αυτού κάθε ανθρώπου να εισέλθει στον κύκλο της Τριάδας. Οι τρεις μορφές κλίνουν ελαφρά η μία προς την άλλη, δημιουργώντας μια κυκλική κίνηση αγάπης και αμοιβαίας περιχώρησης. Αυτή η κίνηση είναι η εικονιστική απεικόνιση της «αλληλοπεριχώρησης», της ορθόδοξης τριαδολογικής θεώρησης της αμοιβαίας ενοίκησης των τριών Προσώπων.
Η ταυτοποίηση των τριών μορφών είναι από τα αμφιλεγόμενα ζητήματα στη βιβλιογραφία, καθώς δεν υπάρχει ενιαία συμφωνία, με την επικρατέστερη ερμηνεία να είναι η εξής. Η αριστερή μορφή απεικονίζει τον Πατέρα που φορά ανοιχτό ιμάτιο, χρώμα που υποδηλώνει «τον αόρατο Θεό», καθώς τον Πατέρα «ουδείς εώρακε πώποτε» (Ιωάν. 1, 18), με τη στάση Του να εκφράζει ηρεμία και αυθεντία. Η κεντρική μορφή απεικονίζει τον Υιό, καθώς φορά χαρακτηριστικό κόκκινο χιτώνα (σύμβολο της ανθρωπότητας) και μπλε ιμάτιο (σύμβολο της θεότητας). Και η δεξιά μορφή απεικονίζει το Αγιο Πνεύμα, καθως φορά γαλαζοπράσινο ιμάτιο, χρώμα που συνδυάζει το μπλε του ουρανού (θεία προέλευση) με το πράσινο (ζωή, δημιουργία, ανανέωση), και συμβολίζει τη ζωοποιό δύναμή Του. Στη βυζαντινή αγιογραφία τα χρώματα δεν είναι διακοσμητικά αλλά λειτουργούν ως γλώσσα θεολογίας. Το χρυσό φόντο δεν είναι «ουρανός» ή «χώρος», είναι η «άκτιστη θεία δόξα» που δεν έχει σημειακή πηγή, δεν ρίχνει σκιά και δεν μεταβάλλεται. Το βαθύ μπλε είναι το χρώμα της θεότητας, το άπειρο, το ακατανόητο, η «γνόφος» όπου κατοικεί ο Θεός (Εξ. 20, 21) και ταυτόχρονα το χρώμα της αλήθειας και της σοφίας. Το κόκκινο ανήκει στον Υιό που ενσαρκώθηκε, καθώς δηλώνει την ανθρωπότητα, το αίμα, το πάθος και την αγάπη. Τέλος, το πράσινο και γαλάζιο δηλώνουν τη ζωοποιό δύναμη, την αναγέννηση της κτίσεως διά του Αγ. Πνεύματος.
Στο κέντρο του τραπεζιού υπάρχει ένα χρυσό ποτήριο ή δισκάριο με μια μικρή κεφαλή μόσχου. Στη Γένεση, ο Αβραάμ έσφαξε μοσχάρι για να φιλοξενήσει τους αγγέλους, αλλά το μοσχάρι εντός του ποτηρίου παραπέμπει στον Αμνό του Θεού, τον Χριστό που θυσιάστηκε για τη σωτηρία του κόσμου.
Ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν, αναλύοντας αυτή την εικόνα, έδειξε ότι ο Ρουμπλιώφ θέλησε να ζωγραφίσει μια ευχαριστιακή εικόνα, όπου η ζωή της Αγ. Τριάδας, ζωή αγάπης, αμοιβαίας κοινωνίας και αέναης χαράς, να μεταδίδεται στον άνθρωπο μέσα από τη Θεία Ευχαριστία. Το ποτήριο στο κέντρο είναι η γέφυρα μεταξύ της αιώνιας τριαδικής ζωής και της ζωής του ανθρώπου. Γι’ αυτό και η ανοιχτή τράπεζα, η πρόσκληση στον θεατή, είναι πρόσκληση για συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία. Ο Ρώσος θεολόγος Παύλος Ευδοκίμωφ έγραψε ότι «αυτή η εικόνα δεν είναι μόνο αριστούργημα τέχνης, είναι αποκάλυψη. Ο Ρουμπλιώφ δεν ζωγράφισε αυτό που φαντάστηκε, ζωγράφισε αυτό που είδε. Η προσευχή έγινε χρώμα και γραμμή».
Σήμερα φυλάσσεται στην Πινακοθήκη Τρετιακόφ της Μόσχας.
Τιμάται επίσης η μνήμη: ιερομάρτυρος Θεοδώρου επισκόπου Κυρήνης, μαρτύρων Κυπρίλλας, Αρόας και Λουκίας, ιερομάρτυρος Δονάτου επισκόπου Λιβύης, οσίας Μάρθας μητρός Αγ. Συμεών του στυλίτου, Ασκληπιάδος της θαυματουργού, ιερομάρτυρος Θεοφίλου, οσίου Μένιγνος και μάρτυρος Θεοδότου.
Σύνταξη και Επιμέλεια:
Νίκος Πατρίκης, Ιωάννης Ε. Χρυσάφης
