Το υπερθέαμα Σλήμαν και ο τυχοδιώκτης Ερρίκος



ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ
«Σλήμαν III»
των Χάινερ Γκέμπελς και Μίχαελ Ζίμον
Πειραιώς 260 Δ
Σύνθεση – σκηνοθεσία: Χάινερ Γκέμπελς
Σκηνικά – κοστούμια – σχεδιασμός φωτισμού: Μίχαελ Ζίμον
Δραματουργία: Στέφαν Μπουχμπέργκερ
Ηχος: Ουίλι Μποπ
Σχεδιασμός βίντεο: Ρενέ λίμπερτ
Παίζουν: Ακύλλας Καραζήσης, Ανδρομάχη Φουντουλίδου
Τραγουδούν: Λυδία Κονιόρδου, Αγγελος Κυδωνιεύς (κόντρα τενόρος)
Μουσικοί: Ανέστης Μπαρμπάτσης (μπουζούκι), Φίλιππος Φασούλας (κλαρίνο)

Το έργο ξεκίνησε από την οροφή του κτιρίου. Για την ακρίβεια, προτού αρχίσει η παράσταση, ο θεατής στην πλατεία έβλεπε δύο πρόχειρα –ίσως και μίζερα– πανέλα να του κρύβουν τη σκηνή. Υπέθετε ότι θα απομακρύνονταν και πιθανόν να αποκαλυπτόταν κάτι αναλόγως πρόχειρο. Ωστόσο, το έργο ξεκίνησε στην οροφή του κτιρίου, με εντυπωσιακές δέσμες φωτός προβολέων να εισβάλλουν από τη σκεπή που ήταν ανοιχτή, χωρίς το κοινό να το έχει αντιληφθεί. Μετά η σκεπή έκλεισε και τα βλέμματα στράφηκαν προς ένα μεγαλούτσικο ηχείο. Αυτό πάλι κρεμόταν με σχοινί πάνω από τη σκηνή. Και ξεκίνησε έναν σβέλτο, υπερχαρούμενο στροβιλισμό, υπό τους ήχους μιας μουσικής τύπου clubbing, πάνω στην οποία πατούσε άλλη μουσική, εξίσου χορευτική, αλλά φολκλορικής φύσεως, που ταίριαζε –περιέργως πως– με την πρώτη, σε σημείο που να γίνεται συναρπαστική η σύμμειξη των δύο πανηγυρικού ύφους μουσικών συνθέσεων. Οπότε σκεφτόσουν πως καλώς έκανε και χόρευε το ηχείο. Αφού, λοιπόν, όλο αυτό διήρκεσε κάμποσο, το ηχείο, σαν λαχανιασμένο κι ευχαριστημένο, σταμάτησε τους στροβιλισμούς, τα πρόχειρα πανέλα αποτραβήχθηκαν κι αποκαλύφθηκε ένα παράξενο σκηνικό περιβάλλον. Συνειρμικά, απέδιδε την αίσθηση των αινιγματικών άδειων πλατειών στα ζωγραφικά έργα του Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Λόγω των καθαρών γεωμετρικών μορφών των στοιχείων του, που ήταν king size κύβοι, κάποιοι όρθιοι, άλλοι κεκλιμένοι προς το έδαφος. Καθώς και κάποια ευθύγραμμα στοιχεία που έδιναν την εντύπωση αποκαλυμμένων κυκλώπειων τειχών ή θεμελιώσεων αρχαίων τοίχων. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, εμφανίστηκε ο Ακύλλας Καραζήσης, ο οποίος έπαιζε τον Ερρίκο Σλήμαν. 

«Ηχοτοπίο»

Για να κατανοήσει κάποιος που δεν είδε την παράσταση τι ακριβώς συνέβαινε επί σκηνής, θα έπρεπε να σκεφτεί ότι ο Σλήμαν ήταν μεν ο πρωταγωνιστής και ο φορέας του λόγου, αλλά συγχρόνως υπήρχε κι ένα «ηχοτοπίο μετά φωτισμών και προβολών» που οδηγούσε σε μια εξαιρετικά σύνθετη αίσθηση των πραγμάτων, ευρύτερη απ’ όσα συλλάμβανε το μάτι και σαφώς πολυεπίπεδη σε ό,τι αφορούσε τις συμπαραδηλώσεις. Και το «ηχοτοπίο» το κυβερνούσε η μουσική. Συνεπώς, η παράσταση θα κατατασσόταν σε υβριδικό είδος μουσικού θεάτρου, που θα το προσδιόριζε ένα «ηχητικό μωσαϊκό», στο οποίο συνυπήρχαν αποσπάσματα από την όπερα «Τρώες» του Εκτόρ Μπερλιόζ, κομμάτια λαϊκά, δημοτικά, σύγχρονη κλασική, μεσαιωνική και αναγεννησιακή μουσική, φυσικοί και τεχνητοί ήχοι. Και ενώ όλα αυτά έδειχναν τόσο ετερόκλητα, δεν φαινόταν να υπάρχει διαβάθμιση της σημασίας τους για το όλον, ούτε να αποκρυπτογραφείται η λογική με την οποία έχουν συνδεθεί. Μόνο παρήγαν μια ευχάριστη και συγκινητική μουσική αφήγηση που μετέφερε στον θεατή την ιδέα της «συγκροτημένης αοριστίας», αν επιτρέπεται ένας τόσο επαμφοτερίζων προσδιορισμός για την ανασκαφική τακτική του Ερρίκου Σλήμαν, η οποία υπήρξε κατά έναν τρόπο και καθρέφτης της ιδιοσυγκρασίας του. 

