Διανύοντας την τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, έθεσα στον εαυτό μου -και καλώ και εσάς να κάνετε το ίδιο- ένα ερώτημα: τι από όσα έχουμε θεσπίσει μας εξυπηρετεί πραγματικά σήμερα και τι χρειάζεται να προσαρμοστεί για να συνεχίσει να λειτουργεί. Δεν είναι μια συζήτηση εύκολη, ούτε αφορά μόνο το παρόν. Αφορά το πώς θέλουμε να λειτουργούν οι θεσμοί μας σε βάθος χρόνου, με περισσότερη διαφάνεια και λογοδοσία, ώστε να ενισχύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών και το πολίτευμα να μπορεί να ανταποκρίνεται στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας, από την τεχνητή νοημοσύνη μέχρι την κλιματική κρίση.
Προσδιόρισα με σαφήνεια τις προτάσεις μας: τη συνταγματική περιφρούρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας, την αλλαγή στον νόμο περί ευθύνης υπουργών, τη δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων, τη συμμετοχή του δικαστικού σώματος στην επιλογή της ηγεσίας του, καθώς και την αξιολόγηση στο Δημόσιο, με ενδεχόμενη άρση της μονιμότητας. Όλα αυτά είναι ζητήματα που αφορούν τη δημόσια ζωή, αλλά τελικά αγγίζουν τον κάθε πολίτη ξεχωριστά. Η τελική μας εισήγηση, με ενσωματωμένες τις θέσεις των βουλευτών μας, θα παρουσιαστεί μέσα στον Μάρτιο. Με την προσδοκία ότι και οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις θα προσέλθουν στον διάλογο με διάθεση συνεννόησης, χωρίς δογματισμούς, προσχήματα και κομματικούς υπολογισμούς. Γιατί αυτό το εγχείρημα μας υπερβαίνει όλους και μας χρειάζεται όλους. Το Σύνταγμα της χώρας είναι το κοινωνικό συμβόλαιο που ορίζει τις συντεταγμένες της κοινής μας ζωής και θέτει τον πήχη τόσο των φιλοδοξιών μας όσο και των απαιτήσεών μας από τη Δημοκρατία και τους θεσμούς της. Προσωπικό μου όραμα είναι η χώρα να γιορτάσει το 2030 τα 200 χρόνια από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους έχοντας αντιμετωπίσει, και μέσα από την αναθεώρηση του Καταστατικού Χάρτη, παθογένειες δεκαετιών.
