Οικονομία, Ταϊβάν και γεωπολιτική ισορροπία


Η εικόνα του Ντόναλντ Τραμπ να συναντά τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο είχε από μόνη της υψηλό πολιτικό συμβολισμό. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών, η πραγματοποίηση συνομιλιών κορυφής θεωρήθηκε από διεθνείς αναλυτές ως μια προσπάθεια να αποφευχθεί νέα ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Παρότι δεν ανακοινώθηκαν θεαματικές συμφωνίες, τόσο η Ουάσινγκτον όσο και το Πεκίνο φαίνεται ότι εξασφάλισαν σημαντικά κέρδη σε διαφορετικά επίπεδα.

Ο Τραμπ επέστρεψε με οικονομικά και πολιτικά οφέλη

Για τον Ντόναλντ Τραμπ, το μεγαλύτερο κέρδος της συνάντησης ήταν κυρίως πολιτικό. Ο Αμερικανός πρόεδρος ήθελε να δείξει στο εσωτερικό των ΗΠΑ ότι μπορεί να συνομιλεί απευθείας με τον βασικό γεωπολιτικό αντίπαλο της χώρας και να αποσπά παραχωρήσεις χωρίς να οδηγεί τις σχέσεις σε πλήρη ρήξη.
Τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης και αναλυτές του Council on Foreign Relations και του CSIS εκτιμούν ότι ο Λευκός Οίκος έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην οικονομία. Η Ουάσινγκτον επιδίωξε να αποσπάσει δεσμεύσεις για μεγαλύτερες κινεζικές αγορές αμερικανικών ενεργειακών προϊόντων, κυρίως υγροποιημένου φυσικού αερίου και πετρελαίου, σε μια περίοδο που οι ΗΠΑ προσπαθούν να ενισχύσουν τις εξαγωγές τους και να περιορίσουν το εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα.

Παράλληλα, η αμερικανική πλευρά πίεσε για μεγαλύτερη πρόσβαση αμερικανικών επιχειρήσεων στην κινεζική αγορά, καθώς και για επανεκκίνηση των εισαγωγών αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, ζήτημα με ιδιαίτερη πολιτική σημασία για τον Τραμπ λόγω της στήριξης που λαμβάνει από αγροτικές πολιτείες.

Σημαντικό κομμάτι των συνομιλιών αφορούσε επίσης τις σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά, καθώς η Ουάσινγκτον γνωρίζει ότι η εξάρτηση από την Κίνα αποτελεί στρατηγικό κίνδυνο για την αμερικανική βιομηχανία και την αμυντική παραγωγή.

Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ επιδίωξαν κινεζική συνεργασία και σε γεωπολιτικά μέτωπα. Η Ουάσινγκτον θέλει το Πεκίνο να ασκήσει επιρροή στο Ιράν ώστε να αποφευχθεί νέα ενεργειακή κρίση στη Μέση Ανατολή, ενώ έθεσε ξανά το ζήτημα της φαιντανύλης και των κινεζικών χημικών ουσιών που καταλήγουν στις ΗΠΑ μέσω παράνομων κυκλωμάτων διακίνησης ναρκωτικών.

Ο Εκπρόσωπος Εμπορίου των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκριρ ανέφερε ότι παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο παράτασης της εμπορικής εκεχειρίας, ενώ επιβεβαίωσε συμφωνίες για κινεζικές αγορές αγροτικών προϊόντων, βοδινού κρέατος και αεροσκαφών Boeing. Ο ίδιος πρόσθεσε ότι έχει σημειωθεί πρόοδος στη δημιουργία μηχανισμών διαχείρισης των μελλοντικών εμπορικών σχέσεων, με στόχο τον προσδιορισμό εμπορευμάτων αξίας περίπου 30 δισ. δολαρίων.

Σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο, Τραμπ και Σι συμφώνησαν ότι τα Στενά του Ορμούζ «πρέπει να παραμείνουν ανοιχτά» και ότι το Ιράν δεν πρέπει να διαθέτει πυρηνικά όπλα. Σύμφωνα με τον Ντόναλντ Τραμπ, ο πρόεδρος της Κίνας προσφέρθηκε να βοηθήσει στην απελευθέρωση των Στενών του Ορμούζ.

