Ενας αρχειοθέτης του απρόσμενου | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ


Φόρτωση Text-to-Speech…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ
Ουμπίκικους
εκδ. Κίχλη, 2025 
σελ. 192

Το βιβλίο του Γιώργου Τσακνιά αποτελεί ένα σύνθεμα περιπλανήσεων, χωρικών αλλά και νοερών. Ο συγγραφέας αποζητά το αναπάντεχο μες στη νηνεμία του ανιαρού. Oσο οικεία και αν φαίνεται, στην αληθινή ζωή εμφωλεύουν ιλαροτραγικές εκπλήξεις. Eνας χίπστερ ντελιβεράς που σταυροκοπιέται πάνω στο μηχανάκι ενώ με το άλλο χέρι μιλάει στο κινητό, επιβάλλει στον παρατηρητή της παρανοϊκής του χορογραφίας ένα «σοφιστικό παράδοξο». Eνα οικογενειακό ταξίδι στην Πράγα τη δεκαετία του ’70, αντί να αποκαλύψει τη γενέτειρα του Κάφκα, μαρτυρεί τις κομμουνιστικές καταβολές του πατέρα. Σε ένα μπαρ του Λονδίνου, στην περιοχή «μικρή Βενετία», όπου ακουγόταν σοβιετική τζαζ, ο αφηγητής συλλογίζεται πως εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο ίδιος βρισκόταν σε μια «μικρή Σοβιετία».

Ο Τσακνιάς πέρα από ιστορικός φαίνεται πως είναι και πνευματώδης αρχειοθέτης. Τον έλκει η μυθοπλαστική πτυχή της πραγματικότητας, η ευρηματικότητά της, αλλά και οι επιδόσεις της στο χιούμορ. Η «ευλογημένη στιγμή» ενδέχεται να αναδυθεί στην πιο μίζερη συνθήκη, μπροστά στην πόρτα του νεκροτομείου, σε ένα πηγαινέλα από το ΙΚΑ της Πανόρμου στο ΙΚΑ της Αλεξάνδρας ή μέσα στο μποτιλιάρισμα, όταν ο οδηγός αναρωτιέται αν οι βρισιές που απευθύνει στον καθρέφτη μπορούν να εποστρακιστούν στον οδηγό που τον βρίζει. Ακόμα και μια βόλτα μέχρι το περίπτερο μπορεί να αποβεί ριψοκίνδυνη, ιδίως αν ο περιπτεράς έχει έφεση στην ψυχανάλυση.

Απολαυστικά είναι τα ταξιδιωτικά κείμενα του βιβλίου. Ξεχωρίζει η νυχτερινή βόλτα τού αφηγητή στο Μπάτερσι, μια παραποτάμια γειτονιά του Λονδίνου, ενόσω αδημονεί να αντικρίσει το τεράστιο σύμπλεγμα ενός αλλοτινού εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. «Νέα διάσταση το νυχτερινό τοπίο». Χάνοντας τον προσανατολισμό του μες στους σκοτεινούς δρόμους, ο συγγραφέας ανακαλεί ιστορίες με φαντάσματα στο Λονδίνο. Σε μια άλλη εξόρμηση, την οποία κατακλύζει η ασυναρτησία της ελληνικής επαρχίας, θα του έρθουν στον νου οι μοιραίες στιγμές στα θρίλερ. Αρκετά περιπετειώδης και τρομακτική αποδεικνύεται η οδήγηση στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, όπου έχει την αίσθηση πως παγιδεύτηκε σε ένα προαστιακό limbo.

Εκείνο που αποσπά την αμέριστη περιέργεια του γράφοντος είναι οι λέξεις. Σκέφτεται, λόγου χάριν, πως μια από τις συνέπειες της αφηρημάδας είναι η απώλεια της λέξης. Oσο την επαναλαμβάνεις στο μυαλό, η ηχητική της αποσυνδέεται από το νόημά της και έτσι ξεχνάς τι πρέπει να αγοράσεις από το σούπερ μάρκετ. Από την άλλη, τον συναρπάζει η λέξη «μυοσωτίς» σε ένα ποίημα σε μετάφραση Καρυωτάκη, σε αντικατάσταση της ικετευτικής περίφρασης «μη με λησμόνει». Σημειωτέον ότι τη μυοσωτίδα ανέδειξε σε φιλοσοφικό σύμβολο ο Μίλαν Κούντερα στην εμβληματική «Αθανασία». Eντονα απασχολεί τον συγγραφέα και η έννοια της λέξης «Saudade», διερωτώμενος κατά πόσον η δική μας «νοσταλγία» αποδίδει επαρκώς την οδύνη της πορτογαλικής λέξης.

Από τους λεξικολογικούς προβληματισμούς του Τσακνιά συγκινεί ιδιαιτέρως μια παράξενη, αστεία στιχομυθία με τον πατέρα του όταν ήταν παιδί, «κάτι σαν σουρεαλιστικό μικροδιήγημα, αποτελούμενο από δύο αναπάντητες ερωτήσεις», που διατηρήθηκε ακέραια στον χρόνο και αρχειοθετήθηκε σαν οικογενειακός μύθος. Ο γιος συγκινείται από την ευαίσθητη αναγνωστική συνείδηση του πατέρα του· «”διάβασε” τις δύο τυχαίες φράσεις σαν κείμενο, το οποίο εκτίμησε και περιέσωσε, έστω στον προφορικό λόγο».

Ενας αρχειοθέτης του απρόσμενου-1

Στις σελίδες εμφανίζεται συχνά η κόρη του συγγραφέα, μια σιβυλλική πεντάχρονη που κομίζει τη δική της αντίληψη για τη λειτουργία του κόσμου. «Σήμερα είναι Χαλάνδρι;», ρωτάει κάποια στιγμή τον πατέρα της, στο μυαλό του οποίου εισβάλλει ακαριαία το αξίωμα του Αϊνστάιν πως «ο χώρος και ο χρόνος είναι τρόποι να σκεφτόμαστε, όχι συνθήκες στις οποίες ζούμε». Το «ουμπίκικους» στον τίτλο είναι παραφθορά, επίνοια της κόρης, της λέξης «ubiquitous», που σημαίνει να βρίσκεσαι παντού, την ίδια στιγμή. Ως συλλέκτης ευλογημένων στιγμών, ο αφηγητής επιτρέπει στον εαυτό του μια διευρυμένη αντίληψη του χωροχρόνου. Ως υπάλληλος σε Αρχείο, γνωρίζει πως το σπάνιο είναι αλωτό.

Το βιβλίο του Τσακνιά δύσκολα κατατάσσεται στην κατηγορία της αυτομυθοπλασίας, στο μέτρο που δεν επικεντρώνεται στο εγώ τού αφηγητή, αλλά σε αλλόκοτες καταστάσεις, στις οποίες γίνεται μάρτυρας. Τα κείμενα, ακόμα και όταν πραγματεύονται δύσκολα ζητήματα, δεν χάνουν το λοξό βλέμμα της ειρωνείας. Οσο δύστροπη και αν επιμένει να είναι, η ζωή δεν μπορεί να απαλλαγεί από την ιλαρή της πλευρά. Επίσης, τα ανθολογημένα στιγμιότυπα προβάλλουν ευκρινώς τη λογοτεχνική τους επεξεργασία. Το εξαιρετικό που ενυπάρχει στο τετριμμένο, έχει ανάγκη ένα μυθοπλαστικό άγγιγμα για να φανερωθεί. Οι τόποι που επισκέπτεται ο συγγραφέας, δεν θα έμοιαζαν τόσο στοιχειωμένοι από λογοτεχνικές και μουσικές αναφορές, αν δεν ήταν ο ίδιος που τους κοιτούσε και τους περπατούσε.

Ο Τσακνιάς αναδιφά την πραγματικότητα άλλοτε σαν δοκιμιογράφος, άλλοτε σαν λογοτέχνης και άλλοτε σαν αλαφροΐσκιωτος, για να διαφυλάξει την αίσθηση του απρόσμενου. Οι «αναγνώσεις» του γοητεύουν βαθιά, καθώς αναδεικνύουν, δίχως ποτέ να την εκβιάζουν, την ποιητική διάσταση της πραγματικότητας.



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις