Φόρτωση Text-to-Speech…
Το ρίσκο ήταν εξαρχής μεγάλο. Στη Βοστώνη, οι κακές γλώσσες λένε πως δεν υπήρχε κάτι τέτοιο. Οταν, πριν από την ανταλλαγή του Γιάννη Αντετοκούνμπο στο Μαϊάμι, οι Σέλτικς έκαναν μία ύστατη προσπάθεια να πετύχουν εκείνοι την απόκτηση του «Greek Freak», η διαρροή ήταν αναπόφευκτη. Οι «πράσινοι» έριξαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τον MVP των Τελικών του 2024, Τζέιλεν Μπράουν. Μεγάλο δέλεαρ για τους Μπακς, με την προοπτική να λάβουν ως αντάλλαγμα τον 6ο στη φετινή ψηφοφορία για το βραβείο του MVP. Αν και ο ίδιος ο Μπράουν δεν ενδιαφερόταν να αγωνιστεί στο Μιλγουόκι και οι εκπρόσωποί του είχαν ενημερώσει τους παράγοντες της Βοστώνης να βρουν μία τρίτη ομάδα, για να ολοκληρωθεί το trade.
Κάτι τέτοιο δεν συνέβη, ο «Giannis» μετακόμισε στους Χιτ, ο Μπράουν έμεινε για δεύτερη φορά με την απορία και το παράπονο ότι η ομάδα του τον «άδειασε» πάλι σε σενάρια ανταλλαγών, και οι Σέλτικς φάνηκαν εκτεθειμένοι. Το «γυαλί» είχε «ραγίσει» τούτη τη φορά για τα καλά και ήταν θέμα ημερών η παραχώρηση του παίκτη, κάτι που έγινε με την ανταλλαγή του στη Φιλαδέλφεια… Κίνηση που επιβεβαίωσε ότι το ΝΒΑ είναι πλέον «Λίγκα των παικτών», με τη μεγάλη ευχέρεια απαιτήσεων και ενεργειών από τους σταρ ή τους ατζέντηδές τους.
Ή, μήπως, αυτό είναι μία απλοϊκή διαπίστωση ή μία εύκολη ανάγνωση;
«Players’ league» ή απλώς μία λαμπερή μειοψηφία;
Η δύναμη των παικτών φάνηκε αρχικά από τη «συμμαχία» του Λεμπρόν Τζέιμς με τους Ντουέιν Ουέιντ και Κρις Μπος στο Μαϊάμι το 2010, που σηματοδότησε την αρχή της μόδας των «Super Teams», με σταρ διατεθειμένους σε (ελαφρώς) χαμηλότερες αποδοχές, ώστε είτε να παίξουν πλάι σε φίλους τους είτε να διεκδικήσουν με αυτό τον τρόπο τίτλους. Τα επόμενα χρόνια, υψηλά αμειβόμενα αστέρες όπως οι Κέβιν Ντουράντ, Τζέιμς Χάρντεν, Αντονι Ντέιβις, Κρις Πολ, Κουάι Λέοναρντ κ.ά. απαιτούσαν ανταλλαγές από ομάδες και καταστάσεις που θεωρούσαν πως δεν τους ταιριάζουν. Συχνά το έκαναν άκομψα. Σε αντίθεση με τον Αντετοκούνμπο, που δεν είπε ποτέ «θέλω ανταλλαγή», αλλά αιτιολογούσε εμμέσως τη στάση του στη δήλωση «θα μείνω στο Μιλγουόκι, αρκεί να είμαστε στην ίδια σελίδα με την ομάδα και να διεκδικούμε το πρωτάθλημα…».
Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πολλή συζήτηση σχετικά με τη δύναμη των παικτών. Οι υποστηρικτές λένε ότι εκείνοι είναι οι πρωταγωνιστές. Οι αντιρρησίες θεωρούν ότι οι αθλητές είναι κακομαθημένοι… Στο debate αν το ΝΒΑ είναι «πρωτάθλημα (μόνο) των παικτών» μοιάζει μοιρασμένο. Αλλοι πιστεύουν ότι αυτό ενισχύει το προϊόν και άλλοι πως αποδεικνύεται επιζήμιο… Είναι γεγονός ότι λίγοι σταρ έχουν λόγο και παρέμβαση σε διοικήσεις και προπονητές. Η κάθε τόσο απαίτηση του (κάθε) Χάρντεν να αλλάζει πόλη και ομάδα δεν κάνει καλό στη Λίγκα, αλλά κυρίως στον ίδιο.
Εκτός του Πατ Ράιλι στο Μαϊάμι, οι «παλαιάς κοπής» παράγοντες έχουν εκλείψει. Οταν το 2017 ο –11 φορές πρωταθλητής ως κόουτς που τιθάσευε παίκτες όπως οι Ντένις Ρόντμαν και Σακίλ Ο’Νιλ– Φιλ Τζάκσον αποχώρησε από την προεδρία των Νικς, η «μάχη εξουσίας» έδειχνε να «γέρνει» προς τους παίκτες. Τα τελευταία χρόνια αναρριχήθηκαν παράγοντες όπως οι Σαμ Πρέστι και Ντάριλ Μόρεϊ. Ο πρώτος «έχτισε» από το μηδέν με μαεστρικές συμφωνίες τους περσινούς πρωταθλητές Θάντερ και ο δεύτερος έγινε εμμονικός με τα analytics, τα τρίποντα και το «τρελό» τέμπο σε Χιούστον και Φιλαδέλφεια. Αν, πάντως, δεν είναι κάποιος φανατικός του ΝΒΑ, δύσκολα θα τους αναγνωρίσει σε μία λεωφόρο μεγαλούπολης στις ΗΠΑ ή στην… πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα!
Οι παραπάνω, μαζί με τον Μπραντ Στίβενς των Σέλτικς, είναι παράγοντες που εκτός από την τεχνογνωσία στηρίχθηκαν και στην ικανότητα να παρακινούν τους παίκτες. Οι αθλητές έχουν τη δική τους «τεχνογνωσία», την μπάλα στα χέρια, το υψηλό στάτους που προσελκύει χορηγούς και κοινό-πελάτες, όμως είναι αλήθεια πως μία μειοψηφία έχει τέτοια δύναμη στα χέρια της, ώστε να ζητά ανταλλαγές ή να έχει αγαπημένους παίκτες…
Οι τακτικές του Μπράουν που τον έκαναν ξένο σώμα…
Λίγο μετά το trade που έστειλε τον Αντετοκούνμπο στο Μαϊάμι, η επόμενη μεγάλη κίνηση ήταν η επιστροφή του Κουάι Λέοναρντ στο Τορόντο. Ο παίκτης που χάρισε το 2019 στους Ράπτορς τον μοναδικό τίτλο τους, όμως αμέσως μετά θέλησε να παίξει στην πόλη που γεννήθηκε για τους Λος Αντζελες Κλίπερς, έκανε το αντίστοιχο δρομολόγιο και παρά τη γενική σεμνότητά του «ενορχήστρωσε» και πάλι –όπως από τους Σπερς στον Καναδά– άλλη μία συμφωνία που θεωρεί ότι βολεύει μόνο εκείνον.
Η σειρά του Τζέιλεν Μπράουν δεν άργησε, με μπόλικη μουρμούρα. Η πρώτη γκρίνια ανήκε στους Σέλτικς, που δεν είδαν με καλό μάτι την ατάκα «ήταν μία συναρπαστική σεζόν» που είπε ο Αμερικανός αμέσως μετά τον αποκλεισμό από τους Σίξερς στα playoffs, παρά το αρχικό προβάδισμα με 3-1… Στη διοίκηση θεώρησαν πολύ εγωιστική την τοποθέτησή του. Από την πλευρά του, ο Μπράουν εύλογα ενοχλήθηκε δις από τις ισάριθμες προσπάθειες να τον ανταλλάξουν και πιστεύει ότι δεν αναγνώρισαν πως φέτος «κουβάλησε» τους «πράσινους» χωρίς τον τραυματία Τζέισον Τέιτουμ το μεγαλύτερο μέρος της χρονιάς, και ξέχασαν γρήγορα ότι ήταν ο πολυτιμότερος παίκτης των Τελικών του 2024.
Κάποια αμερικανικά μέσα άρχισαν να γράφουν πως ο Μπράουν, γνωστός και για την κοινωνική και αντι-ρατσιστική δράση του, επέδειξε αλαζονική συμπεριφορά, με τη χαρακτηριστική έκφραση «νόμιζε ότι είναι ο εξυπνότερος άνθρωπος σε κάθε δωμάτιο που βρισκόταν». Ο ίδιος φρόντισε να απαντήσει, λέγοντας πως «τα στάνταρ στα σπορ, για να είμαστε ειλικρινείς, είναι χαμηλά…».
Ήταν πάντοτε λίγο πιο διαφορετικός από τους συμπαίκτες του.
Το 2023, μετά τον αποκλεισμό στο 7ο ματς από τους μετέπειτα φιναλίστ Μαϊάμι Χιτ, δεν άφησε την απογοήτευση να τον νικήσει. Άλλαξε το πρόγραμμα προπόνησής του, δοκίμασε νέες αερόβιες ασκήσεις, όπως κολύμβηση και διάφορες ασκήσεις με βάρη, αλλά καμία από αυτές δεν τον ικανοποίησε. Σκέφτηκε κάτι άλλο, καθώς έμπαινε στο Citadel Martial Arts και ζητούσε από τον γυμναστή, Λάιονελ Γιανγκ «να μου μάθεις κάτι που δεν βρίσκω πουθενά… Θέλω να βρω τον πολεμιστή μέσα μου!». Ο Γιανγκ πρότεινε στον Μπράουν να δοκιμάσει Muay Thai, μια αρχαία πολεμική τέχνη μάχης, γνωστή και ως «η τέχνη των οκτώ άκρων», επειδή οι μαχητές χρησιμοποιούν γροθιές, κλωτσιές, χτυπήματα με γόνατα και αγκώνες. Η εκρηκτικότητα του αθλήματος απαιτεί ταχύτητα, δύναμη, αντανακλαστικά και έντονη προπόνηση.
Ο Μπράουν ήταν δεκτικός, αποφάσισε να το δοκιμάσει και, έκτοτε, παρέμεινε προτεραιότητα στη ζωή του. «Οι μαχητές προπονούνται σκληρότερα», είπε στο περιοδικό Men’s Health και απέδωσε στο Muay Thai τη βελτίωση της κίνησης των ποδιών, της κινητικότητας και του ελέγχου του σώματός του, αλλά και την αυξημένη αυτοπεποίθησή του. Κάτι που φάνηκε με τον τίτλο του 2024 και το βραβείο του MVP των Τελικών! Πλέον, θα επιχειρήσει να το εφαρμόσει στη Φιλαδέλφεια, με τους αντιρρησίες να περιμένουν ξανά το πρώτο λάθος του…
