« Τον Λεόντη και τα μάτια σας…»

ΚΩΣΤΑΣ ΛΥΤΡΑΣ

Τις Άγιες μέρες του Πάσχα επισκέφτηκα έναν φίλο μου ψηλα στα Άγραφα . Είχα πολύ καιρό να τον δω και αποφάσισα να τον επισκεφτώ μιας και ο καιρός ήταν καλός για μια τέτοια εξόρμηση .
Ο παππούς μου ο Μπαρμπαγιάννης έφυγε μου είπε ένα μουντό και βροχερό πρωινό πριν πολύ καιρό . Έρχεται κάθε φορά που πιάνω τις ανηφοριές των βουνών, εκεί που η ομορφιά ξεχάστηκε κι έμεινε ανέγγιχτη στο πέρασμα του χρόνου .
«Χαμός , θα γίνει χαμός» η αγαπημένη του φράση του παππού όταν πηγαίναμε για κυνήγι. Όταν, τα πόδια δεν περπατουσαν και τα αυτιά…δεν άκουγαν , άφησε το βουνό στους άλλους. Ήθελε όμως ν’ ακούει τι έγινε, τι χτύπησαν, τι έχασαν. Οι πρώτες παχνες , τα πρώτα κρύα, τον πρόλαβαν στην ξύλινη βεράντα του πέτρινου σπιτιού. Άρρωστος πια, έβγαινε στο πρώτο φως της ημέρας, να δει τον ήλιο, να νιώσει τη βροχή. «Ήλιους και βροχές μαζεύω πια», έλεγε ήσυχα στη γυναίκα του, ρουφώντας με θόρυβο τον πρωινό καφέ.
Γεννημένος στα βουνά των Αγράφων στη Δύση του προ-προηγούμενου αιώνα, ήλθε παλικαράκι το 928, όπως έλεγε, κλέβοντας χίλια χρόνια από την ιστορία …-«Γιατί ρε παππού, γιατί;»,ρωτούσα μικρος. «1928, ήταν το σωστό, έτσι μας μάθανε στο σχολείο». «Τόσα είναι άμα βγάλεις τις νύχτες», έλεγε. Κι αν βγάλεις και τα καλοκαιρια, λιγότερα. Μισούσε ο γέρος τα καλοκαιρια. Καιρός της μύγας, του ιδρώτα, του καπνού , του χωραφιού…Καιρός χωρίς τον γκέκα στα βουνά, καιρός χωρίς ντορό,καιρός χαμένος είναι.
Έβλεπε τις παρέες , νύκτα ακόμα, να ετοιμάζουν τα αγροτικά, άκουγε με χαρά τα σκυλιά να μαλώνουν ανυπόμονα στις καρότσες. Στην άκρη του χωριού, ξεπροβόδιζε, σκοτάδι ακόμα, ανθρώπους και σκύλους. «Στο καλό παιδιά, τον Λεόντη και τα μάτια σας». Λεόντης ήταν η απόδοση του Λεωνίδα. Ετών ακαθορίστων, σίγουρα πάνω από δέκα, επέμενε να ανεβαίνει στις καρότσες κάθε φορά που έβλεπε ντουφέκι στον ώμο.
Πριν επτά -οκτώ χρόνια, τον βρήκε ο γέρος, εξουθενωμένο και ματωμένο στα χιόνια . Γενάρης ήτανε, εκεί πάνω στις γιορτές. Είχε φάτσα τσομπανόσκυλου σώμα σκυλογίγαντα, χρώμα χιονιά και το μυαλό και τα χούγια γκέκα.

«Ο Λεόντης, γυναίκα», είπε θριαμβευτικά, γυρίζοντας στο σπιτι ο παππούς μου. «Πανάθεμά σε,αφορισμένε, τα ‘χασες ;», είπε η καημένη η κυρά Δέσποινα. Την άλλη μέρα στο γιατρό ο Λεόντης. Τον αγροτικό γιατρό. Έγινε καλά ο σκύλος.
Μια φορά, συνεχίζει ο φίλος μου να μου διηγείται , πίνοντας ντόπιο τσιπουράκι ,ο παπάς που κατά κόσμο ήτανε κι αδελφός του μπάρμπα -Γιάννη, βγήκανε απομεσήμερο για φασσες. Στο δρόμο ακούνε γαβγίσματα γνωστά. Ο Λεόντης, χωμένος στα γάβρα, μέσα σ’ ένα μπέρδεμα δέντρων θάμνων και σάπιων πεύκων, γάβγιζε , ούρλιαζε.
-«Πάμε , Λάμπρο», λέει ο Γιάννης στον παπά . Ή αρκούδα είναι ή αρσενικό, μοναχικό γουρούνι. Αυτός ο Λεόντης , τον μπελά του, σε μας θα τον ρίξει. Βαριότανε ο γέρος γδαρσίματα και άσκοπα κουβαλήματα. Χορτάτος άνθρωπος, Άντε τώρα να τεμαχίζει εκατό τόσες οκάδες. Και μετά μοιράσματα σε συγγενείς , γείτονες και χωροφυλάκους…
Έφθασαν στο Χωριο, βιαζόταν ο παπάς να προλάβει τον εσπερινό.
Έβγαλαν τις αρβύλες και έψησε η κυρά-Δέσποινα τον βαρύγλυκο στα κάρβουνα. Τη στιγμή που έσκυβε ν’ ανάψει το τσιγάρο στα κάρβουνα, άκουσε τον Λεόντη να γαβγίζει θριαμβευτικά . Ένας πελώριος αρσενικός αγριόχοιρος μπροστά, ο Λεόντης απο πισω. Έπιασε ο παπάς το δίκανο και έριξε απο το παράθυρο .Ήξερε, όλοι κινδύνευαν , μα πιο πολύ ο…Λεόντης.
Υ.Γ. Εκεί, πάνω στα παγωμένα νερά, η πρωινή ομίχλη διαλύεται με το πρώτο κλαψούρισμα των…Λεόντηδων στον λυτρωτικό ντορό της αυγής. Γιατί η γης, έχει τα ίδια βελανίδια, τα ίδια μπερεκετια, την ίδια αφθονία… Κι όπως λεει ο ποιητής , δεν έχει τσιγκέλια για να τη σηκώσουν…. (Γιάννη…Εεεε,Γιάννη ,ακούει και βλέπει από ψηλα )

Σχετικές δημοσιεύσεις