Ο Σι Τζινπίνγκ κέρδισε χρόνο και σταθερότητα

Από την πλευρά της Κίνας, τα οφέλη θεωρούνται περισσότερο στρατηγικά και μακροπρόθεσμα. Ο Σι Τζινπίνγκ ήθελε κυρίως να εμφανίσει την Κίνα ως ισότιμη παγκόσμια δύναμη που διαπραγματεύεται από θέση ισχύος με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Για το Πεκίνο, το βασικό ζητούμενο ήταν η σταθερότητα. Η κινεζική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές πιέσεις λόγω της κρίσης στην αγορά ακινήτων, της επιβράδυνσης της ανάπτυξης και των συνεχιζόμενων εμπορικών περιορισμών από τις ΗΠΑ. Υπό αυτές τις συνθήκες, η κινεζική ηγεσία επιδιώκει να αποφύγει νέα έκρηξη εμπορικού πολέμου ή νέους αμερικανικούς δασμούς που θα επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την οικονομία.

Οι αναλυτές θεωρούν ότι ο Σι πέτυχε να μειώσει προσωρινά την πίεση από την Ουάσινγκτον, ενώ ταυτόχρονα διατήρησε ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με τον Τραμπ, τον οποίο το Πεκίνο αντιμετωπίζει ως πιο «συναλλακτικό» σε σχέση με προηγούμενες αμερικανικές διοικήσεις.

Το πιο κρίσιμο ζήτημα για την κινεζική πλευρά παρέμεινε η Ταϊβάν. Ο Σι Τζινπίνγκ κατέστησε σαφές ότι το θέμα αποτελεί την «κόκκινη γραμμή» για το Πεκίνο και ότι οποιαδήποτε ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής στήριξης προς την Ταϊπέι μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή κρίση. Σύμφωνα με το κινεζικό ΥΠΕΞ, ο Σι ξεκαθάρισε ότι η Ταϊβάν αποτελεί την «πιο κόκκινη γραμμή» της Κίνας. Η Ουάσινγκτον έχει εγκρίνει πακέτο εξοπλισμών 11 δισ. δολαρίων προς την Ταϊβάν, το οποίο το Πεκίνο θεωρεί ευθεία πρόκληση.

Η κινεζική ηγεσία επιδιώκει ουσιαστικά να «παγώσει» περαιτέρω αμερικανικές κινήσεις στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, να περιορίσει νέες πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν και να αποτρέψει τη δημιουργία πιο επιθετικού μετώπου από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους στην Ασία.

Ταυτόχρονα, η συνάντηση έδωσε στον Σι τη δυνατότητα να εμφανιστεί στο εσωτερικό της Κίνας ως ηγέτης που αντιμετωπίζει επί ίσοις όροις τον Αμερικανό πρόεδρο, σε μια περίοδο που το Πεκίνο επιχειρεί να προβάλει εικόνα παγκόσμιας σταθερότητας απέναντι στην αμερικανική πολιτική πίεση.

Καμία οριστική συμφωνία, αλλά αποφυγή νέας κρίσης

Η γενική εικόνα που μεταφέρουν τα διεθνή μέσα ενημέρωσης είναι ότι η συνάντηση δεν οδήγησε σε ιστορική συμφωνία ούτε έλυσε τις βαθιές στρατηγικές διαφορές ανάμεσα στις δύο χώρες. Ωστόσο, τόσο η Ουάσινγκτον όσο και το Πεκίνο φαίνεται ότι πέτυχαν τον βασικό τους στόχο: να αποφύγουν μια νέα ανεξέλεγκτη κλιμάκωση σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια οικονομία παραμένει εύθραυστη και οι γεωπολιτικές κρίσεις πολλαπλασιάζονται.

Οι ΗΠΑ πήραν οικονομικές δεσμεύσεις και διατήρησαν ανοιχτή τη συνεργασία με την Κίνα σε κρίσιμα διεθνή ζητήματα. Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, κέρδισε χρόνο, μείωσε προσωρινά την πίεση γύρω από δασμούς και Ταϊβάν και ενίσχυσε τη διεθνή εικόνα της ως αναντικατάστατου παγκόσμιου παίκτη.

Το βασικό συμπέρασμα των αναλυτών είναι ότι καμία πλευρά δεν νίκησε πλήρως, αλλά και καμία δεν βγήκε χαμένη. Σε αυτή τη φάση, αυτό από μόνο του θεωρείται επιτυχία.



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις