Το κάθαρμα είναι μια πολύ προσβλητική και υποτιμητική λέξη που χρησιμοποιείται για να περιγράψει έναν άνθρωπο:
Εξαιρετικά κακό και ανήθικο.
Αχρείο, δόλιο και τιποτένιο.
Που έχει διαπράξει σοβαρές ανέντιμες ή εγκληματικές πράξεις.
Προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη “κάθαρμα” (από το ρήμα καθαίρω = καθαρίζω, εξαγνίζω), η οποία αρχικά σήμαινε το απόβρασμα, αυτό που απομένει μετά τον καθαρισμό, τα σκουπίδια. Μεταφορικά, η σημασία της εξελίχθηκε και σήμερα αναφέρεται σε έναν άνθρωπο-απόβρασμα της κοινωνίας.
Είναι μία από τις πιο βαριές προσβολές στην ελληνική γλώσσα, παρόμοια σε ένταση με τις λέξεις:
Καθίκι
Τομάρι
Απόβρασμα
ΡΕ ΚΑΘΑΡΜΑ…