Δεν ήταν απαραίτητο να γνωρίζει ο θεατής τη βιογραφία του. Αλλά αν τη γνώριζε θα ταυτοποιούσε περισσότερα στοιχεία της παράστασης, που βασίστηκε στα ημερολόγια ανασκαφών του Σλήμαν (1871-1873). Αν, ας πούμε, γνώριζε ότι ο Σλήμαν δεν έζησε μια «μυθιστορηματικού τύπου» ζωή, αλλά ότι η ζωή του ήταν ένα μυθιστόρημα που συνέτασσε εκείνος. Οτι γεννήθηκε το 1822, στη Γερμανία, υπό συνθήκες ακραίας φτώχειας, από πατέρα πάστορα μεν, αλλά ασυγκράτητα λάγνο κι ακόλαστο. Κι εντούτοις, ο Ερρίκος πλούτισε, με τυχάρπαστο τρόπο, διατρέχοντας μήκη και πλάτη και κερδοσκοπώντας άνευ ηθικών φραγμών. Τον καθόριζαν όμως και η καλλιέργεια του πνεύματός του και η απίστευτη γλωσσομάθειά του. Μιλούσε κι έγραφε με άνεση σε δεκαπέντε γλώσσες. Συνεννοείτο σε περισσότερες. Και τα αρχαία ελληνικά παρέμεναν για κείνον ζωντανή γλώσσα. Τα προσωπικά του ημερολόγια ήταν γραμμένα σε δέκα διαφορετικές γλώσσες. Διότι επέλεγε να τα συντάσσει στη γλώσσα της χώρας όπου βρισκόταν. Ωστόσο, κανείς δεν θα τον γνώριζε σήμερα αν εκείνος δεν είχε αποφασίσει, ξαφνικά, σε ηλικία 47 ετών, να γίνει αρχαιολόγος για να αναζητήσει την Τροία. Και να προχωρήσει περαιτέρω, ανασκάπτοντας και τις Μυκήνες, χάρη στις οποίες πολλοί τον αναγνωρίζουν ως τον σπουδαιότερο αρχαιολόγο όλων των εποχών, με κριτήριο τα ευρήματά του.

Ο Σλήμαν δεν έζησε μια «μυθιστορηματικού τύπου» ζωή, αλλά η ζωή του ήταν ένα μυθιστόρημα που συνέτασσε εκείνος.

Βέβαια, η σχέση του Σλήμαν με την ειλικρίνεια ήταν κακή. Υπήρξε, πρωτίστως, ένας στυγνός ψευδολόγος. Εγραφε ψέματα ακόμη και στα ημερολόγιά του. Αν και, κατά τον 19ο αι., η «κεντητική» του ψεύδους σε γραπτές αναμνήσεις και αυτοβιογραφίες ήταν συχνότερη κι απ’ ό,τι σήμερα. 

Σε τέτοιες περιπτώσεις, καταντά αυτονόητο ότι για τον ψεύτη όσα σκαρφίζεται είναι πιο αληθινά από την αλήθεια. 

Κι όπως συμβαίνει με τους περισσότερους ανθρώπους που είναι έτσι, ο Σλήμαν διατηρούσε μια υπεροπτική στάση απέναντι στην αλήθεια. 

Κατ’ επέκταση –κι ακολουθώντας εδώ ένα μικρό, χαριτωμένο λογικό άλμα– θα μπορούσε κάποιος να δεχτεί ότι ο Σλήμαν υπήρξε μια αξιομνημόνευτη ενσάρκωση της έννοιας «θέατρο και αλληγορία» για όλους τους καλλιτέχνες του θεάτρου. 

Και γι’ αυτό, η επιλογή αυτής της παράστασης για την έναρξη του Φεστιβάλ θα αποκτούσε το βάρος μιας κατάθεσης στεφάνου στον άγνωστο –και στον γνωστό– καλλιτέχνη που, σαν τον Σλήμαν, πασχίζει να βρει τον θησαυρό μιας μυθικής Τροίας, που ίσως και να μη βρίσκεται εκεί. 

Οραμα

Ενας δημιουργός προετοιμάζει μια παράσταση έχοντας στα χέρια του –στην καλύτερη περίπτωση– μόνο ένα όραμα για το πώς θα είναι αυτή. Και στη συνέχεια επιχειρεί να ανακατασκευάσει το όραμά του, ως ψευδαισθητικό περιβάλλον επί σκηνής. Μέσω αυτού, η δική του αρχική φαντασίωση του οράματος θα έχει γίνει αισθητή από τον θεατή. 

Κι αυτό συνιστά μια συνάντηση. Κατά τα άλλα, οι δύο συνδημιουργοί της παράστασης «Σλήμαν ΙΙΙ» πιθανόν να αναζητούσαν σε κάθε στάδιο της σύνθεσής τους μια λύση με χαρακτήρα «αυγού του Κολόμβου». Δηλαδή, μια ευφυή αντιμετώπιση των περιστάσεων, χωρίς σκηνοθετικές μπραβούρες, που έδινε μια παράδοξη αρμονία, σαν αυτή να προέκυπτε ως αποτέλεσμα επίλυσης μαθηματικής εξίσωσης, από το πεδίο της θεωρίας του χάους. 

Κι έτσι, ο εντυπωσιασμός του θεατή ήταν τεράστιος, ακριβώς επειδή δεν υπήρχαν μικροτεχνάσματα προς εντυπωσιασμό του.



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις