Φόρτωση Text-to-Speech…
ΚΑΝΝΕΣ – ΑΠΟΣΤΟΛΗ. Μία από τις πιο πολυαναμενόμενες ταινίες του 79ου Φεστιβάλ Καννών, το οποίο πλέον μπαίνει στο πρώτο βαρυφορτωμένο Σαββατοκύριακό του, ήταν αναμφίβολα το «Histoires paralleles» του Ιρανού δεξιοτέχνη Ασγκάρ Φαραντί. Την ώρα που η πατρίδα του βρίσκεται εν μέσω πολέμου, εκείνος έρχεται στην Κρουαζέτ με μια ιστορία βγαλμένη από τα μπουρζουά προάστια του Παρισιού, γεγονός για το οποίο έχει ήδη κατακριθεί από κριτικούς. Από την άλλη, μια ταινία δεν γυρίζεται προφανώς το τελευταίο δίμηνο, ενώ και ο ίδιος ο Φαραντί μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στη Γαλλία και το Ιράν.
«Το να λες ότι είναι ανεπίτρεπτο να βομβαρδίζονται πολίτες δεν σημαίνει ότι συμφωνείς με τις εκτελέσεις των διαδηλωτών (στο Ιράν), ούτε φυσικά και το αντίστροφο. Κάθε φόνος είναι έγκλημα», ανέφερε ο Ασγκάρ Φαραντί.
Στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου πάντως, ερωτώμενος για όσα συμβαίνουν στο Ιράν, η απάντησή του ήταν αρκετά ενδεικτική του σκεπτικού του: «Τους τελευταίους μήνες έχουν συμβεί στο Ιράν δύο πολύ τραγικά γεγονότα. Το ένα είναι ο θάνατος αθώων ανθρώπων και κυρίως των παιδιών στο σχολείο, εξαιτίας των βομβαρδισμών του πολέμου. Εξίσου εγκληματικές είναι, βέβαια, οι εκτελέσεις και οι δολοφονίες των διαδηλωτών στις ταραχές του προηγούμενου διαστήματος. Το να λες ότι είναι ανεπίτρεπτο να βομβαρδίζονται πολίτες δεν σημαίνει ότι συμφωνείς με τις εκτελέσεις των διαδηλωτών, ούτε φυσικά και το αντίστροφο. Κάθε φόνος είναι έγκλημα». Ο βραβευμένος με δύο Οσκαρ σκηνοθέτης ρωτήθηκε ακόμη κατά πόσον ο κινηματογράφος «πρέπει» να είναι παρών στα μεγάλα γεγονότα, που καθορίζουν τη μοίρα του κόσμου. «Αναμφίβολα είναι αποστολή και καθήκον όχι μόνο του κινηματογράφου, αλλά και της τέχνης γενικότερα, να απαθανατίζει όσα συμβαίνουν ώστε να μην ξεχαστούν», απάντησε εκείνος.


Σε ερώτηση της «Κ» στο περιθώριο της συνέντευξης για το πώς νιώθει που βρίσκεται στις Κάννες ενώ η χώρα του βρίσκεται σε πόλεμο, απάντησε: «Αισθάνομαι πολύ ωραία που είμαι στις Κάννες με την ταινία, αλλά το μυαλό μου είναι διαρκώς στο Ιράν και κοιτάζω συνέχεια το κινητό μου τηλέφωνο για να παρακολουθώ τα νέα».
Η δική του ταινία ασχολείται, όπως είπαμε, με μικρότερης ιστορικής σημασίας γεγονότα, αν και αρκούντως δραματικά. Αντλώντας έμπνευση από τον περίφημο «Δεκάλογο» του Κριστόφ Κισλόφσκι, ο Φαραντί αφηγείται την ιστορία μιας μοναχικής συγγραφέως (Ιζαμπέλ Ιπέρ), η οποία κατασκοπεύει από το παράθυρo τους ενοίκους του απέναντι διαμερίσματος, προκειμένου να δημιουργήσει τους ήρωες του επόμενου βιβλίου της. Κάπως έτσι στήνεται μια ιστορία απιστίας με την Αννα (Βιρζινί Εφιρά) να γίνεται μήλον της Εριδος ανάμεσα σε δύο αδέλφια (Βενσάν Κασέλ, Πιερ Νινέ). Ο ερχομός ενός τρίτου παρατηρητή θα λειτουργήσει σαν «γέφυρα» ανάμεσα στα δύο διαμερίσματα, ενώ ταυτόχρονα όσο γράφονταν στο χαρτί θα αρχίσουν, με έναν ανεστραμμένο τρόπο, να συμβαίνουν και στην πραγματικότητα.
Η παραπάνω περιγραφή είναι μάλλον ελλιπής, για να περιγράψει τον περίπλοκο σεναριακό καμβά –άλλον έναν– που στήνει ο Φαραντί. Το τρίγωνο «έρωτας-θάνατος-τέχνη» μετακινείται διαρκώς, με τις αιχμές του να βρίσκουν κάθε φορά και διαφορετικό στόχο· και παρόλο που το σύνολο μοιάζει εδώ περισσότερο από ποτέ με κατασκευή παρά με πηγαία αφήγηση, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει κανείς την ικανότητα του δημιουργού να συμπεριλαμβάνει τόσα διαφορετικά στρώματα παρατηρήσεων σε ένα και μόνο φιλμ. Ακόμη και αν αυτό φλερτάρει έντονα, ανά στιγμές, με το είδος της… σαπουνόπερας.
Κάτι τέτοιο σίγουρα δεν ισχύει για το «Fatherland» του Πάβελ Παβλικόφσκι, το οποίο αναφέραμε και στη χθεσινή ανταπόκριση από τις Κάννες. Ενα συγκεκριμένο στιγμιότυπο από τη βιογραφία του συγγραφέα Τόμας Μαν εμπνέει στον Πολωνό δημιουργό ένα συμπυκνωμένης ουσίας φιλμ, το οποίο έχει ταυτόχρονα προσωπικό και πανανθρώπινο χαρακτήρα. «Αυτό που προτιμώ είναι να αφηγούμαι την Ιστορία μέσα από τις ζωές των ανθρώπων. Η στιγμή της επιστροφής του Τόμας Μαν στη Γερμανία του 1949 δίνει μια τέτοια δυνατότητα. Δεν σχεδιάζεις ακριβώς η ιστορία σου να έχει πανανθρώπινο χαρακτήρα, αλλά φαντάζεσαι την πιθανότητα να μπορεί να συνδεθεί με τους άλλους ανθρώπους. Από την άλλη, αν και η οικογένεια Μαν βρίσκεται στο επίκεντρο, αυτή είναι μάλλον η πιο προσωπική ταινία μου. Εχω βρεθεί τόσο στη θέση του γιου του, Κλάους, όσο και στη δική του, ιδίως από την άποψη της ανημπόριας να καταλάβω τον κόσμο», επισήμανε ο Παβλικόφσκι στη μεσημεριανή συνέντευξη Τύπου.
Αυτό το συναίσθημα της «ανημπόριας» επικαλείται και όταν του ζητούν να εντοπίσει αναλογίες ανάμεσα σε όσα αφηγείται στην ταινία και στο σημερινό ψυχροπολεμικό κλίμα που επικρατεί στον πλανήτη: «Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν απλές αναλογίες. Εχουμε καταφέρει να εφεύρουμε αυτόν τον “θαυμαστό νέο κόσμο” με την τεχνολογία κ.λπ. και ταυτόχρονα να επικρατεί η βαρβαρότητα. Αδυνατώ να καταλάβω τι συμβαίνει σήμερα, ίσως για αυτό κάνω ταινίες μόνο για το παρελθόν». Παραδέχεται, πάντως, ότι η χρονική απόσταση τον βοηθά να δει τα πράγματα πιο καθαρά, αν και αποφεύγει φανατικά να κηρύξει τις θέσεις του στον θεατή. «Θέλω να δημιουργώ σκηνές που δεν σου εξηγούν, αλλά σου αφήνουν χώρο να φανταστείς. Κάποιοι θα μπουν σε αυτόν τον κόσμο και άλλοι όχι. Τα ιστορικά φιλμ εκφράζουν θέσεις, οι χαρακτήρες τους εκπροσωπούν κάτι. Εγώ προσπαθώ να κάνω το αντίθετο. Το να πεις στον θεατή πόσο περίπλοκος είναι ο κόσμος, μου φαίνεται η πιο υγιής επιλογή».
